της Όλγας Σελλά
Με μια τραγωδία –την «Εκάβη» του Ευριπίδη, γραμμένη το 427 π.Χ.- που αγγίζει τις έννοιες και τις αξίες της ηθικής και της δικαιοσύνης σε μια εποχή πολέμου, σε μια εποχή δηλαδή που τίποτα δεν είναι στη θέση του, αποχαιρετίσαμε, θεατρικά, στις 25 και 26 Ιουνίου, το Ηρώδειο, λίγο πριν ξεκινήσουν οι εργασίες ανακαίνισης και αποκατάστασής του.
Ο σκηνοθέτης και ακαδημαϊκός Στάθης Λιβαθινός, έφερε τη δική του σκηνοθετική ματιά σ’ αυτή σπαρακτική και διαρκώς επίκαιρη τραγωδία, μπολιάζοντάς την και με το πνεύμα του Πλάτωνα, μέσα από τα αποσπάσματα της «Πολιτείας» του μεγάλου φιλοσόφου, που θίγουν το δίκαιο και την αλήθεια. Άλλωστε σε μια περίοδο πολέμου, αυτές οι δύο έννοιες είναι που δέχονται τα περισσότερα πλήγματα.
Στη κάτω μέρος της σκηνή του Ηρωδείου, που έχει αξιοποιηθεί σκηνογραφικά σε όλη της την έκταση, φτάνει η Εκάβη (Μαρία Σαββίδου), η πληγωμένη βασίλισσα της Τροίας που τα έχει χάσει όλα και τώρα οδηγείται στη δουλεία και στην ταπείνωση, σέρνοντας μόνο το σύμβολο του παλιού της κλέους: το θρόνο της. Γύρω της έχει τις Τρωάδες (Άννα Μάγκου, Λίλλυ Μελεμέ, Ερατώ Πίσση, Θεοδοσία Σαββάκη, Βιργινία Ταμπαροπούλου), που βρίσκουν απάγκιο και κλίνη στις ταΐστρες των αλόγων!
Τώρα, η Εκάβη βρίσκεται στα παράλια της Θράκης, στο στρατόπεδο των Αχαιών. Ο Τρωικός Πόλεμος έχει λήξει και οι νικητές περιμένουν να φυσήξει ούριος άνεμος για να ξεκινήσουν το δρόμο της επιστροφής. Τα δεινά της δεν έχουν τελειώσει, αφού οι Αχαιοί ετοιμάζονται να θυσιάσουν την κόρη της, την Πολυξένη (Πολυξένη Παπακωνσταντίνου), στον τάφο του Αχιλλέα. Η Εκάβη ξέρει ότι κάπου εκεί βρίσκεται κι ο μικρότερος γιος της, ο Πολύδωρος (Αντώνης Γιαννακός), που είχε στείλει κρυφά εκεί ο βασιλιάς Πρίαμος, για να είναι ασφαλής δίπλα στον βασιλιά της Θράκης, Πολυμήστορα (Νέστωρ Κοψιδάς), τον φίλο τους. Ο νεαρός Πολύδωρος είχε μαζί του πολλά δώρα για τον προστάτη του και πολύ χρυσάφι. Όμως τώρα έρχεται στον ύπνο της μητέρας του και πολλά κακά προαναγγέλλει: «Άταφος κι άκλαφτος στο ρεύμα των κυμάτων ταλαντεύομαι»… Γιατί ούτε αυτό το παιδί της Εκάβης είναι πια ζωντανό. Τον έστειλε στον υγρό τάφο το σπαθί του προστάτη του, του Πολυμήστορα, κλέβοντάς του και το χρυσάφι που είχε φέρει μαζί του.
Κι αυτά τα όνειρα είναι «Ο μύθος του Σπηλαίου», η πλατωνική αλληγορία για την ψευδαίσθηση, την πλάνη και συνακόλουθα την αφύπνιση και τη γνώση. Και εικονοποιήθηκε εξαιρετικά στη σκηνή του Ηρωδείου, εκεί στην πύλη του, μ’ έναν ώχρα φωτισμό κι ένα πέπλο στη θέση της πύλης, που πίσω διαγράφονταν οι σκιές όσων δεν είναι πια αναμεταξύ μας.
Στο επάνω μέρος της σκηνής η σκηνογράφος Ελένη Μανωλοπούλου είχε στήσει ένα τεράστιο μοναστηριακό τραπέζι, που ήταν και εξέδρα και τόπος δράσης και το στρατόπεδο των Αχαιών. Ψυχρό, ισχυρό, κυριαρχικό, δεσπόζον. Γύρω από αυτό στέκονται ο Αγαμέμνων (Άρης Τρουπάκης), ο Οδυσσέας (Γιώργος Δάμπασης) και ο πονετικός αγγελιαφόρος δεινών Ταλθύβιος (Νίκος Καρδώνης). Κι από αυτό το σημείο ξεκινά μια πολύ ενδιαφέρουσα θεατρική όσμωση, αφού πολλές και διαφορετικές φάσεις της ιστορίας του θεάτρου συναντιούνται και συνυπάρχουν. Μαζί με τις μάσκες που φορούν όλα τα πρόσωπα επί σκηνής, εκτός από την Εκάβη. Μαζί με τον τρόπο που ο καθένας από τους ήρωες μιλούν –πλην της Εκάβης πάλι. Μαζί με την πολύ ωραία μουσική του Θοδωρή Αμπαζή και την ιδιαίτερη χορογραφία στην οποία κινήθηκε ο χορός των Τρωάδων. Υπήρχαν πολλές στιγμές της ιστορίας του θεάτρου που συναντήθηκαν σ’ αυτή την παράσταση. Με καμβά πάντα τον λόγο του Ευριπίδη.
Περισσότερο παρών όμως, ίσως περισσότερο κι από τον Πλάτωνα, ήταν ο Σαίξπηρ και το θέατρο της εποχής του στη Δυτική Ευρώπη. Ο Στάθης Λιβαθινός επιχείρησε κάτι παρακινδυνευμένο, και το έκανε χαμηλόφωνα, υπαινικτικά, επιτυχημένα και κυρίως θεατρικά. Έδειξε, σ’ αυτή την παράσταση, ότι οι μεγάλες ιδέες, τα μεγάλα ερωτήματα, -υπαρξιακά, φιλοσοφικά, ηθικά-, οι μεγάλες αξίες υπάρχουν, θίγονται, απασχολούν κάθε εποχή του θεάτρου. Για την ακρίβεια, είναι το νήμα που συνδέει αυτές τις φάσεις.
Μια επιλογή που εντοπίστηκε όχι μόνο σκηνικά, αλλά και στον τρόπο εκφοράς του λόγου. Οι διάλογοι απεκδύθηκαν το βάρος του τραγικού, είχαν την ευθύτητα της σκληρότητας, της εξουσίας, της αλαζονείας αλλά και της περηφάνιας και της αξιοπρέπειας, όπως εντοπίζονται στα λόγια της Εκάβης και στον τρόπο που εκδικείται τον Πολυμήστορα ή στα λόγια της Πολυξένης, λίγο πριν γίνει σφάγιο στον τάφο του Αχιλλέα: «Ντρέπομαι στους νεκρούς να με φωνάζουν δούλα…». Και είχαν και τη συστολή του σεβασμού, σαν αυτόν που δείχνει ο τραχύς, κατά τ’ άλλα Αγαμέμνων, στην Εκάβη.
Αυτή την περίπλοκη συνθήκη υπηρέτησαν πολύ καλά οι ηθοποιοί της παράστασης με πρώτη τη Μαρία Σαββίδου στο ρόλο της Εκάβης (απεγνωσμένη και αποφασισμένη, αρχόντισσα και ρημαγμένη). Από τις καλές ερμηνείες ήταν της Πολυξένης Παπακωνσταντίνου, του Νίκου Καρδώνη, του Άρη Τρουπάκη, ενώ ξέφυγαν σε στιγμές οι ερμηνείες του Αντώνη Γιαννακού (ως Πολύδωρου, στην αρχή κυρίως της παράστασης) και του Νέστορα Κοψιδά (ως Πολυμηστορα, τη στιγμή της τιμωρίας τους από την Εκάβη). Πολύ καλός ο χορός των γυναικών.
Και στο τέλος μήπως όλα αυτά ήταν ένα όνειρο μιας καλοκαιρινής νύχτας στα παράλια της Θράκης; Αλλιώς γιατί να βγάλουν όλοι τις μάσκες, και μόνο τότε να φορέσει μια μάσκα η Εκάβη; Είναι οι πλάνες στις οποίες συχνά παγιδευόμαστε; Είναι τα παιχνίδια της μοίρας, είναι οι πράξεις των ανθρώπων, είναι η διαρκής πάλη με την ευθύνη, το μέτρο, την αξιοπρέπεια;
Είναι ο τρόπος του θεάτρου να τα θίξει όλα τούτα. Και ήταν μια πολύ ενδιαφέρουσα προσπάθεια του Στάθη Λιβαθινού και της ομάδας του να αγγίξει τα μεγάλα κείμενα και τις μεγάλες αξίες, μέσα από μύθους και συμβολισμούς, μέσα από φωτισμούς και ήχους. Και ήταν ένας ωραίος αποχαιρετισμός στο Ωδείον Ηρώδου του Αττικού, μέχρι να το ξανασυναντήσουμε.
* Η παράσταση πραγματοποιήθηκε στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Αθηνών-Επιδαύρου, σε συμπαραγωγή με την εταιρεία παραγωγής «Λυκόφως», και στο πλαίσιο του εορτασμού των 100 χρόνων της Ακαδημίας Αθηνών.

Η ταυτότητα της παράστασης
Μετάφραση: Έλσα Ανδριανού, Σύνθεση κειμένων: Έλσα Ανδριανού, Στάθης Λιβαθινός, Σκηνοθεσία – Δραματουργική επεξεργασία: Στάθης Λιβαθινός , Σκηνικά– Κοστούμια: Ελένη Μανωλοπούλου, Πρωτότυπη μουσική σύνθεση: Θοδωρής Αμπαζής , Φωτισμοί: Αλέκος Αναστασίου
Κινησιολογία – Διδασκαλία Μάσκας: Camilo Betancor, Σχεδιασμός ήχου – ηχοληψία: Κώστας Μιχόπουλος, Κατασκευή Μασκών: Εργαστήριο Δήμητρα Καίσαρη, Βοηθός σκηνοθέτη: Ηλέκτρα Μαγγίνα, Βοηθός σκηνογράφου – ενδυματολόγου: Έμιλυ Κουκουτσάκη, Βοηθός συνθέτη: Γιώργος Καρούμπαλος, Συντονιστής Παραγωγής: Νίκος Χαραλαμπίδης
Μετάφραση στα Αγγλικά: Μελισσάνθη Γιαννούση
Εκτέλεση παραγωγής: Polyplanity Productions, Διεύθυνση παραγωγής: Γιολάντα Μαρκοπούλου, Βίκυ Στρατάκη
Συμπαραγωγή: Φεστιβάλ Αθηνών Επιδαύρου – Πολιτιστικός Οργανισμός Λυκόφως /Γιώργος Λυκιαρδόπουλος
ΠΑΙΖΟΥΝ (αλφαβητικά):
Αντώνης Γιαννακός, Γιώργος Δάμπασης, Νίκος Καρδώνης, Νέστωρ Κοψιδάς, Άννα Μάγκου, Λίλλυ Μελεμέ, Πολυξένη Παπακωνσταντίνου, Ερατώ Πίσση, Θεοδοσία Σαββάκη, Μαρία Σαββίδου, Βιργινία Ταμπαροπούλου, Άρης Τρουπάκης
Μουσικοί επί σκηνής:
Γιώργος Κοκκινάρης, κοντραμπάσο
Άγγελος Παππάς, ηλεκτρική κιθάρα
Ιάκωβος Παυλόπουλος, κρουστά






















