της Όλγας Σελλά
Μας χωρίζουν πολλά χρόνια από την πρώτη δημοσίευση του «Αρχιμάστορα Σόλνες», του πλέον υπαρξιακού έργου του Ερρίκου Ίψεν. Δημοσιεύτηκε τον Δεκέμβριο του 1892 και πρωτοπαίχτηκε στο Βερολίνο τον Ιανουάριο του 1893.
«Στο γέρμα της ζωής του, ο Ίψεν γυρίζει οριστικά στην πατρίδα του, ύστερα από 25άχρονη διαμονή στην Ιταλία και τη Γερμανία. Είχε περάσει πια τα 60, και τα τελευταία έργα που θα γράψει στην πατρική του γη έχουν έντονα τον χαρακτήρα της αυτοπροσωπογραφίας και του απολογισμού. Ο ‘Σόλνες’, προπάντων» έγραφε στην εισαγωγή της μετάφρασή του έργου, ο Μάριος Πλωρίτης, η οποία πρωτοπαραστάθηκε το 1983 με τον Δημήτρη Χορν στο ρόλο του Αρχιμάστορα, σε σκηνοθεσία Αλέξη Σολομού. Και συνέχιζε: «Όπως ο ‘αρχιμάστοράς’ του, ο Ίψεν ήταν ‘οικοδόμος’ – του θεάτρου βέβαια. Είχε κι εκείνος ξεκινήσει χτίζοντας πύργους και καμπαναριά (τα ποιητικά του δράματα, προπάντων τον ‘Πέερ Γκυντ’ και τον ‘Μπραντ’), αλλά ύστερα στράφηκε στο χτίσιμο ‘σπιτιών για ανθρώπους’ (τα ρεαλιστικά κοινωνικά του δράματα). Όπως ο Σόλνες, φοβόταν κι ο Ίψεν την ‘επιδρομή των νιάτων’ και την εκτόπισή του απ’ τους νεότερους συντεχνίτες… και, ταυτόχρονα, αναζητούσε στα νιάτα –στα γυναικεία νιάτα– συμμάχους και αναζωογονητές, τη ‘χαρά της ζωής’ που έφευγε και την ανάταση που είχε στερηθεί. Της σχέσης αυτής με τα νιάτα –άγγελο σωτηρίας (που γίνεται άγγελος καταστροφής)– συμβολική προσωποποίηση, στο έργο τούτο, είναι η νεαρότατη Χίλντα Βάνγκελ», πρόσθετε ο Μάριος Πλωρίτης, δίνοντας σε μια παράγραφο το περιεχόμενο και τις αναζητήσεις αυτού του συναρπαστικού έργου.
Το οποίο, εδώ και λίγες μέρες, παίζεται στο Υπόγειο του Θεάτρου Τέχνης σε σκηνοθεσία Κωνσταντίνου Ασπιώτη, στην πρώτη του σκηνοθετική δουλειά στο Θέατρο Τέχνης. Ο σκηνοθέτης και ηθοποιός αντιμετώπισε με σεβασμό και ευαισθησία το έργο και τα διακυβεύματά του και με τη συμβολή ενός εντυπωσιακού συμβολικού σκηνικού (Ζωή Μολυβδά Φαμέλη) επιχείρησε να συνενώσει τη θεατρική όψη του χθες και του σήμερα στη σκηνή του Υπογείου. Που αυτή τη φορά σχεδόν άγγιζε τους θεατές, αφού το τεράστιο τετράγωνο τραπέζι σχεδιαστών με τις λάμπες γραφείου και τα αρχιτεκτονικά σχέδια σε κάθε πλευρά του έφτανε μέχρι τις πρώτες σειρές των τριών κερκίδων. Στη μια πλευρά του τετραγώνου υπήρχε μια πολυθρόνα-θρόνος, που απέπνεε ισχύ, κύρος, δύναμη, επιβολή. Οι υπόλοιποι γύρω του, στις άλλες πλευρές του τετραγώνου, οι υπάλληλοί του, οι κατώτεροι, κάθονται σε απλά σκαμνιά, και φορούν στο κεφάλι πλαστικά καπέλα με γείσο (παραπέμποντας στους αναλώσιμους εργαζόμενους, που δουλεύουν σε καφέ ή καταστήματα fast food).
Η ιστορία του Ίψεν μεταφέρθηκε ατόφια στη σκηνή-τετράγωνο τραπέζι: ο αρχιμάστορας Σόλνες (Θόδωρος Γράμψας) είναι ένας επιτυχημένος σχεδιαστής κτηρίων, και απολαμβάνει τις τιμές και τις οικονομικές απολαβές της επιτυχημένης καριέρας του. Ζει με τη σύζυγό του Αλίνα (Κάτια Δανδουλάκη) μια ζωή που μοιάζει ευτυχισμένη και τακτοποιημένη, αλλά είναι απλώς συμβατική.
Το έργο ξεκινάει με τον Κνουτ Μπρόβικ (Δημήτρης Δεγαΐτης) και τον γιο του Ράγκναρ (Θράσος Σταθόπουλος), που δουλεύουν για χρόνια δίπλα στον Σόλνες, χωρίς όμως να τους δίνει την ευκαιρία να προχωρήσουν. Στο γραφείο είναι και η πανέμορφη Κάγια Φόσλι (Άνια Λεμπεντένκο), ανιψιά του Κνουτ , γραμματέας του Σόλνες και αρραβωνιαστικά του Ράνγκναρ. Ο Κνουτ Μπρόβικ, βαριά άρρωστος, ζητάει από τον Σόλνες να δώσει στο γιο του τη δυνατότητα να δείξει το ταλέντο του και τη δική του δουλειά. Θυμίζει στον Σόλνες πόσο σκληρά έχει φερθεί και στον ίδιο: «Πήρες το νερό από το στόμα πολλών», του λέει. Όμως ο Σόλνες είναι άπληστος, ανταγωνιστικός, άδικος, διακατέχεται από το άγχος της αποστράτευσης και φοβάται τον παραγκωνισμό του από τους νέους. Είναι άτεγκτος και σκληρός. Μάταια ο οικογενειακός φίλος Δρ. Χέρνταλ (Δημήτρης Δεγαΐτης) προσπαθεί να του επισημάνει τα λάθη του. Το μόνο που τον μαλακώνει (και τον κολακεύει ασφαλώς) είναι η συντροφιά των ωραίων γυναικών, όπως της Κάγια, η οποία είναι τρελά ερωτευμένη μαζί του. Όσο για τον Σόλνες, απλώς ικανοποιεί τους φόβους του για τον μελλοντικό «αποκλεισμό» του από τη ζωή. Και το κάνει με κυνισμό και χειριστική συμπεριφορά προς την Κάγια και με αδεξιότητα προς την Αλίνα, που χειρίζεται την όλη κατάσταση με λεπτότητα και ειρωνεία, υπακούοντας στο καθήκον, που σε όλη τη ζωή της υπηρετεί.
Μέχρι που μια μέρα χτυπάει «η νεότερη γενιά στην πόρτα του», που αποτυπώνεται στο πρόσωπο μιας 23χρονης δροσερής κοπέλας, της Χίλντα (Ισιδώρα Δωροπούλου), η οποία εισβάλλει κυριολεκτικά στο σπίτι του. Ένα πρόσωπο ρεαλιστικό και υπερρεαλιστικό ταυτόχρονα, που δίνει στο έργο τη δύναμη που διατηρεί από το 1892. Η οποία ζητάει από τον Σόλνες «το βασίλειό της». Είναι ο νέος άνθρωπος που διεκδικεί και κατακτά, είναι το πρόσωπο της νεανικής ορμής που κινητοποιεί τον κουρασμένο Σόλνες. Τα «κάστρα στον αέρα» που του ζητάει είναι το αδύνατον που πιστεύουν ότι θα κατακτήσουν οι νέοι.
Και ο Σόλνες ξεπερνά την υψοφοβία του και αποφασίζει ν’ ανεβεί ξανά στο ψηλό καμπαναριό για να κρεμάσει το λουλουδένιο στεφάνι. Γιατί η Χίλντα είναι το κίνητρο για τη ζωή, για το ανέφικτο, για το ιδανικό, για το όνειρο. Για ό,τι έχει χαμηλώσει εδώ και χρόνια στη ζωή του Σόλνες. Και την ίδια στιγμή η Χίλντα είναι «η ατέρμονη πάλη με τα έξω και τα μέσα του στοιχειά» όπως σημείωνε ο Μάριος Πλωρίτης.
Ο Κωνσταντίνος Ασπιώτης έφερε όλη την ιστορία του Ίψεν στη σκηνή, ανέδειξε όλους τους χαρακτήρες και όλες τις μεταπτώσεις και τις διαψεύσεις τους και έριξε αρκετά το βάρος στην πάλη του παλιού με το καινούργιο, στην αγωνία των νέων ανθρώπων να βρουν θέση στον κόσμο, χειριζόμενος υπαινικτικά τα υπαρξιακά στοιχεία του έργου.
Εκτός από το σκηνικό και τα φώτα της Ζωής Μολυβδά Φαμέλη και τα κοστούμια της Ειρήνης Γεωργακίλα, η πρωτότυπη μουσική του Στάμου Σέμση συνέβαλε επίσης στην ατμόσφαιρα της παράστασης. Και στις ερμηνείες συναντήθηκαν ηθοποιοί, απόφοιτοι της Δραματικής Σχολής του Θεάτρου Τέχνης από διαφορετικές γενιές. Για την Κάτια Δανδουλάκη ήταν μια επιστροφή εκεί απ’ όπου ξεκίνησε. Και ενσάρκωσε μιαν Αλίνα, αναδεικνύοντας την αξιοπρέπεια, την κρυμμένη θλίψη και το τέλμα της ζωής της, με μόνα όπλα τη λεπτή ειρωνεία και τον κοφτερό σαρκασμό. Η λέξη «καθήκον» ήταν ο δικός της σταυρός, τον οποίο σήκωσε αγόγγυστα ως το τέλος. Και μας χάρισε μια λαμπρή ερμηνεία, αναδεικνύοντας όλες τις λεπτές αποχρώσεις του χαρακτήρα της Αλίνα.
Η Ισιδώρα Δωροπούλου, στο ρόλο της Χίλντα, έφερε την ορμή, το θράσος, την αυτοπεποίθηση, το πείσμα και την ονειρική διεκδίκηση της ηλικίας της (με λίγο περισσότερη εξωστρέφεια σε κάποια σημεία). Ο Δημήτρης Δεγαΐτης με την εμπειρία του απέδωσε τη φωνή της σωφροσύνης και της φροντίδας. Επαρκώς υποδύθηκε την ερωτευμένη, αλλά και την πληγωμένη Κάγια η Άνια Λεμπεντένκο. Ο Θράσος Σταθόπουλος ήταν ως Ράγκναρ εύθραυστος, πληγωμένος, οργισμένος, επιθετικός, χρειαζόταν όμως περισσότερο βάθος σε κάποιες πλευρές του. Και ο Θόδωρος Γράμψας ήταν πολύ πειστικός ως σκληρός, σαρκαστικός, χειριστικός και ανταγωνιστικός Σόλνες, αλλά δεν ανέδειξε με την ίδια πειθώ τις ρωγμές και τις φοβίες του αρχιμάστορα.
Συνολικά ήταν μια παράσταση δουλεμένη και ολοκληρωμένη, που ανέδειξε τις πτυχές του κειμένου, συνδύασε εύστοχα το σύγχρονο και το κλασικό και συνέδεσε συγκινητικά τη διαχρονία των θεατρικών γενεών.
Η ταυτότητα της παράστασης
Μετάφραση: Μάριος Πλωρίτης, Σκηνοθεσία-Δραματουργική επεξεργασία: Κωνσταντίνος Ασπιώτης , Σκηνικά-Φωτισμοί: Ζωή Μολυβδά Φαμέλη, Κοστούμια: Ειρήνη Γεωργακίλα , Πρωτότυπη Μουσική: Στάμος Σέμσης, Βοηθός Σκηνοθέτη: Μαρία Μακρή, Φωτογραφίες-Βίντεο: Εύα Ζαχαροπούλου, Γραφιστικά: Δημήτρης Γκέλμπουρας-@forbidden.designs, Κομμώσεις-Μακιγιάζ: Διονυσία Κωνσταντίνου, Επικοινωνία-Προβολή στα Μ.Μ.Ε: Ανζελίκα Καψαμπέλη
Παίζουν: Θόδωρος Γράμψας, Κάτια Δανδουλάκη, Δημήτρης Δεγαΐτης, Θράσος Σταθόπουλος, Άνια Λαμπεντένκο, Ισιδώρα Δωροπούλου.
Παραγωγή: Θεατρικές Επιχειρήσεις Σκαφίδα-Πράξη Επτά Α.Μ.Κ.Ε
Στο Υπόγειο του Θεάτρου Τέχνης (Πεσμαζόγλου 5), Πέμπτη και Παρασκευή στις 9μ.μ., Σάββατο στις 6μ.μ. και στις 9μ.μ., Κυριακή στις 7μ.μ.























