Τετάρτη, 2 Σεπτεμβρίου, 2026
ΑΡΧΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ Το στοίχειωμα του στίχου (γράφει η Μαρία Λάτσαρη)

Το στοίχειωμα του στίχου (γράφει η Μαρία Λάτσαρη)

0
14

γράφει η Μαρία Λάτσαρη (*)

«Εμπρός, τραγούδια μου, ας μιλήσουμε για την τελειότητα – όσο κι αν γίνουμε αντιπαθητικοί», γράφει ο Ezra Pound μια από τις προμετωπίδες της ποιητικής συλλογής Vita mirabilis. Με αντίστοιχο τρόπο η Μαρία Σφήκα απευθύνεται στην ποίηση ως έναν οικείο συνομιλητή: «Δεν θέλω κάτι, / έτσι απλά, / σ’ το ’πα και στο τηλέφωνο. // Λόγοι βαθιά βελούδινοι / ήταν που υπαγόρευαν / απόψε να βρεθούμε». Vita mirabilis —«η ζωή των θαυμάτων», όπως εξηγείται στο οπισθόφυλλο— μήπως τελικά είναι η ίδια η ποίηση;

Η ποιήτρια αφιερώνει τη συλλογή στους γονείς της, στ’ αδέλφια και τ’ ανίψια της, και στην ευρύτερη οικογένειά της, «τους απαρηγόρητους της πραγματικότητας». Τα «θαύματα» δεν είναι η άρνηση της πραγματικότητας. Είναι τα «όνειρα που θάβουν τους φόβους», η «με δεξί κλικ επιλογή: απορρίπτω τα πάντα», το «γιασεμί που σαν καταρράκτης χύνεται στον γείτονα», η «αγάπη ως μοναδικός κανόνας».

Στη συλλογή περιέχονται είκοσι ένα ποιήματα σε εβδομήντα τρεις σελίδες, από μονόσελιδα έως δεκασέλιδα, όπως το «Παραμονή Πρωτοχρονιάς στο Supermarket». Σε αρκετά από τα εκτενέστερα ποιήματα ξετυλίγεται μιαν αφήγηση που καταλήγει σε ανατροπή. Κοινός τους τόπος είναι η συνάντηση του οικείου με το απρόσμενο: ένα μωβ λουλούδι ως σημάδι έμφυλης βίας, βιβλία-δώρα από εφημερίδες κάτω από τη μασχάλη ως ασπίδα για το ζεματιστό σύμμεικτο απ’ τον φούρναρη, ο αντίστροφος μύθος των πρωτόπλαστων. Όλα μεταβάλλουν τη γωνία θέασης, κάνοντάς την άλλοτε πιο οξεία και άλλοτε πιο αμβλεία.

«Να λέει τα πράγματα πάντα με τ’ όνομά του»: αυτός είναι ο κύριος όρος εγγραφής στην «Αδελφότητα των απανταχού γνησίων ποιητών» στο Vita mirabilis. Δεν απέχει πολύ από τον στίχο «λέξεις ιδίως / σαν τη λέξη “ελευθερία”: από την κόψη πάντα, / όχι απ’ τη λαβή» από τα Άλογα στο στήθος, την αμέσως προηγούμενη ποιητική συλλογή της Σφήκα. Είχα γράψει τότε ότι η ποιήτρια «κλείνει το μάτι στα στερεότυπα, γελοιοποιώντας με ευρηματικό τρόπο την ουσία του συντηρητισμού». Αν επαναλάβω φιλολογικούς όρους — στοχαστική ποίηση με ειρωνική διάθεση, σαρκασμό και αυτοσαρκασμό, κριτικό βλέμμα απέναντι στις κοινωνικές συμβάσεις — φοβάμαι πως σύντομα θα χαρακτηριστώ ειδικός κριτικός σφηκολόγος· θα περιοριστώ, λοιπόν, στο να πω ότι η γραφή της είναι πλέον απολύτως διακριτή. Στο Vita mirabilis η φωνή της χαμηλώνει οκτάβα. Προτιμά το υπαινικτικό σχόλιο και την ανατροπή της οπτικής και σπάνια γίνεται καταγγελτική. Ο ποιητής, άλλωστε, «φτιάχνει με τις λέξεις του / βαλσαμικό επίθεμα / για την κοινή τους διάγνωση: οξεία πραγματικότης, / με δυσθρεψία αισθήματος / κι απίσχναση ονείρων».

Η συλλογή ανοίγει με το ποίημα «Το στοίχειωμα», που αφορά την ίδια την ποιητική δημιουργία. Οι λέξεις παρουσιάζονται ως «πελεκητές πέτρες», σμιλεμένες από τη χρήση και την παράδοση των προηγούμενων γενεών. Η Σφήκα δεν βλέπει την ποίηση ως έμπνευση της στιγμής, αλλά ως επίπονη κατάκτηση. Ο καταληκτικός στίχος «Μα αν δεν στοιχειώσει άνθρωπος, ο στίχος δεν στεριώνει» παραπέμπει ευθέως στο δημοτικό τραγούδι Το Γεφύρι της Άρτας και στον στίχο «Αν δεν στοιχειώσετε άνθρωπο, γεφύρι δε στεριώνει». Οι στίχοι περνούν το γεφύρι και, όσο προχωρά η ανάγνωση της συλλογής, διαμορφώνεται η εικόνα μιας «στοιχειωμένης» ποιήτριας. Στο ποίημα «Ο ποιητής» η ομώνυμη μορφή παρουσιάζεται ως εκείνη που «ψηλαφίζει όλους τους, να βρει πού είναι η πληγή».

Το «στοίχειωμα» αφορά και τους ανθρώπους. «Διάλεξε μια τυχαία μορφή: / θα σε αναγνωρίσω». Στο «Ευρυδίκη (Επέστρεφε)», το ποίημα με τη μεγαλύτερη ίσως συγκινησιακή φόρτιση της συλλογής, αφιερωμένο στη μνήμη του Απόστολου Βόττα, η Σφήκα θέτει σε διάλογο τον αρχαίο μύθο, τη λογοτεχνική παράδοση και το προσωπικό βίωμα της απώλειας. Η παρένθεση «(Επέστρεφε)» φέρνει σχεδόν αναπόφευκτα στον νου το ομώνυμο ποίημα του Καβάφη, ενώ η μορφή της Ευρυδίκης παραπέμπει στον ορφικό μύθο. Η επίκληση με το ρήμα «επέστρεφε», που διατρέχει ολόκληρο το ποίημα σαν επίμονη επωδός, κορυφώνεται στον τελευταίο στίχο: «μη μου χρεώνεις, μάτια μου, λάθη γραμματικά». Τελικά, μήπως, η επιστροφή έχει μεγαλύτερη σημασία από την ορθότητα της λέξης που τη ζητά;

Στο ποίημα «Καθρέφτης» η Σφήκα σατιρίζει όσους έχουν «αλλού στραμμένο πάντοτε /  το βλέμμα, / προς τα έξω», αδυνατώντας να στραφούν προς τον εαυτό τους. Η βεβαιότητα περισσεύει, η αυτογνωσία απουσιάζει. Κάποιοι, «όταν δουν έναν λεκέ, / αντί να καθαρίσουν / απ’ τη βρομιά το πρόσωπο, / σκουπίζουν τον καθρέφτη». Αν αναγάγουμε αυτό το γύρισμα του βλέμματος από μέσα προς τα έξω στη διαδικασία της γραφής, προκύπτει το ερώτημα, είναι η ποίηση δημόσια ή ιδιωτική υπόθεση; Φτάσαμε στην παραφροσύνη της δημόσιας ιδιωτίας που αναρωτιόταν πριν από είκοσι χρόνια ο ποιητής και ψυχολόγος Θανάσης Χατζόπουλος στο δοκίμιο ποιητικής Αναγραμματισμοί στη σιωπή;

Στο «Παραμονή Πρωτοχρονιάς στο Supermarket», ένα από τα πιο απαιτητικά ποιήματα της συλλογής, η Σφήκα στήνει μια εκτεταμένη αλληγορία με σκηνικό έναν χώρο που όλοι αναγνωρίζουμε. «Είναι μεγάλη εδώ η γκάμα, / η ποικιλία», γράφει ειρωνικά στην αρχή του ποιήματος, και παρακάτω «Το περιτύλιγμα / αέρα  συσκευάζει… //  Άφαντο / το περιεχόμενο / που ψάχνεις, // ανύπαρκτη η ουσία, εξατμισμένη».

Μελετώντας το, θυμήθηκα τον Μονοσήμαντο Κόσμο, βιβλίο του Γερμανού αραβολόγου Τόμας Μπάουερ που τυχαίνει να διαβάζω παράλληλα αυτές τις μέρες. Ο Μπάουερ παρατηρεί ότι πίσω από τη φαινομενική ποικιλία του σύγχρονου κόσμου δρα μια ισχυρή τάση ομογενοποίησης και περιορισμού της αμφισημίας. Στο ίδιο κλίμα κινείται και η Σφήκα όταν γράφει: «Τα ευρείας κατανάλωσης / φοβάσαι: // η μαζική παραγωγή / σε ισοπεδώνει. // Ό,τι η εποχή / για σένα προορίζει, // σε απαλείφει σαν μονάδα, σ’ ακυρώνει.»

Στο ποίημα «Το κήρυγμα της παπαρούνας», ένα από τα πιο όμορφα ποιήματα της συλλογής, με προμετωπίδα στίχους από τους Ελεύθερους Πολιορκημένους του Σολωμού, η φύση εμφανίζεται ως ακατανίκητη δύναμη ζωής που αντιστέκεται στη φθορά και τον θάνατο. Οι νεκροί «σπρώχνουν τα φύτρα», τα βλαστάρια «αρπάζονται απ’ το φως», ενώ «χίλια μαμούνια ο στρατός / και χίλιοι πολεμάρχοι / επάνω βγαίνουν και αρχινούν / το φως να κουβαλάνε» ώσπου στο τέλος «γιουρούσι αρχίζει και γιορτή, / εκδίκηση στον Χάρο». Η συγγένεια με το σολωμικό ύφος είναι εμφανής, από το λεξιλόγιο μέχρι τον ρυθμό του ποιήματος. Η Σφήκα δοκιμάζει εδώ τις δυνατότητες της γλώσσας της και δείχνει να απολαμβάνει ιδιαίτερα το παιχνίδι αυτό.

Τέλος, με το ποίημα αυτό συνομιλεί και το εξώφυλλο της συλλογής, λεπτομέρεια από τον πίνακα Apollon et Daphné του René-Antoine Houasse. Το χέρι που μεταμορφώνεται σε κλαδιά και φύλλα παραπέμπει στον μύθο της Δάφνης, η οποία, για να ξεφύγει από την καταδίωξη του Απόλλωνα, μεταμορφώνεται σε δέντρο που τραγουδά τους στίχους του ποιήματος «Αγωγή Ονείρων»:

«από απίστευτο / σε απίθανο // κι από ακατόρθωτο / σε θαύμα‧ // με σκέτο αέρα / θα φουσκώνω, / θα πετώ, // θα βλέπω κάτω / τις μικρές ζωές / με τα σπιτάκια, / τις αυλές // και θα γελώ».

 

*Το κείμενο αυτό διαβάστηκε στην παρουσίαση του Vita mirabilis, στη «Ζώγια», στη Θεσσαλονίκη, στις 24 Ιουνίου 2026.

 

Μαρία Σφήκα, Vita mirabilis, Νεφέλη

 

Προηγούμενο άρθρο1o διήμερο Φεστιβάλ του Δικτύου Γυναικών “Η φωνή της” (26-17/9/2026)
Επόμενο άρθροΈγκλημα στα χιόνια (γράφει ο Θανάσης Αγάθος)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ