Κυριακή, 4 Οκτωβρίου, 2026
ΑΡΧΙΚΗ ΚΕΙΜΕΝΑ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΣ Η μεταφυσική του καλού κηπουρού – γ΄δ΄ε΄ (του Μιχάλη Μακρόπουλου)

Η μεταφυσική του καλού κηπουρού – γ΄δ΄ε΄ (του Μιχάλη Μακρόπουλου)

0
19

 

Από κεφαλαιάκι σε κεφαλαιάκι, θα γράφω εδώ για τον καλό κηπουρό και τη μεταφυσική του ꟷ έως ότου η ιστορία (γιατί με τρόπο αυτοσχεδιαστικό υπάρχει μολοντούτο μια ιστορία) τελειώσει. Φίλη,-ε αναγνώστρια,-η, ας πας στο α΄ προτού διαβάσεις το β΄, κ.ο.κ. Υπάρχει στα κεφάλαια ένα ξετύλιγμα…

 

 

γ΄

Νωρίς το πρωί, κάθε φύλλο στον κηπάκο του καλού κηπουρού φλέγεται, ντυμένο μ’ ένα φωτεινό χνούδι· και πλην των παχύφυτων, της κρασούλας, της καλαχόης, του αιώνιου, το φως διαπερνάει τα διαφώτιστα ελάσματα, σχεδιάζοντας τα λεπτά νεύρα με πιο βαθύχρωμη μελάνη. Όσο η πόλη λίγο λίγο ξυπνάει και οι θόρυβοί της αρχίζουν να δονούν τον αέρα, καθισμένος αυτός σ’ ένα σκαμνί που παλαντζάρει κι όλο λησμονάει να το μαστορέψει, μάλλον γιατί το ’χει συνηθίσει και θα του φαινόταν περίεργο αν πατούσε γερά, ολόισιο, και στα τέσσερα πόδια του, ο καλός κηπουρός πίνει τον πρωινό του καφέ προσέχοντας κάθε φύλλο χώρια, κι ακολουθώντας το πέταγμα μιας μέλισσας που σπιθίζει πηγαίνοντας από το ένα λουλούδι του γιασεμιού στ’ άλλο.

Ο αέρας έχει φέρει σπόρια, που ’χουν φυτρώσει εδώ κι εκεί στις γλάστρες. Νιώθει μια ξέχωρη στοργή γι’ αυτές τις πικραλίδες, που τις είδε μια μέρα να ξεπροβάλλουν πλάι στον φίκο, στο γεράνι. Του αρέσει, πώς δεν έκανε γι’ αυτές άλλο τίποτε, πέρα από το να ’χει χώμα καλά αφρατεμένο. Δεν τις φύτεψε, δεν τις φρόντισε. Είναι σαν να του δωρίστηκαν από μόνες τους, χωρίς μήτε να νοιάζονται γι’ αυτόν μήτε να ξέρουν, καν, εάν υπάρχει. Δε θέλει να το ξέρουν· κι είναι μάλιστα βαθιά ανακούφιση τούτη η άγνοια. Και καθετί… Η αράχνη που ’ρθε κι αυτή με τον αέρα κι ύφανε τον ιστό της σε μια γωνιά, του ’κανε τη χάρη να υπάρχει αγνοώντας τον και ισορροπώντας στα μεταξένια της νήματα, ασάλευτη, ζώντας με τον τρόπο του ανθρώπου που ’ναι κοιμισμένος βαθιά κι ονειρεύεται· έτσι είναι η ύπαρξη της αράχνης, απλή και μυστηριώδης ꟷ σαν ένα ποίημα που δεν το καταλαβαίνεις με τρόπο, ώστε να μπορείς κιόλας να το εξηγήσεις, μα σ’ αρέσουν οι λέξεις του, όπως στέκει η καθεμία ισορροπώντας στο λεπτό σχοινί του κρυφού της νοήματος, και σ’ αρέσει ο ήχος που ’χει το συνταίριασμά τους· ένας ήχος ζωγραφικός, χρωματικός, ανεξήγητος. Η ομορφιά τους δεν αναλύεται, όπως δεν αναλύεται ο ασυναίσθητος τρόπος που ’χουν για να υπάρχουν, φερμένες με τον άνεμο, η αράχνη και η πικραλίδα.

Ο ήχος της λέξης είναι η εξήγησή της. Όμοια όπως είναι το χρώμα, αυτό το ίδιο, η εξήγησή του. Και η εξήγηση της αράχνης είναι η ίδια η αράχνη.

Βρέχει. Στάλες στέκονται στον ιστό. Βγάζει ήλιο έπειτα, και η αράχνη πλέει ασάλευτη στο υγρό φως του μεταξιού της.

Ο καλός κηπουρός τυχαίνει κάποιες τέτοιες φορές να δακρύσει. Μα δε θα ’θελε να πει γι’ αυτό τίποτα. Από σεβασμό απέναντι στην αράχνη, στην πικραλίδα…

Ο καλός κηπουρός σέβεται το φύλλο. Σέβεται τη μέλισσα. Και κάποτε ντρέπεται, που η σκέψη του είναι λέξεις, έτσι μπαίνει το σύμβολο του φωνήματος και του γράμματος ανάμεσα στον ίδιον και στο φύλλο. Μα τούτη είναι μια χαμένη αθωότητα· που δεν μπορεί να την έχει πλέον.

Ας είναι…

Ας είναι…

Αρκεί που…

Του αρέσουν αυτές οι μισές φράσεις με αποσιωπητικά. Του φαίνονται πιο αληθινές. Σίγουρα, πιο ειλικρινείς. Θα μπορούσε πιο εύκολα να μιλήσει μ’ αυτές για την αράχνη, για την πικραλίδα.

Έτσι, ας είναι…

 

 

δ΄

Το κατακαλόκαιρο, ο δυνατός ήλιος τον κουράζει· τα μάτια του πονάνε στο φως, ως και σκιασμένα, ακόμα, από την ψάθα του καλού κηπουρού, που ο πλατύς γύρος της είναι ξεφτισμένος κι ο τεπές έχει τρυπίτσες εδώ κι εκεί. Τη φόραγε παλιότερα ο πατέρας του. Ήταν ψαράς στην Παλαιά Φώκαια. Ο παππούς είχε έλθει εδώ το ’23, εργάτης στις αλυκές. Στον μόλο, ο πατέρας μάτιζε τα δίχτυα, καλαφάτιζε τη βάρκα, ξεψάριζε το μαζεμένο δίχτυ, ξεψάχνιζε τα απούλητα ψάρια που ’ταν για το τηγάνι τους. Μεγάλωσε μ’ αυτόν, οι δυο τους μόνοι· η μάνα είχε πεθάνει νέα. Το αγόρι έβγαινε με το χάραμα μαζί του στη θάλασσα· γευόταν την αρμύρα στα χείλη, είχε αλισάχνη έπειτα στα ματόφυλλα, τα μάγουλα, μες στ’ αυτιά. Όταν πέθανε ο πατέρας, ήταν σαν ν’ άδειασε γι’ αυτόν η θάλασσα: άδειασε από ψάρια, απέμεινε μια υγρή έρημος, μια θάλασσα αλυκή, θάλασσα Άραβα· ήλθε τότε από τη Φώκαια νοικάρης εδώ, και χωρίς να το αποφασίσει, ερήμην του κάπως, έφερε το ένα τ’ άλλο κι έγινε ό,τι ήταν πια λες κι είχε υπάρξει αυτό ανέκαθεν: ο καλός κηπουρός.

Στο μυαλό μας, έχουμε ανάλογα τον Θεό είτε ως αθάνατο κι αιώνιο, είτε σαν ανύπαρχτο. Όμως ο καλός κηπουρός γεννήθηκε πριν από εβδομήντα οχτώ χρόνια και θα ’ρθει όλο και συντομότερα η στιγμή που θα πεθάνει: βλέπει το γηράσκον σώμα του με τρυφεράδα, με στοργή: το δέρμα που ζαρώνει και κηλιδώνεται, το σακούλιασμα του πανταλονιού που κάποτε ήταν στα μέτρα του, τις λευκές τρίχες στον νιπτήρα και στη χτένα, τους ξαφνικούς ύπνους στην πολυθρόνα, στην καρέκλα ꟷ την αρμύρα να ’χει μαζευτεί στις αρθρώσεις του τώρα… Γίνεται γερνώντας το σώμα του μια γέφυρα με τον πατέρα του ꟷ και με τη θάλασσα…

 

ε΄

Το κατακαλόκαιρο, ο δυνατός ήλιος τον κουράζει· τα μάτια του πονάνε στο φως, ως και σκιασμένα, ακόμα, από την ψάθα του καλού κηπουρού, που ο πλατύς γύρος της είναι ξεφτισμένος κι ο τεπές έχει τρυπίτσες εδώ κι εκεί. Κάθεται τότε στην πολυθρόνα του αντίκρυ στην μπαλκονόπορτα, με τις κουρτίνες κλειστές, και όμοια όπως σε μπερντέ θεάτρου σκιών προβάλλονται τα περιγράμματα των φύλλων στο ύφασμα της κουρτίνας· μια καλλιγραφία φύλλων του σούμι-ε, σχεδιασμένων μ’ αδρές γραμμές, με πινέλο και μελάνη.

Όπως ο ήλιος ταξιδεύει στον ουρανό, οι σκιές των φύλλων ταξιδεύουν στην κουρτίνα: νανουρισμένος ο καλός κηπουρός τις κοιτάζει, σαν να ξεφυλλίζει αργά τις υφασμάτινες σελίδες στο βιβλίο του κήπου του ꟷ και σκέφτεται χώρια κάθε φυτό, ως και κάθε φύλλο ακόμα· σκέφτεται την αράχνη, τη μέλισσα, τη στάλα της βροχής στον ιστό, στο φύλλο.

Γιατί ο κηπουρός, αν είναι καλός, δεν είναι κηπουρός όταν φροντίζει τα φυτά του, μα κι όταν τα συλλογιέται ꟷ κάτι που άλλωστε δεν παύει να το κάνει ποτέ. Όμοια, ο ζωγράφος δεν είναι ζωγράφος όταν ζωγραφίζει μόνο, μα κι όταν σκέφτεται τη ζωγραφική του και τη φαντάζεται· μ’ ένα νοερό χέρι σχεδιάζει γραμμές και βάζει χρώματα σ’ έναν νοερό καμβά. Το ίδιο κι ο μουσικός: η μουσική του είναι ξετύλιγμα στον νου, προτού γίνει νότες γραμμένες και παιγμένες. Κι ο συγγραφέας ꟷ ο πεζογράφος, προπαντός ο ποιητής: κι ενόσω σκύβει στην καθημερινή του δουλειά ꟷόποια είναιꟷ, κι ενόσω τρώει, ή παίζει με τα παιδιά του, ή ό,τι άλλο, κι ενόσω κοιμάται ꟷπροπάντων όσο κοιμάταιꟷ δεν παύει να ’ναι μυθοπλάστης, ή να συνταιριάζει τις λέξεις ισορροπώντας ανάμεσα στο φανερό νόημα, και στο κρυφό νόημα που έχει ο ήχος ο ίδιος της καθεμία λέξης, ταιριασμένος με τον ήχο της προηγούμενης και της επόμενης, δανείζοντάς της, ή παίρνοντας απ’ αυτήν, συλλαβές. Έτσι κι ο καλός κηπουρός… Φροντίζει τα φυτά του, κι όταν ακόμα τα σκέφτεται. Η σκέψη του, απλώνεται προς κάθε πέταλο και φύλλο σαν άυλο άγγιγμα. Η σκέψη του κολλάει στο χνούδι της μέλισσας, του μπάμπουρα, κι επικονιάζει το άνθος. Κι άλλοτε η σκέψη του καλού κηπουρού ακινητεί με την ονειρική υπομονή της αράχνης, νανουρισμένη σε κάθε πνοή που λικνίζει τον ιστό…

 

Διαβαστε τα προηγούμενα εδώ 

Προηγούμενο άρθροΛουάν Τζούλις – «Η ποίηση έχει παγκόσμια ταυτότητα» (συνέντευξη στην Δήμητρα Διδαγγέλου)
Επόμενο άρθρο“Your Nudes Are Safe With Me”. Από τα DMs στη Γκαλερί – (γράφει η Φαίη Γκαϊνά)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ