Δευτέρα, 27 Ιουλίου, 2026
ΑΡΧΙΚΗ ΒΙΒΛΙΑ Ο Θανάσης Αγάθος της Λογοτεχνίας και του Κινηματογράφου για τον Μ. Καραγάτση...

Ο Θανάσης Αγάθος της Λογοτεχνίας και του Κινηματογράφου για τον Μ. Καραγάτση (της Ελευθερίας Δημητρομανωλάκη)

0
539
Καταδρομή στο Αιγαίον του Μ.Καραγάτση

της Ελευθερίας Δημητρομανωλάκη

Απαρχής της 7ης τέχνης και μέσα στις δεκαετίες, η σχέση λογοτεχνίας και κινηματογράφου, όπως αντίστοιχα η σχέση συγγραφής και σκηνοθεσίας, διαμορφώνει ένα διεπιστημονικό πεδίο που απλώνει στη θεωρία και ιστορία λόγου και εικόνας αντίστοιχα, ευρύτερα στο σύνολο των οπτικοακουστικών τεχνών, στη θεωρία του σεναρίου και αναπόφευκτα στις ανθρωπιστικές και ιστορικές σπουδές, ως το πολιτισμικό πλαίσιο μέσα στο οποίο εξελίσσεται κάθε τέχνη. Οι συγκριτικές προσεγγίσεις – ιδιαίτερα οι σπουδές προσαρμογής (adaptation studies) – αντλούν από το θεωρητικό υπόβαθρο όλων αυτών των κατευθύνσεων, προτάσσοντας τη δύναμη της δημιουργικότητας και της ματιάς του καλλιτέχνη, σε οποιασδήποτε μορφής μεταστοιχείωση από μια τέχνη σε μια άλλη.

Στο ευρύ πεδίο ετούτο, η ακαδημαϊκή – επιστημονική παρουσία του Θανάση Αγάθου αναδεικνύεται πρωτοπόρα, μοναδικά στιβαρή, ερευνητικά πλούσια και ταυτόχρονα πολυδιάστατη. Από το 2007 που εκδόθηκε η μονογραφία του Από το Βίος και πολιτεία του Αλέξη Ζορμπά στο Zorba the Greek μέχρι σήμερα με το Ο Καραγάτσης του κινηματογράφου (2025), η δική του διαδρομή προσφέρει σε πολλαπλούς τομείς του ακαδημαϊκού χώρου, ταυτόχρονα και στον ανεξάρτητο ερευνητή-ερευνήτρια, στον σινεφίλ και τον λάτρη της λογοτεχνίας και της ιστορίας, στους σκηνοθέτες και τους συγγραφείς, ακόμη και στους retro maniacs (υποθέτω είμαστε αρκετοί), προσφέρει το ταξίδι σε ένα ολόφωτο μαγικό δάσος διακειμενικότητας και αφηγηματικότητας – κατά το δάσος της αφήγησης του Eco 1 – με οδηγό τη σχέση των δύο τεχνών.

Το εύρος των ακαδημαϊκών μελετών και των μονογραφιών του Αγάθου 2 είναι τέτοιο που απλώνει αυτοδύναμα χωρίς να χρειάζεται ιδιαίτερες συστάσεις, ωστόσο για τις ανάγκες το παρόντος κειμένου αναδεικνύεται πολύτιμη μια αναδρομή, ιδιαίτερα στις μελέτες του για τη σχέση λογοτεχνίας – κινηματογράφου, έτσι ώστε να αναδυθούν οι κοινοί τόποι και οι επιστημονικοί στόχοι που χαρακτηρίζουν το έργο του και το πώς ο Αγάθος της λογοτεχνίας και του κινηματογράφου συσχετίζεται διακειμενικά με τον Καραγάτση, τον Καζαντζάκη, τον Ξενόπουλο, τον Τερζάκη του κινηματογράφου 3 , αλλά όχι μόνο: συσχετίζεται και συσχετίζει τον Γεώργιο Βιζυηνό με τον Λάκη Παπαστάθη 4, τον Ηλία Βενέζη με τον Νίκο Κούνδουρο και με τον Gregory Markopoulos 5, τον Κωνσταντίνο Θεοτόκη με την Τώνια Μαρκετάκη και με τον Τώνη Λυκουρέση 6, τον Γιάννη Μαρή με τον Τζανή Αλιφέρη 7, τον Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη με τον Νέστορα Μάτσα 8, τον Κοσμά Πολίτη με τον Μιχάλη Κακογιάννη 9  και πολλούς ακόμη, εντρυφώντας σε βάθος και εύρος στις διασκευές του ελληνικού κινηματογράφου. Κι αυτές οι σχέσεις ερευνητών και δημιουργών από το τώρα πίσω στο παρελθόν, κι από το τώρα στο μέλλον είναι που γράφουν Ιστορία.

Ο ίδιος ο Αγάθος, αναφέρει στον πρόλογο του βιβλίου για τον Καραγάτση: «Το βιβλίο αυτό κινείται στην κατεύθυνση των προηγούμενων μονογραφιών μου, που εξετάζουν τη σχέση νεοελληνικής λογοτεχνίας και κινηματογράφου υπό το πρίσμα συγκεκριμένων λογοτεχνών: Η κινηματογραφική όψη του Γρηγορίου Ξενόπουλου (2016), Ο Νίκος Καζαντζάκης στον κινηματογράφο (2017), Ο Άγγελος Τερζάκης και ο κινηματογράφος (2020). Αυτή τη φορά στο επίκεντρο της μελέτης μου βρίσκεται ο Μ. Καραγάτσης… ο οποίος περνά στην ιστορία του ελληνικού κινηματογράφου ως ο πρώτος Έλληνας συγγραφέας που αναλαμβάνει τη σκηνοθεσία μιας κινηματογραφικής ταινίας, που δεν είναι άλλη από την πολεμική περιπέτεια ‘’Καταδρομή’’ (1946, εναλλακτικός τίτλος ‘’Καταδρομή στο Αιγαίο’’)» (2025:13)

Ετούτη η σταθερή επιλογή του Αγάθου να μελετά την ολιστική παρουσία και δράση διαχρονικών μορφών της νεοελληνικής πεζογραφίας στη σχέση τους με τον κινηματογράφο, αποκαλύπτει συστηματικά, και σε επίπεδα αλληλοσυμπληρούμενα, τις ενδοκειμενικές εξυφάνσεις ανά κείμενο – πεζογραφικό ή φιλμικό -, τις οποίες αναπτύσσει αφηγηματικά, υφολογικά και ερμηνευτικά στο έργο του εκάστοτε λογοτέχνη και αντίστοιχα σκηνοθέτη, με τρόπο διεξοδικό, με ταυτόχρονη σε βάθος ανάλυση των διακειμενικών σχέσεων 10 ιδιαίτερα κατά τις προσαρμογές των λογοτεχνικών έργων, αξιοποιώντας τις πιο σημαντικές αντίστοιχες θεωρίες που έχουν διαμορφώσει το πεδίο. 11 Ως προς αυτό, το σύνολο των κειμένων του αποτελούν πρότυπο για την κατανόηση και την έρευνα ενός εξαιρετικά απαιτητικού τομέα γνώσης και επιστήμης.

Παράλληλα οι έρευνές του απλώνουν πάντα και σε εξωκειμενικό επίπεδο, σε ζητήματα διαχρονικής πρόσληψης των κειμένων 12  – λογοτεχνικών και κινηματογραφικών -, τόσο από πλευράς κριτικής, όσο και από πλευράς υποδοχής του κοινού, καθιστώντας ετούτη την όψη του έργου του μια εναργή αποτύπωση της Ιστορίας. Ως προς το επίπεδο της διαχρονικής πρόσληψης – αλλά και της κινηματογραφικής προσαρμογής ως πρόσληψης – στο 1ο κεφάλαιο της μονογραφίας του για τον Καραγάτση, στην ενότητα με τίτλο «Η μεταγενέστερη πρόσληψη του έργου του Καραγάτση» (Κεφ. 1ο, σ. 40-43), ο Αγάθος επισημαίνει το πόσο διαβάζεται και μελετάται ακόμη ο λογοτέχνης, εξηνταπέντε χρόνια μετά το θάνατό του, και συγκεκριμενοποιεί: «Τη μεγαλύτερη δημοτικότητα στο αναγνωστικό κοινό και τη μερίδα του λέοντος στις φιλολογικές μελέτες κατέχουν τα μυθιστορήματα ‘’Ο συνταγματάρχης Λιάπκιν’’, ‘’Γιούγκερμαν’’, ‘’Η μεγάλη Χίμαιρα’’ και ο ‘’Κίτρινος φάκελος’’ και δευτερευόντως ‘’Ο Κοτζάμπασης του Καστρόπυργου’’, ‘’Το χαμένο νησί’’, ‘’Σέργιος και Βάκχος’’ και ‘’Το 10’’» (σ. 40)

Από την άποψη της προσληπτικής διαδικασίας παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον ότι – όπως ο ερευνητής αποκαλύπτει στην ενότητα «Τηλεοπτικές και θεατρικές μεταπλάσεις» (σ. 43-47) – τα δημοφιλέστερα πεζογραφήματα του Καραγάτση έχουν διασκευαστεί όλα για την τηλεόραση, από το 1976 που ο Βασίλης Γεωργιάδης σκηνοθετεί τον ‘’Γιούγκερμαν’’ για την ΥΕΝΕΔ, μέχρι πρόσφατα, το 2025 που ο Βαρδής Μαρινάκης υπογράφει τη σκηνοθεσία της ‘’Μεγάλης Χίμαιρας’’ για την ΕΡΤ. Μάλιστα, αυτά τα δύο πεζογραφήματα μεταφέρθηκαν και στο θέατρο σε σκηνοθεσία του Δημήτρη Τάρλοου, όπως και ‘’Ο Κοτζάμπασης του Καστρόπυργου’’ που δεν είχε τύχει τηλεοπτικής μεταφοράς.

Στο επίπεδο των ενδοκειμενικών προσεγγίσεων, στον Καραγάτση του κινηματογράφου, ο Αγάθος εμβαθύνει στα «Κινηματογραφότροπα στοιχεία στην πεζογραφία του» (Κεφ. 5ο, σ. 113-138), σε μια διεισδυτική ανάλυση στην οποία ανιχνεύει τις αφηγηματικές αποτυπώσεις και το ρόλο του κινηματογραφικού βλέμματος στο σύνολο του έργου του, φωτίζοντας με μοναδικό τρόπο πως αυτό που είναι ενδοκειμενικό, στην πραγματικότητα απλώνει γέφυρες συνάντησης με το εξωκειμενικό, ενσωματώνοντας σημειακούς κώδικες από άλλα γλωσσικά συστήματα, εν προκειμένω του κινηματογράφου. 13 Οι αναλύσεις αυτές ευθύβολες και αποκαλυπτικές αποκωδικοποιούν το ύφος της καραγατσικής αφήγησης, κάτι για το οποίο ο συγγραφέας επεδείκνυε ιδιαίτερο ενδιαφέρον και έμπρακτη αναζήτηση. Κι αυτό αναδεικνύεται επίσης στο επόμενο 6ο κεφάλαιο του βιβλίου «Ο θάνατος και ο Θόδωρος. Μια ιλαροτραγωδία του Καραγάτση γραμμένη ‘’κατά τον τρόπο του κινηματογραφικού σεναρίου» (Κεφ. 6ο, σ. 129-137) Ο Αγάθος αναπτύσσει ετούτη την πολύ σημαντική στιγμή του Καραγάτση σε «αυτό το ιδιότυπο, εντελώς προσωπικό πεζογράφημά του που εκδίδει, ιδίοις αναλώμασιν, το 1954, με την εκδοτική επωνυμία ‘’Έχιδνα. Εκδόσεις Κριτικής και Λόγου’’» (σ. 129) Η υποενότητα του κεφαλαίου «Ένας ξεχωριστός ειδολογικός προσδιορισμός» δίνει το στίγμα: ο Καραγάτσης συνενώνει μυθιστορηματική, σεναριακή και κινηματογραφική γραφή σε μια ιδιότυπη διαλογική σχέση – με την έννοια που δίνει στον όρο ο Bakhtin 14 –, προτάσσοντας αντίστοιχα μια διακειμενικότητα μεταξύ ειδών και διαφορετικών τεχνών, σ’ έναν μορφικό διάλογο με διακριτά στοιχεία μεταμυθοπλασίας, σε μια εποχή που ο όρος αυτός δεν είχε ακόμη διατυπωθεί 15, γεγονός που αναδεικνύει την πρωθύστερη δημιουργικότητα ενός πρωτοπόρου λογοτέχνη. Όπως αποκαλύπτει ο Αγάθος υπάρχουν μέσα στο μυθιστόρημα σχόλια αυτοαναφορικά, αναφορές του Καραγάτση στον Νίκο Καζαντζάκη και στον Ι. Μ. Παναγιωτόπουλο, ενώ «Ο λόγος του αφηγητή ακολουθεί, σε μεγάλο βαθμό, τη διάρθρωση του κινηματογραφικού voiceover» (2025: σ. 130) Έτσι, το μυθιστόρημα «Ο θάνατος και ο Θόδωρος» (1954), δείχνει πως συνεχίζει να τον απασχολεί σταθερά η σχέση των δύο τεχνών, οχτώ χρόνια μετά την ταινία του ‘’Καταδρομή’’ (1946).

Για ετούτη την πρώτη ταινία από έλληνα συγγραφέα, η διεξοδική ανάλυση της οποίας καταλαμβάνει το 7ο κεφάλαιο της μονογραφίας (σ. 138-188), ο Αγάθος αξιοποιεί και τις πρωτογενείς πηγές, αρχεία και αποκαλυπτικά τεκμήρια, αναπτύσσοντας τη σκηνοθετική περιπέτεια του Καραγάτση, τόσο όπως τη βίωσε και την περιέγραψε ο ίδιος, παράλληλα μέσα από τις αναγγελίες στον Τύπο της εποχής (σ. 139-147), όσο και μέσα από την κριτική υποδοχή της ταινίας στη συγχρονία της, αλλά και μεταγενέστερα. (σ. 176-182) Σε επίπεδο ενδοκειμενικότητας, αναλύει πλήρως την πλοκή και τους χαρακτήρες, με ιδιαίτερη εστίαση στις βασικές θεματικές της ταινίας, στο ερωτικό στοιχείο, στο ελληνοκεντρικό στοιχείο, στη θέση της θρησκείας και των εκπροσώπων του κλήρου και στην παρουσίαση της Αντίστασης, έτσι όπως αποτυπώνονται αφηγηματικά στην ταινία, με τέσσερις αντίστοιχες υποενότητες (σ. 168-175).

Εξαιρετικά ενδιαφέρουσα και διαφωτιστική για το καραγατσικό σύμπαν είναι η συγκριτική θεώρηση στην οποία προβαίνει ο ερευνητής για τη σχέση των στοιχείων χαρακτήρα των ηρώων της Καταδρομής με χαρακτήρες από τα λογοτεχνικά έργα του. Δύο αποσπάσματα από τη μονογραφία αναδεικνύουν την υποστασιακή διαφορά ή ομοιότητα μεταξύ διαφορετικών προσώπων του ίδιου δημιουργού: «Οι δύο γυναικείοι χαρακτήρες της ταινίας δεν μπορούν, πάντως, να ενταχθούν στην κυρίαρχη στο καραγατσικό έργο τυπολογία της μοιραίας γυναίκας…» (σ. 165), ενώ πιο κάτω επισημαίνεται «Με δεδομένο ότι οι ήρωες του Καραγάτση συχνά προσφεύγουν στο αλκοόλ και στη μέθη, δεν θα πρέπει να προκαλέσει έκπληξη η παραβατική συμπεριφορά του Τάκη, του προστατευόμενου του Αλέξη, συμπεριφορά που σχετίζεται με τη ροπή του στο αλκοόλ». (σ. 167)

Πέρα από την Καταδρομή και το μυθιστόρημα Ο θάνατος και ο Θόδωρος, το διαχρονικό επίμονο ενδιαφέρον του Καραγάτση για τον κινηματογράφο αποτυπώνεται εμφατικά και στα κινηματογραφικά σενάριά του, όσα δεν έγιναν ταινίες. Ο Αγάθος αποκαλύπτει πλήρως αυτήν την αθέατη διαδρομή  του συγγραφέα στο 8ο κεφάλαιο της μονογραφίας του (σ. 189-244), αναλύοντας το Μπουρίνι, ένα διήγημα που πρωτοδημοσιεύτηκε το 1935 μαζί με άλλα διηγήματα (σ. 189), εκδόθηκε με αλλαγές σε αυτοτελή μορφή το 1943 και μετέπειτα σε μια αναπτυγμένη εκδοχή το 1951 (σ. 190). Το κινηματογραφικό σενάριο είναι αχρονολόγητο και έχει διαφορετική δομή (σ. 191) και ο Αγάθος το μελετά μέσα από τη δακτυλόγραφη μορφή του (σ. 287, σημ. 603), ενώ αναλύει εμπεριστατωμένα και παραστατικά τη δράση και τους δρώντες μεταφέροντας στον αναγνώστη της μονογραφίας το ύφος και την εξέλιξη της ταινίας που δεν έγινε, αλλά παρέμεινε ως σεναριακό τεκμήριο. (σ. 191-227) Αντίστοιχα, στο ίδιο κεφάλαιο, ο ερευνητής αναλύει το σενάριο «’’Μαγδαληνή’’ που αποτελεί μια ανολοκλήρωτη διασκευή του διηγήματος ‘’Η Μεγάλη Βδομάδα του Πρεζάκη’’» (σ. 228), μια προσέγγιση για την οποία αξιοποιεί τη χειρόγραφη εκδοχή του Καραγάτση ως πληρέστερη. (σ. 287, σημ. 610) Οι αναλύσεις ετούτες αποτελούν μια ενδιαφέρουσα υβριδική μορφή κειμένου με την έννοια που ο Bakhtin δίνει στον όρο 16, ένα ακαδημαϊκό κείμενο πρότυπο για τη διδακτική της σχέσης σεναρίου και πεζογραφικού λόγου, ιδανικό για την κατανόηση της διαφοροποίησης και της γειτνίασης των μορφών πεζού και σεναρίου. Ο ακαδημαϊκός Αγάθος, εισφέρει μια ιδιαίτερη μορφή κειμένου κατά τις δύο ετούτες ερμηνευτικές προσεγγίσεις του στα σενάρια, που πατά στέρεα στην ακαδημαϊκή έρευνα, ενώ ταυτόχρονα αναπτύσσει μια γλωσσική μορφή γειτνιάζουσα με μια ιδιότυπη λογοτεχνικότητα: αναλύει τα σενάρια – τα βασιζόμενα στα πεζογραφήματά του συγγραφέα – μεταπλάθοντας τον γραπτό ερευνητικό λόγο σε κείμενο που αναπαριστά γεγονότα, χαρακτήρες, καταστάσεις, συζητήσεις, συγκρούσεις και που με κατάλληλες μετατροπές θα μπορούσαν να είναι κάλλιστα ο μονόλογος ενός σκηνοθέτη που εξηγεί τα σενάριά του στους συνεργάτες και τους ηθοποιούς του. 17 Με αυτόν τον τρόπο ο Αγάθος δίνει έμμεσα κι έναν τρόπο διδακτικής προσέγγισης που δύναται να ελιχθεί διακειμενικά μεταξύ πεζού, θεατρικού έργου και σεναρίου με μεταστοιχειώσεις και αλλαγές οπτικών που καθιστούν κατανοητές τις όψεις της γραφής.

Μέσα από τη διεισδυτική οπτική του Αγάθου, Ο Καραγάτσης του κινηματογράφου αποκαλύπτεται ως ένας διανοούμενος που κατανόησε τη συγκροτησιακή σχέση της λογοτεχνίας με τον κινηματογράφο, την εφάρμοσε έμπρακτα στο έργο του και την αποτύπωσε στην αρθρογραφία του για τον κινηματογράφο και για τη σχέση του με το θέατρο, όπως αποτυπώνεται στο 2ο κεφάλαιο της μονογραφίας (σ. 49-90). Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει το άρθρο του «Ο διακαλλιτεχνικός προσανατολισμός του κινηματογράφου», μια ανάλυση στην οποία ο λογοτέχνης εστιάζει και στην τεχνική πλευρά του κινηματογράφου μέσα από τη φωτογραφία, τον ήχο, το ρόλο της κάμερας, όπως επίσης στη σχέση του με τις καλές τέχνες. Το άρθρο  αναπτύσσεται και ερμηνεύεται διεπιστημονικά από τον ερευνητή στην ενότητα με τίτλο «Το άρθρο στις Μακεδονικές Ημέρες: ο διακαλλιτεχνικός προσανατολισμός του κινηματογράφου». ( Κεφ. 2ο, σ. 49-60)

Στο ίδιο κεφάλαιο, ο Αγάθος αναπτύσσει την εξαιρετικά σημαντική για την εποχή της ισχυρή θέση του Καραγάτση για τη σχέση θεάτρου και κινηματογράφου, στην ενότητα «Θέατρο και κινηματογράφος: τρεις επιφυλλίδες στην εφημερίδα Η Πρωία». (σ. 61-77) Ο ερευνητής εστιάζει στο ότι ο λογοτέχνης, μόνος εναντίον όλων, υψώνει το 1942 έναν λόγο υποστηρικτικό για την 7η τέχνη, τεκμηριωμένο για τα δεδομένα της εποχής, σε μια μακρά περίοδο που η εγχώρια και η ευρωπαϊκή παραγωγή ήταν παγωμένη λόγω του πολέμου. 18

Οι επιφυλλίδες αυτές στην Πρωία (1942) αποτυπώνουν πλήρως την οπτική του Καραγάτση, ο οποίος, όπως διευκρινίζει ο Αγάθος, αποκαλούσε τον κινηματογράφο «κινηματοθέατρο» (σ. 65) και τον σύγκρινε με το θέατρο δίνοντάς του τέσσερα πλεονεκτήματα, τα οποία αναπτύσσονται και σχολιάζονται στη μονογραφία: «Το πρώτο πλεονέκτημα είναι η απόλυτη ελευθερία ενέργειας. Ο σεναριογράφος (‘’κινηματογραφικός συγγραφέας’’ κατά τον Καραγάτση) δεν εγκλωβίζεται στις ‘’τρεις κλασικές πράξεις’’ του θεατρικού συναδέλφου του, απελευθερώνεται από τον αριστοτέλειο ορισμό και είναι ελεύθερος να περνά όποτε θέλει από σκηνή σε σκηνή…. Το δεύτερο πλεονέκτημα είναι το αίσθημα της αλήθειας της πραγματικότητας… Το τρίτο πλεονέκτημα έχει να κάνει με τον τρόπο με τον οποίο οργανώνονται και στήνονται μια θεατρική παράσταση και μια ταινία αντιστοίχως…. Συνεπώς, ‘’μια ταινία είναι θέαμα απόλυτα δουλεμένο, κοντρολαρισμένο, ξεκαθαρισμένο καλλιτεχνικώς’’… Το τέταρτο και τελευταίο πλεονέκτημα σχετίζεται με τις έννοιες της διάρκειας και της φθοράς.» (σ. 63-66)

Όπως αναδεικνύεται στο παρατιθέμενο απόσπασμα, η ενότητα ετούτη (σ. 61-79) παρουσιάζει τεράστιο ενδιαφέρον ευρύτερα για την ιστορία της θεωρίας του κινηματογράφου και της λογοτεχνίας στο σύνολό της, έτσι όπως ο Αγάθος πυκνώνει και αναλύει τις θέσεις ενός συγγραφέα λάτρη του κινηματογράφου και παράλληλα κριτικού θεάτρου 19, θέσεις οι οποίες αξίζει να συζητηθούν διακειμενικά με τις θέσεις άλλων διανοούμενων καλλιτεχνών της εποχής του, μεταγενέστερων και σύγχρονων, υπό την οπτική του πως προσλαμβάνουν οι δημιουργοί κάθε νέα μορφή τέχνης μέσα στη διαχρονία και πως τεκμηριώνουν τις θέσεις τους.

Ολοκληρώνοντας με δυσκολία ετούτη την προσέγγιση, αφού κάθε μελέτη του Αγάθου διανοίγει τόσες γέφυρες διακειμενικότητας και τόσους ελκυστικούς δρόμους στο ολόφωτο δάσος της αφήγησης, αυτό που μπορεί να ειπωθεί επιπλέον είναι: ας διαβούμε τις γέφυρες, ας περπατήσουμε τους δρόμους.

Ο Καραγάτσης του κινηματογράφου του Θανάση Αγάθου, μια ακόμη μονογραφία του, είναι ένας στιβαρός συνοδοιπόρος για όλους όσους ζούμε διαβάζοντας, ακούγοντας, βλέποντας, διαβάζοντας και βλέποντας τα έργα ζώντων και τεθνεώτων 20, υποδεχόμενοι τα έργα όλων εκείνων που μας θυμίζουν κάτι από την υπόστασή μας, έτσι που δεν μπορούμε να τους ξεχάσουμε.

 

Διότι…

«Ορατοί και αόρατοι, ζώντες και τεθνεώτες, πυκνώνουν τα κλαδιά του γενεαλογικού δέντρου που έχει βαθιές ρίζες (μέσα στο χώμα) και μεγάλα κλαδιά (στο φως του ήλιου)

Κωστής Παπαγιώργης

 

 

(*) Η Ελευθερία Δημητρομανωλάκη είναι συγγραφέας, Δρ. Επικοινωνίας, Μέσων και Πολιτισμού (Πάντειο Πανεπιστήμιο)

 

 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΚΕΣ ΑΝΑΦΟΡΕΣ

 

-1- Eco Umberto, Έξι περιπλανήσεις στο δάσος της αφήγησης, μτφ. Αναστασία Παπακωνσταντίνου, Αθήνα: Ελληνικά Γράμματα, 1994.

-2- Οι αναφερόμενες μονογραφίες του Θ. Αγάθου

__Ο Καραγάτσης του κινηματογράφου, Αθήνα: Αιγόκερως, 2025

__Ο Άγγελος Τερζάκης και ο κινηματογράφος, Αθήνα: Gutenberg, 2020.

__Ο Καζαντζάκης στον κινηματογράφο, Αθήνα: Gutenberg, 2017.

__Η Κινηματογραφική Όψη του Γρηγορίου Ξενόπουλου, Αθήνα: εκδόσεις Γκοβόστη, 2016.

__Η εποχή του μυθιστορήματος: αναγνώσεις της πεζογραφίας της γενιάς του ’30, Αθήνα: εκδόσεις Γκοβόστη, 2014.

__Από το ‘’Βίος και Πολιτεία του Αλέξη Ζορμπά’’ στο ‘‘Zorba the Greek’’, Αθήνα: Αιγόκερως, 2007.

-3- Θ. Αγάθος, «Ένας συγγραφέας πίσω από την κάμερα: Ο Άγγελος Τερζάκης και το πείραμα της ‘’Νυχτερινής περιπέτειας’’», στο συλλογικό τόμο, επιμ. Δημήτρης Αγγελάτος, Ευριπίδης Γαραντούδης: Η λογοτεχνία και οι τέχνες της εικόνας. Ζωγραφική και κινηματογράφος, Αθήνα: Καλλιγράφος και Ελληνική Εταιρεία Γενικής και Συγκριτικής Γραμματολογίας, 2013.

-4- Θ. Αγάθος, «Ο Βιζυηνός ως τρόφιμος του Δρομοκαΐτειου στην ταινία του Λάκη Παπαστάθη Το μόνον της ζωής του ταξείδιον», Μανδραγόρας, τχ. 54, Απρίλιος 2016, σ. 66-67.

-5- Θ. Αγάθος, «Το Νούμερο 31328 του Βενέζη και 1922 του Κούνδουρου: το μυθιστόρημα ως αφετηρία για κινηματογραφική αναλογία», στο Ζ. Ι Σιαφλέκης και Λουίζα Σταυροπούλου (επιμ.): Τριαντάφυλλα και γιασεμιά.» Τιμητικός τόμος για την Ελένη Πολίτου-Μαρμαρινού, Αθήνα: Gutenberg, 2012, σ. 599-616.

Και

Θ. Αγάθος, «Γαλήνη. Από τον λυρισμό του Ηλία Βενέζη (1939) στον πειραματισμό του Gregory Markopoulos (1958)»: Ε΄ Ευρωπαϊκό Συνέδριο Νεοελληνικών Σπουδών της ΕΕΝΣ, Συνέχειες, ασυνέχειες, ρήξεις στον ελληνικό κόσμο (1204-2014). Πρακτικά, (επιμέλεια Κ.Α. Δημάδης), τ. Γ’, ΕΕΝΣ, Αθήνα, 2015, σ. 397-408.

-6- Θ. Αγάθος, «Οι σκλάβοι στα δεσμά τους: από την πένα του Κωνσταντίνου Θεοτόκη στον κινηματογραφικό φακό του Τώνη Λυκουρέση»: στο Από τη λογοτεχνία στον κινηματογράφο», (επιμέλεια: Φ. Ταμπάκη – Ιωνά, Μ. Ε. Γαλάνη), Αθήνα: Αιγόκερως, 2012, σ. 43-52.

-7- Θ. Αγάθος, «Έγκληµα στο Κολωνάκι: το “αθηναϊκό αστυνοµικό µυθιστόρηµα” του Γιάννη Μαρή στις ελληνικές οθόνες του 1960», Modern Greek Studies (Australia & New Zealand), vol. 19, 2018, σ. 105-119.

-8- Θ. Αγάθος, «Διηγήματα του Παπαδιαμάντη στον κινηματογράφο: Η περίπτωση της ταινίας Ο μετανάστης του Νέστορα Μάτσα», Αθήνα: περ. Σύγκριση, τχ. 23, 2012, σ. 119-131.

-9- Θ. Αγάθος, «Eroica (1960): το βλέμμα του Μ. Κακογιάννη πάνω στους εφήβους του Κ. Πολίτη», στο Ε. Κουτριάνου, E. Φιλοκύπρου (επιμ.), Μα τι γυρεύουν οι ψυχές μας ταξιδεύοντας; Τιμητικός τόμος για τον Peter Mackridge, Νεφέλη, Αθήνα 2018, σ. 205-218.

-10- Kristeva Julia, Desire in Language: A Semiotic Approach to Literature and Art, trsl. Thomas Gora, Alice Jardine, Leon S. Roudiez, NY: Columbia University Press, 1980.

-11- Μέσα από την πλουσιότατη πολυσέλιδη βιβλιογραφία που παραθέτει ο Θανάσης Αγάθος σε κάθε μονογραφία του, και προς χάριν της έρευνας, επιλέγω εδώ, ενδεικτικά, κείμενα από τη διεθνή βιβλιογραφία για την κινηματογραφική προσαρμογή και ευρύτερα για τη σχέση λογοτεχνίας και κινηματογράφου, κείμενα στα οποία παραπέμπει συχνά ο Αγάθος στις έρευνές του (όσα έχουν μεταφραστεί παρατίθενται στην ελληνική έκδοση):

  • Andrew J. Dudley, Concepts in Film Theory. New York: Oxford University Press, 1984.
  • Barthes Roland, Εικόνα, Μουσική, Κείμενο, μτφ.: Γιώργος Σπανός. Αθήνα: Πλέθρον, 1988.
  • Cartmell Deborah, and Whelehan Imelda, eds. Adaptations: From text to screen, screen to text. London: Routledge, 1999.
  • Chatman Seymour, Story and Discourse: Narrative Structure in Fiction and Film, New York: Cornell University Press, 1980.
  • Genette Gérard, Σχήματα III. Ο Λόγος της αφήγησης: Δοκίμιο μεθοδολογίας και άλλα κείμενα, μτφ. Μπάμπης Λυκούδης, Αθήνα: Πατάκη, 2007.
  • McFarlane Brian, Novel To Film. An Introduction to the theory of Adaptation. New York: Oxford University Press, 1996.
  • Stam Robert, ‘’Beyond Fidelity. The Dialogics of Adaptation’’ in James Naremore, Film Adaptation, New Brunswick, Rutgers UP, 2000 (σ. 54-76).
  • Stam Robert, Εισαγωγή στη θεωρία του Κινηματογράφου, μτφ. Κατερίνα Κακλαμάνη, επιμ. Εύα Στεφανή, Αθήνα: Πατάκης, 2004.
  • Wagner, Geoffrey, The Novel and the Cinema. NJ: Fairleigh Dickinson University Press, 1975.

-12- Jauss Hans Robert, Η θεωρία της πρόσληψης, μτφ. Μίλτος Πεχλιβάνος, Αθήνα: Εκδόσεις της Εστίας, 1995.

-13- Metz Cristian, Film Language : A Semiotics of the Cinema. Chicago: University of Chicago Press, 1991.

-14- Bakhtin Mikhail, Προβλήματα λογοτεχνίας και αισθητικής, μτφ. Αλεξάνδρα Ιωαννίδου, επιμ.: Δημήτρης Τζιόβας & Βαγγέλης Χατζηβασιλείου. Αθήνα: Πλέθρον, 1980.

15- Ο όρος Μεταμυθοπλασία, εισήχθηκε στη θεωρία της λογοτεχνίας το 1970 από τον συγγραφέα και κριτικό William H. Gass στο δοκίμιό του Fiction and the figures of life, N.Y Alfred A. Knopf. Πλήρη ανάλυση του όρου, χαρακτηριστικά, αφηγηματικούς τρόπους, παραδείγματα και εκτενή βιβλιογραφία βλ. Λεξικό Νεοελληνικής Λογοτεχνίας, Αθήνα: Πατάκης, 2007, σ. 1403. ▪ Για τη μεταμυθοπλασία στον ελληνικό κινηματογράφο: Κυριακός Κωνσταντίνος, «Ελληνικός κινηματογράφος και μετα-μυθοπλασία. “Θροϊζουν λέξεις…”», στο Η μεταμυθοπλασία ως αφηγηματικός τρόπος και κριτική του μεταμοντερνισμού, επιμ. Κώστας Βούλγαρης, Βιβλιόραμα, 2018, σ. 35-40.

-16-  Bakhtin Mikhail, Προβλήματα λογοτεχνίας και αισθητικής, ό.π.π. σ.

-17- Θα μπορούσε να προταθεί ένας πειραματισμός με ετούτα τα κείμενα, μια μεταστοιχείωση του γραπτού λόγου του Αγάθου σε προφορική αφήγηση που θα αναδείκνυε τόσο τη σαγήνη της δραματοποιημένης προφορικότητας, όσο και τις διακειμενικές σχέσεις μεταξύ σεναρίου, θεατρικού έργου, μυθιστορήματος.

-18- Για τον ελληνικό κινηματογράφο στην εν λόγω περίοδο βλ.

Σολδάτος Γιάννης, Ιστορία του ελληνικού κινηματογράφου, Α’ τόμος, Αθήνα: Αιγόκερως, 1988, 96-101

-19- Μ. Καραγάτσης, Κριτική θεάτρου 1946-1960, επιμ. Ιωσήφ Βιβιλάκης, προλ. Γιώργος Γεωργουσόπουλος, Αθήνα: Βιβλιοπωλείο της Εστίας, 1999.

-20- Παπαγιώργης Κωστής, Ζώντες και Τεθνεώτες (1991), Αθήνα: Καστανιώτης, συλλεκτική έκδοση 2018, σ. 85.

 

 

Προηγούμενο άρθρο«Stores – Ομορφιά, Ισότητα, Ευτυχία» του Γιώργου Βαλαή: ανάγκες υπαρκτές και κατασκευασμένες (της Όλγας Σελλά)
Επόμενο άρθροΕιδήσεις και περίεργα από τον χώρο του βιβλίου – 5 (από την Αλεξάνδρα Χαΐνη)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ