Τετάρτη, 19 Αυγούστου, 2026
ΑΡΧΙΚΗ ΚΕΙΜΕΝΑ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΣ ΔΙΗΓΗΜΑΤΑ 2026 Οι ουρανοξύστες (διήγημα της Έμης Βαϊκούση)

Οι ουρανοξύστες (διήγημα της Έμης Βαϊκούση)

0
25

Έμη Βαϊκούση (*)

 

Το πρόσωπο ήταν πράγματι πολύ νόστιμο: μια ιδέα σχιστά μάτια, αυθάδικα ανασηκωμένη μυτούλα, γεμάτα χείλη.  Μόνο μπόι της έλειπε –της παραέλειπε εδώ που τα λέμε — κι αυτό ήταν το μαράζι. Κι όχι μόνο. Παραπάνω: εμμονή· που επιτείνονταν με τα χρόνια. Τόσο που έφτασε στο σημείο να μην αποχωρίζεται ποτέ μια μεζούρα· την κίτρινη πλαστικοποιημένη κορδέλα στην αρχή, ενάμιση μέτρο, μεταλλική αυτοτυλιγόμενη αργότερα, των δυόμιση μέτρων. Μετρούσε τα πάντα. Ύψος· οι άλλες διαστάσεις της ήταν αδιάφορες. Τα πόδια μιας καρέκλας, τα κάγκελα στο μπαλκόνι, ο πάγκος του νιπτήρα, ο καλόγερος για τα ρούχα κλπ κλπ. Ο,τιδήποτε, οποιοσδήποτε ξεπερνούσε το δικό της 1,50 ήταν προσβολή στο πρόσωπό της.  Η Αλίκη στη χώρα των θαυμάτων, –αυτό το εφιαλτικό πλάσμα που μίκραινε και μεγάλωνε ασταμάτητα, προκαλώντας αντίστοιχες αλλεπάλληλες διακυμάνσεις στην ψυχή της μικρής αναγνώστριας– ξεκίνησε σαν εφιάλτης, για να εξυψωθεί, όσο προχωρούσε η ανάγνωση, στο παραμύθι του αιώνα.

Το ταξίδι στη Νέα Υόρκη το ονειρευόταν απ’ τα νιάτα της.  Ωστόσο η πρώτη συνάντηση με τους ουρανοξύστες ήταν καταστροφή. Με ταξί γύρισε το βράδυ στο ξενοδοχείο, για να μην περπατάει κι έχει από πάνω της αυτά τα υπερφίαλα κτήνη από μπετόν, ακύρωσε την κράτηση στο ξενοδοχείο (είχε κλείσει για δέκα μέρες, όμως όχι, δεν θα μείνει άλλο σ’ αυτή την πόλη, δεν θα επιτρέψει να την ταπεινώνουν έτσι!) ανέβηκε στο δωμάτιό της, κατέβασε μερικά στεντόν, ράκος έπεσε στο κρεβάτι.

Και ξαφνικά, δέος! Ένας θεόρατος ουρανοξύστης συρρικνώνεται αργά αργά μπροστά της, τη φτάνει εκείνην στο ύψος! Oυρανοξύστης στο ύψος της! Μα είναι απίθανο!  Το Mεγαλείο του μικρομέγαλου! Κι o άνδρας δίπλα της, στο ύψος της κι αυτός – who is he?  Ο Αλ Καπόνε, ο θρύλος, ήταν κοντός! Ο Άσσος του εγκλήματος, ο βασιλιάς του υπόκοσμου, γέννημα θρέμμα κι ένδοξο τέκνο αυτής της πόλης, θα τη συνοδέψει αύριο, θα της προσφέρει το μπράτσο του, ναι ναι, αλλά μπρατσέτα θα διασχίσουν τη Fifth, οι δυο τους – αυτός κι αυτή, Αλίκη στη χώρα των θυμάτων. Μόνο… να προσέχει λιγάκι… Κι αν δει κανέναν τόσο δα κόκκινο λεκέ στο μανίκι του;… Ωχ Θε μου… Κι αν αρχίσει να στάζει κιόλας το μανίκι;… μην ξεχάσει να πάρει απ’ αυτά τα υγρά μαντηλάκια μαζί της… πολύ διακριτικά θα του πει “oh, honey, let me get that ”… Να get τι ακριβώς; To κechup – σωστά; Όχι βέβαια, καθόλου σωστά! Ο συνοδός της είναι ορίτζιναλ, ορίτζιναλ είναι κι αυτό που στάζει απ’ τις μανσέτες του, όλο και πιο πολύ, κυλάει κάτω, ξεχύνεται στο πεζοδρόμιο, ρυάκι, χείμαρρος, ποτάμι κόκκινο…

Και τότε τρομάζει ξαφνικά στον ύπνο της, η μαγεία πνίγεται στο αίμα που κυλάει πια ακάθεκτο, κατακλύζει  τα πάντα, σε απόγνωση παλεύουν τα πόδια της να πατήσουν κάπου να κρατήσει το κεφάλι της έξω απ’ αυτή τη φρίκη.

*

…«Και δηλαδή να χυθούν ποταμοί αίματος για να γίνει η κοινωνία αταξική και να είναι όλοι ευτυχισμένοι;…» Κάπως έτσι είχε θέσει το ερώτημα, έντεκα ετών κοριτσάκι τότε, στη δασκάλα ινστρούχτορα που της έκανε γαλλικά, κι εκείνη, η Μαρσεγιέζα με το ατσάλινο σοσιαλιστικό φρόνημα και το αγέρωχο, επιθετικό μπούστο, είχε απαντήσει μ’ ένα αποφασιστικό «Ναι!», που άφησε τη μικρή άφωνη. Τι σύγχυση κι αυτή! Ποταμοί αίματος, και μετά ευτυχία για όλους;  Αργότερα, φοιτήτρια πια, γνώρισε κάτι συντρόφους που της είπαν πως υπήρχε κι άλλη λύση, λιγότερο αιματηρή, πήγε μαζί τους. Ορίτζιναλ δεν ήταν βέβαια αυτοί, η αδρεναλίνη κατέρρευσε απότομα, μικρό το κακό – ας είναι. Και μ’ αυτόν τον ορίτζιναλ μαφιόζο τώρα, τι ευτυχία γυρεύει; Μαλακά ξέμπλεξε το μπράτσο της απ’ το δικό του. «Στο διάβολο κι εσύ», ψιθύρισε από μέσα της κι έφυγε. Την άλλη μέρα άλλαξε το εισιτήριο. Η Νέα Υόρκη δεν ήταν γι’ αυτήν.

 

(*) Η Έμη Βαϊκούση είναι μεταφράστρια

 

 

 

 

 

 

Προηγούμενο άρθροΠέθανε ο Κωνσταντίνος Τσουκαλάς

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ