της Όλγας Σελλά
Προς στιγμήν μπορούσες να μπερδευτείς μπαίνοντας στον Χώρο Η της Πειραιώς 260 και κοιτώντας τη σκηνή. Η μεγάλη σκηνή του φιλοξενούσε ένα υπερπολυτελές σύγχρονο πολυκατάστημα με όλες τις προτάσεις ένδυσης και υπόδησης: προθήκες, κρεμάστρες, καθρέφτες, δοκιμαστήρια, ρούχα, τσάντες, παπούτσια –ανδρικά και γυναικεία- όλα σε αφθονία. Τα πάντα υπήρχαν. Και τα ταμεία φυσικά. Και οι πελάτες και οι υπάλληλοι.
Σ’ αυτό το περιβάλλον έστησε ο Γιώργος Βαλαής την παράστασή του «Stores – Ομορφιά, Ισότητα, Ευτυχία» κοιτάζοντας την τελετουργία του καταναλωτισμού που μας περιβάλλει, και τις «τρύπες» που αυτός γεμίζει. Το ξεγέλασμα των τιμών (π.χ. 39,99 ), οι φαντασιώσεις των λαμέ και αστραφτερών εμφανίσεων, η ρουτίνα των υπαλλήλων, οι διαρκείς προ(σ)κλήσεις σε νέες καταναλώσεις, το «τυράκι» των προσφορών –ένα αδιάκοπο κυνήγι αγαθών. Μια απεγνωσμένη προσπάθεια καλλωπισμού της εικόνας μας. Η φράση «θέλω οπωσδήποτε να ανανεωθώ», που λέει μια πελάτισσα, περιγράφει αυτή την απελπισμένη ανάγκη.
Και σιγά σιγά γνωρίζουμε όσους κινούνται σ’ αυτόν τον ναό της κατανάλωσης, σε ένα θέαμα που είναι συνδυασμός πρόζας και μουσικής παράστασης (ο Gary Salomon έκανε εξαιρετική δουλειά στη μουσική). «Ξέρουμε την τιμή από τα πάντα και την αξία του τίποτα». Μ’ αυτή τη φράση του Όσκαρ Ουάιλντ προσεγγίζει την ιστορία ο Γιώργος Βαλαής (με τη συνεργασία του Πρόδρομου Τσινικόρη στη δραματουργία). Και στην πορεία της ιστορίας και των ιστοριών του καθενός και της καθεμιάς απ’ όσους βρίσκονται στο πολυκατάστημα θίγονται προσωπικά αδιέξοδα, πολυετείς προσπάθειες ρουτίνας σε μια δουλειά που δεν εμπνέει («Σήμερα ο χρόνος είναι πάλι χαμένος», λέει η ταμίας του πολυκαταστήματος).
Μ’ έναν τρόπο, σ’ αυτή την ιστορία, το πολυκατάστημα είναι το φόντο του κόσμου που ζούμε, ο ρυθμός του, οι συμπεριφορές, οι διαφορετικοί χαρακτήρες που συναντάμε, οι διαφορετικές απόψεις. Απ’ όλα έχει –και εκεί και γύρω μας. Πολιτικές αναλύσεις, φλερτ, νέους έρωτες, παλιούς δεσμούς που συναντιούνται τυχαία και αναρωτιούνται αν έχει νόημα να προσπαθήσουν ξανά. Έχει ρεαλισμό και κυνισμό, έχει τρυφερότητα και χιούμορ, κι έχει πολλή μουσική, που μαζί με τους υπέροχους φωτισμούς του Τάσου Παλαιορούτα και την καλοκουρδισμένη κίνηση έφτιαχναν μια πολύ ωραία σκηνική συνθήκη.
Ο Γιώργος Βαλαής και ο Πρόδρομος Τσινικόρης έβαλαν, στο κείμενο που υπογράφουν, πολλές ιστορίες, κάποιες από τις οποίες λοξοδρόμησαν σε άλλα μονοπάτια, σε άλλο ύφος, πιο γλυκερό, πιο μελό. Κι αυτό ήταν ίσως το βασικό πρόβλημα αυτής της παράστασης που παρουσιάστηκε στις 14 και 15 Ιουνίου στην Πειραιώς 260, στο Φεστιβάλ Αθηνών. Γιατί οι αναφορές στη σκέψη του Μαρξ και του Αντόρνο μπερδεύονταν, την επόμενη στιγμή, με ερωτικές αναζητήσεις, με ματαιώσεις, με εργασιακά τσιτάτα («το ξυπνητήρι σου θυμίζει ότι δεν ανήκεις στον εαυτό σου»), με υπαρξιακές απορίες και προσδοκίες, και με αρκετή μελαγχολία για ό,τι μας περιβάλλει. Για τις ανάγκες που κατασκευάζονται και τις ανάγκες που υπάρχουν και ζητούν διέξοδο. Για τις συμπεριφορές τις επιδεικτικές και τις άλλες τις χαμηλόφωνες, τις αθέατες, τις συνεσταλμένες: «Τι ωραία να ντρέπεσαι, τώρα που κανείς δεν ντρέπεται πια!». Ιδιαίτερη σκηνή το ομαδικό (εξαιρετικά διακριτικό) ξεγύμνωμα -η αφαίρεση της εξωτερικής μας εξωραϊσμένης εικόνας.
Η δραματουργική επεξεργασία ήταν και σ’ αυτή την παράσταση (όπως και σε πολλές άλλες ελληνικές) το πρόβλημα, κι όχι η σκηνοθεσία, όχι η παράσταση, όχι ο ρυθμός, όχι οι ερμηνείες. Ο Γιώργος Βαλαής έστησε, σκηνικά, την πιο ολοκληρωμένη δουλειά του, απ’ όσες έχω δει. Με συντελεστές που ανέδειξαν το ύφος της ιστορίας και τις αναζητήσεις της παράστασης (μουσική και φώτα οπωσδήποτε, σκηνικά και κοστούμια φυσικά). Και οι ηθοποιοί του, πιο έμπειροι και πιο νέοι, απέδωσαν όλους τους χαρακτήρες επιδέξια και εύστοχα: η Ειρήνη Μακρή, ολοένα και πιο ώριμη. Ο Θανάσης Δόβρης μετέφερε την ευαισθησία και την τρωτότητα του δειλού ανθρώπου, σ’ έναν κόντρα ρόλο. Από τους νεότερους η Ελπινίκη Σαριπανίδου, ο Πύρρος Θεοφανόπουλος και ο Ρωμανός Καλοκύρης ξεχώρισαν, για τις ερμηνευτικές, τις κινησιολογικές και της φωνητικές τους ικανότητες. Επαρκέστατες η Χαρά Γιώτα και η Βιβή Πέτση.
Συνολικά ήταν μια πολύ ενδιαφέρουσα ιδέα, που άγγιξε υπαρκτά θέματα με πρωτότυπο τρόπο και παρουσιάστηκε με ωραίο σκηνικό τρόπο. Παρότι υπήρχαν τα προβλήματα της δραματουργίας, ήταν από τις αξιοσημείωτες ελληνικές παρουσίες στο φετινό Φεστιβάλ Αθηνών.



Η ταυτότητα της παράστασης
Σκηνοθεσία: Γιώργος Βαλαής, Κείμενο – Δραματουργία: Γιώργος Βαλαής, Πρόδρομος Τσινικόρης, Μουσική – Ηχητικός σχεδιασμός: Gary Salomon, Ηχητικός σχεδιασμός – Live operation: Γιώργος Χανός, Κίνηση – Χορογραφία: Γιάννης Νικολαΐδης, Σκηνικά: Ελένη Στρούλια, Κοστούμια: Ελένη Στρούλια, Ζαΐρα Φαληρέα, Σχεδιασμός φωτισμού: Τάσος Παλαιορούτας, Βοηθός σκηνοθεσίας-δραματουργίας: Στράτος Νταλαμάγκος, Βοηθός σκηνογράφου-ενδυματολόγου: Ζενεβιέβ Αθανασοπούλου, Φωτογράφος press kit: Δέσποινα Σπύρου
Εκτέλεση παραγωγής: Χριστίνα Πολυχρονιάδου
Παίζουν: Χαρά Γιώτα, Θανάσης Δόβρης, Πύρρος Θεοφανόπουλος, Ρωμανός Καλοκύρης, Ειρήνη Μακρή, Βιβή Πέτση, Ελπινίκη Σαριπανίδου






















