Δευτέρα, 27 Ιουλίου, 2026
ΑΡΧΙΚΗ ΚΡΙΤΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΥ Η δύναμη του συγκεκριμένου – Το συγκεκριμένο και το γενικό (γράφει ο...

Η δύναμη του συγκεκριμένου – Το συγκεκριμένο και το γενικό (γράφει ο Ι. Θ. Ευδοκιμίδης )

0
270

του Ι. Θ. Ευδοκιμίδη (*)

Πρόσφατα, ο Μίλτος Πολυβίου εξέδωσε ένα μικρό, σε σχήμα και σε όγκο, βιβλίο αναφερόμενος στα Πραγματολογικά, όπως ο ίδιος λέει, στοιχεία της ποίησης του Μ. Αναγνωστάκη. Με τον όρο Πραγματολογικά, ο Πολυβίου αναφέρεται, στο συγκεκριμένο βιβλίο, στα πρόσωπα, φίλους, συντρόφους, συναγωνιστές, τα οποία αναφέρονται στα ποιήματα του ΜΑ[1].

Η ποίηση του Μ.Α. γέμει τέτοιων «πραγματολογικών» στοιχείων, ο Χάρης, ο Ραούλ, η Κλαίρη, αλλά και άλλοι που κρύβονται πίσω από αρχικά, πραγματικά ή επινοημένα. Ο Μίλτος Πολυβίου, παλιός και στενός φίλος του ποιητή, συγκέντρωσε, και κατέγραψε, με τη συνεργασία του ίδιου του ποιητή και με πολύχρονη βιβλιογραφική έρευνα, όλα αυτά τα «ασήμαντα» πραγματολογικά στοιχεία που ταξιδεύουν και διανθίζουν τη ποίηση του ΜΑ.

Το μικρό βιβλίο του Μ. Πολυβίου εγείρει, αυτόματα σχεδόν, την ερώτηση, την απορία σχετικά με την αξία της προσφοράς του, είτε στους ειδικούς μελετητές της ποίησης του ΜΑ, είτε στους απλούς αναγνώστες της ποίησης. Φαντάζομαι πως για τους ειδικούς, η προσφορά του Μίλτου Πολυβίου είναι περίπου αυτονόητη. Η εργασία του θα καταχωρηθεί στις σχετικές μελέτες στα περιθώρια των σημαντικών και ρηξικέλευθων αναλύσεων της ποίησης του ΜΑ. – εξάλλου ο ίδιος το Μίλτος Πολυβίου δηλώνει αυτόν τον «περιθωριακό» ρόλο. Τώρα όμως θέλω να διευκρινίσω κάποιους όρους και να διαχωρίσω το περιθωριακό από το ασήμαντο.

Το να ασχοληθεί όμως κάποιος με τα μικρά και «ασήμαντα» τι προσκομίζει άραγε στη τέχνη; Το όποιο ποίημα θα έχανε άραγε σε αξία αν δεν αναφερόταν καν το όνομα του Ραούλ; ή η αναφορά στην οδό Αιγύπτου προσθέτει άραγε κάποια επιπλέον αξία στο τάδε ποίημα; Το να ξέρω πως το «Καφενείο των ναυτικών» ήταν κάπου κοντά στο σημερινό Μακεδονία Palace ή το να αναρωτιέμαι ποια ήταν η φοιτήτρια της ιατρικής με τα αρχικά Ν.Μ., είναι σημαντικά; Αν δεν τα γνώριζα θα άλλαζα γνώμη για τη ποίηση του ΜΑ;

Πιθανότατα όχι. Θέλω όμως να επιχειρηματολογήσω πως η χρήση του «συγκεκριμένου», το ειδικού, του ατομικού, αποτελεί σημαντικό στοιχείο στη γνωσιακο-συναισθηματική πρόσληψη της ποίησης.

Όπως και ο ίδιος ο ποιητής έχει κατ’ επανάληψιν πει, για να γράψει χρειάζεται να συγκινηθεί έντονα, να συγκινηθεί αρνητικά, «να βρίσκομαι δηλαδή από κάτω για να μπορώ να εκφρασθώ»[2]. Η έκφραση της συγκίνησης του δημιουργού πηγάζει από συγκεκριμένα προσωπικά βιώματα τα οποία υπόκεινται, εκ των υστέρων, σε κάποιας μορφής επεξεργασία. Άρα μία σειρά από έντονα συμβάντα ανασύρονται και προσφέρονται στον αναγνώστη ως ένας συνδυασμός ατομικών συμβάντων και ιδεολογικό-κοινωνικών γενικεύσεων. Στη περίπτωση της ποίησης του Μ. Α. ναι μεν τα συγκεκριμένα προσωπικά πραγματολογικά στοιχεία είναι πανταχού παρόντα, πλην όμως και τα γενικά, οι γενικεύσεις, οι διατομικές και πανανθρώπινες ιδέες, αποτελούν το φόντο, το υπόστρωμα αλλά και το επιστέγασμα των συγκεκριμένων βιωμάτων. Η κριτική αποτίμηση των τρόπων σύμμειξης του ειδικού με το γενικό στη ποίηση γενικώς είναι πολύ πέραν των δυνατοτήτων μου αλλά και του σκοπού του συγκεκριμένου σημειώματος.

Εκείνο που θα ήθελα να αναδείξω είναι πως τόσο η χρήση από τον ποιητή του διπόλου γενικό/ατομικό όσο και η καταλογράφισή του από τον Μ. Πολυβίου, είναι πως στη βάση του το δίπολο αυτό είναι βαθιά ριζωμένο στις εγκεφαλικές μας λειτουργίες. Εξηγούμαι:

Το ατομικό, το ειδικό, μπορεί να περιγραφεί ως ένα βιωματικό επεισόδιο το οποίο ενσωματώνει ορισμένα δομικά στοιχεία. Συγκεκριμένα σε κάθε επεισόδιο συνυπάρχει ο τόπος (που συνέβη το επεισόδιο), ο χρόνος (πότε συνέβη, πόσο κράτησε), οι συνθήκες (πρωί, βράδυ, κρύο, ζέστη, βροχή, κλπ), ποιοί συμμετείχαν, τι συνέβη (ο σκοπός, το αποτέλεσμα) αλλά και, ιδιαίτερα, το συγκινησιακό βάρος του επεισοδίου (χαρά, λύπη, ενδιαφέρον, πάθος, φόβος, κλπ).[3]

Με άλλα λόγια το εκάστοτε βιωματικό επεισόδιο είναι ένα μίγμα αισθήσεων, συγκινήσεων και σκέψεων, ένα μίγμα που έχει συγκεκριμένη χωροχρονική σφραγίδα και περνά πολύ γρήγορα στη μνήμη.

Εκεί, στα παλάτια της Μνήμης, είτε θα χαθεί μέσα στη λήθη είτε θα αναμορφωθεί πετώντας τα πρόσκαιρα και τις, κατ΄εκτίμηση, άχρηστες πληροφορίες, κρατώντας την «ουσία» το επεισοδίου. Το επεισόδιο θα γίνει γνώση.

Η εμπειρία της φυλακής, οι ρυθμικοί βηματισμοί στις υγρές πλάκες του Επταπυργίου (η Βιωματική μνήμη) θα γίνει ποίηση, ανάμνηση (Σημασιολογική Μνήμη, Γνώση) και θα αποκτήσει ένα χαρακτήρα πολύ πιο γενικό.

Παρόλο που οι βιωματικές εμπειρίες ενσωματώνονται στη γνώση, εντούτοις δεν χάνονται ολοσχερώς. Κάτι ανάλογο δηλαδή με αυτό που συμβαίνει και σήμερα με τους υπολογιστές. Μπορούμε να σβήσουμε ένα ηλεκτρονικό μήνυμα και να νομίζουμε πως αυτό έχει εξαφανιστεί ολοσχερώς, αλλά, κάπου, αυτό παραμένει διαθέσιμο, πολύ πέραν όμως των δυνατοτήτων του συγκεκριμένου χρήστη.

Ποιά, τι και πως κάποια στοιχεία αποφεύγουν την οριστική λήθη; Υπάρχει μηχανισμός επιλογής αυτών που θα παραμείνουν και αυτών που θα χαθούν;

Φαίνεται πως εκείνο που κάνει ένα βιωματικό επεισόδιο να ανθίσταται στη λήθη είναι το συγκινησιακό βάρος που φέρει. Και το συγκινησιακό βάρος είναι πολλές φορές ανεξάρτητο από την αντικειμενική βαρύτητα του ίδιου του συμβάντος. Πολλές φορές θυμόμαστε ένα σημαντικό γεγονός και συγχρόνως μας εκπλήσσει η ανάδυση μιας άχρηστης λεπτομέρειας.

Επομένως η αφήγηση μιας ιστορίας περιέχει τόσο συγκεκριμένες βιωματικές καταστάσεις όσο και γενικεύσεις. Ο ατομικός πόνος της απώλειας γίνεται αφορμή για αναστοχασμό της ανθρώπινης μοίρας ή του αναπόφευκτου του θανάτου.

Η μίξη, ο συνδυασμός, γενικού και ειδικού αποτελεί πολλές φορές αναπόσπαστο στοιχείο  μιας ζωντανής, φαινομενικά τουλάχιστον, αυθεντικής αφήγησης. Αυτή η «τεχνική» βασίζεται στο γεγονός πως είναι ο αναγνώστης που φαίνεται να προσλαμβάνει αυτό το συνδυασμό ως δείγμα γνησιότητας. Η αίσθηση του αυθεντικού που αποπνέει ένα αφήγημα δομημένο με αυτή την τεχνική φαίνεται πως δημιουργεί οικειότητα στον αναγνώστη και οδηγεί συχνά σε αποδοχή και περαιτέρω γνωσιακο-συναισθηματική ανάλυσή του. ο αναγνώστης βρίσκει «κoμμάτια», εμπειρίες του εαυτού του μέσα στο αφήγημα και μπορεί έτσι να ταυτίζεται πληρέστερα μαζί του (fluency).

Αν η ποιητική λειτουργία πραγματοποιείται σε συνθήκες Μνήμης (λεληθότως λειτουργεί η ποίησις). Τα δύο πρόσωπα της Μνήμης, το πρόσκαιρο του Επεισοδίου και το μονιμότερο της Γνώσης, διαδέχονται το ένα το άλλο. Συναντώ κάποιον στο δρόμο και είμαι σίγουρος πως τον ξέρω αλλά δεν θυμάμαι το που, το πότε και το πως. Προσπαθώντας να επιλύσω αυτό το  συγκεκριμένο πρόβλημα στο εδώ-και-τώρα,  στον εγκέφαλο μου ενεργοποιείται ένα εκτεταμένο εγκεφαλικό δίκτυο που ονομάζεται Κεντρικό Εκτελεστικό Δίκτυο (Central Executive Network) το οποίο διασφάλιζει την «επικοινωνία» μου με το περιβάλλον. σε άλλες όμως περιπτώσεις, όταν, π.χ. στρέψω την προσοχή μου στραφώ προς το «εσωτερικό», στις προσωπικές και αυτοβιογραφικές μου αναμνήσεις, στο δικό μου κόσμο των προσωπικών εμπειριών, τότε, ένα άλλο εγκεφαλικό δίκτυο, το ονομαζόμενο Δίκτυο Βασικής Λειτουργία (Default Mode Network) με βάση το Μετωπιαίο λοβό, αναλαμβάνει δράση και υποκαθιστά το Central Executive δίκτυο το οποίο αποενεργοπoιείται. Τώρα πια δεν χρειάζομαι αυστηρούς συλλογισμούς, δεν συναλλάσσομαι με γνώσεις αλλά με προσωπικές εμπειρίες/αναμνήσεις, με ελεύθερους συνειρμούς.

Αναρωτιέμαι:

Ακούς, διαβάζεις, ξέρεις πως:

«Τα στρατεύματα κατοχής εκτέλεσαν πολλούς Έλληνες πατριώτες».

Ακούς, διαβάζεις, ξέρεις πως:

«Τα στρατεύματα κατοχής εκτέλεσαν στις 12 Μαΐου στην Οδό Θηβών τον Γιώργο, τον αδελφό της Μαρίας που έμενε στο απέναντι σπίτι, τότε.»

Η «τιμή της αλήθειας» και των δύο προτάσεων είναι ίση. Ισχύουν εξίσου και τα δύο. Το βάρος όμως των δύο προτάσεων είναι εντελώς διαφορετικό.

Το γενικό μπορεί να εμπνέει, να γενικεύει και να δημιουργεί έννοιες, απόψεις, πεποιθήσεις, ιδεολογίες, αλλά πάντα αποτελεί την τελική απαρτίωση πολλών επιμέρους ειδικών και χωροχρονικά προσδιορισμένων συμβάντων. Η ατομικότητα του ποιητή μετουσιώνεται μεν αλλά δεν χάνεται, εμφανίζεται σποραδικά συμβάλλοντας αποφασιστικά στην ανάδυση της συγκίνησης του αυθεντικού.

Οι βιωματικές εμπειρίες αποτέλεσαν την ύλη της ποιήσεως και του ΜΑ. Ο Μίλτος Πολυβίου συγκέντρωσε τις μικρές βιωματικές ψηφίδες, τα ασήμαντα, τα επεισόδια της μνήμης, και με το τρόπο αυτό τους προσέδωσε ένα ακόμα βαθμό αυθεντικότητας.

Ναι, όλα αυτά τα πρόσωπα που περνούν μέσα από τα ποιήματα δεν ήταν μόνο επινοήσεις του συγγραφέα. Ήταν κάποτε πρόσωπα αληθινά. Ήταν, σύντροφοι, φίλοι, συναγωνιστές. Κανείς δεν υπάρχει πλέον, μόνο η ανάμνηση τους. Ο Γιώργος, η ΜΝ, ο Χάρης, η Κλαίρη, ο Δημήτρης, ο Ηλίας…

 

Ι. Θ. Ευδοκιμίδης έχει γράψει τα βιβλία Γιατί κρατάει τον “Τρελλό” (εκδ.Τόπος), μελέτη στην ποίηση του Μ.Αναγνωστάκη

 

 

[1]. Μια πρώτη μορφή ενός μέρους των σχολίων αυτών με τον τίτλο «Πραγματολογικά σχόλια στα κείμενα της συλλογής Το Περιθώριο ’68-’69 του Μανόλη Αναγνωστάκη» δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Φιλόλογος ( τχ. 122, Οκτ.-Δεκ. 2005, σ. 613-619).

[2]. Τα λόγια αυτά του ΜΑ διατυπώθηκαν σε μία συνομιλία του με τον Κώστα Λογαρά που μεταδόθηκε από ραδιοφωνικό σταθμό της Πάτρας τον Απρίλιο του 1989 και δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Εντευκτήριο, τχ. 125, Ιούλιος- Δεκέμβριος 2019, σσ. 144-157.

[3] Το 1962, στη συλλογή Συνέχεια 3, ο Μ. Αναγνωστάκης δημοσιεύει το ποίημα του Τώρα είναι απλός θεατής… Η ακροτελεύτεια φράση είναι (μέσα σε παρένθεση))

                                             (Να ξέρεις πάντα το πότε και το πώς).

Νομίζω πως δηλώνεται με κάποιο τρόπο η βαρύνουσα σημασία των χωροχρονικών συνθηκών (το context) μιας εμπειρίας, μιας εκτίμησης, ενός βιωματικού συμβάντος.

 

 

Μίλτος Πολυβίου, Πραγματολογικά σχόλια για το έργο του Μανόλη Αναγνωστάκη,Πρόλογος Δημήτρης Δασκαλόπουλος, Εκδόσεις Πατάκη, Αθήνα 2025

Προηγούμενο άρθροΤο κόμμα  σκότωσε τη λίμπιντο (διήγημα του Γιάννη Πάσχου)
Επόμενο άρθρο“Με δυο μπαμπάδες” (της Βαρβάρας Ρούσσου)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ