του Αντώνη Καρτσάκη
Στο εξαιρετικά πυκνό και διεισδυτικό άρθρο του «Σκέψεις για την σύγχρονη αφροαμερικανική λογοτεχνία»[1] ο γιατρός-συγγραφέας Γεώργιος Νικ. Σχορετσανίτης σχολιάζει το ερώτημα του Κένεθ Γουώρεν αν υφίσταται σήμερα η ιδέα που υποστηρίζει την δυνατότητα ύπαρξης αυτοτελούς αφροαμερικανικής λογοτεχνίας και η πεποίθηση ότι η ευημερία της φυλής στο σύνολό της εξαρτάται από την επιτυχία των μαύρων συγγραφέων και ειδικά εκείνων που απεικονίζονται στα κείμενά τους.[2] Ο Σχορετσανίτης, με την πρόσφατη έκδοσή του Αγαπημένες Αφροαμερικανίδες ποιήτριες απαντά στο ερώτημα του Γουώρεν, μεταφράζοντας και σχολιάζοντας τις ποιήτριες Φίλλις Ουίτλεϋ (1753-1784), Λούσι Τέρι Πρινς (περ. 1733-1821) και Φράνσις Χάρπερ (1825-1911), οι οποίες, ανεξαρτήτως αν με το έργο τους συγκρότησαν ενιαία αυτοτελή λογοτεχνία, υπηρέτησαν την ποιητική ιδέα και έκφραση, σε δύσκολους καιρούς, συνδυάζοντας την πολιτική και τη λογοτεχνία με τρόπο συναρπαστικό.
Όπως προκύπτει από το άρθρο αυτό και από ένα σημαντικό αριθμό κριτικών κειμένων αλλά και αυτοτελών μελετημάτων, ο Σχορετσανίτης είναι ένας επαρκής κριτικός, που προσεγγίζει με γνώση τη λογοτεχνική δημιουργία, με εστίαση στην ταξιδιωτική λογοτεχνία και στην αφροαμερικανική ιστορία και τέχνη. Η κριτική τακτική του να αναφέρεται αναλυτικά στα περιεχόμενα των έργων, να τα εντάσσει στα ιστορικά και κοινωνικά τους συμφραζόμενα, να ανακαλεί τα πλούσια διακείμενά τους, συντείνει στην εξοικείωση του αναγνώστη με τον εκάστοτε δημιουργό και καθιστά ευχερέστερη την κατανόηση του έργου. Η αναπαλλοτρίωτη γνώση και η επίμοχθη έρευνά του τροφοδοτούν την αφήγηση, μέσω μιας ευφορικής χρήσης της γλώσσας, όπου η γνώση οδηγεί στη γνώμη και στην κριτική τόλμη. Ο έμπειρος χειρουργός, ενεργώντας –έχω πει και αλλού–[3] ως ανατόμος, όχι ως δικαστής, προσεγγίζει τα λογοτεχνικά κείμενα με σεβασμό, με αγάπη και με επιστημονική εντιμότητα.
Τι γίνεται όμως όταν ο συγγραφέας-κριτικός καταπιάνεται με απαιτητικά συνθετικά μελετήματα (Οι απαρχές της λογοτεχνίας του αμερικάνικου Νότου, Επιβιώνοντας στον αμερικάνικο Νότο, Τα νέγρικα μπλουζ), όταν καταγράφει τις ταξιδιωτικές εμπειρίες του (Ταξιδεύοντας στο Σουλτανάτο του Ομάν, Σελίδες Καταλωνίας, Στη χώρα των Ζωροαστρών και του Ιράν, Μυθικές Πολιτείες της Ανατολής, Τυνησία. Η πύλη της ερήμου, Οδοιπορικό στη Σοβιετική και Νέα Βαλτική, Στη… σιωπηρή Ζωροαστρική πόλη της Γιαζντ) ή όταν παραδίδει μονογραφίες λογοτεχνών, όπως Η Αντζελίνα Ουέλντ Γκρίμκι και ο κόσμος της, Το πιο διάσημο πρόσωπο που κανείς δεν ήξερε. Μάργκαρετ Γουώκερ, 1915-1998;
Στις περιπτώσεις αυτές ο Σχορετσανίτης καταθέτει, εκτός από τη γνώση, την ερευνητική και συνθετική του ικανότητα. Αυτό προκύπτει από το εντελώς πρόσφατο βιβλίο του Αγαπημένες Αφροαμερικανίδες ποιήτριες (Οδός Πανός, Μάρτιος 2026), στο οποίο ο συγγραφέας μάς συστήνει λησμονημένες σελίδες της αμερικανικής λογοτεχνίας. Μεταφράζονται για πρώτη φορά οι ποιήτριες Φίλλις Ουίτλεϋ, Λούσι Τέρι Πρινς και Φράνσις Χάρπερ, τις οποίες, εκτός από την ακτιβιστική δράση, ενώνουν η συμμετοχή τους στους κοινωνικούς αγώνες, η αδιάπτωτη μέριμνα για τους ανθρώπους της μαύρης φυλής και η αγάπη για την ποίηση. Τα απλά, λυρικά συνήθως, ποιήματά τους διασώζουν τα ιστορικά καθέκαστα του τόπου και της εποχής. Το βιβλίο συνιστά συνέχεια δύο άλλων έργων για την Μάργκαρετ Γουώκερ και την Αντζελίνα Ουέλντ Γκρίμκι, του 2017 και 2021, αντίστοιχα, καθώς και πολλών σχετικών άρθρων.
Ο συγγραφέας, κατοπτεύοντας με τρόπο θαυμαστό την ιστορική περίοδο, καταθέτει πλήθος σημαντικών πληροφοριών για τις τρεις ποιήτριες, παραθέτει μεταφράσεις των ποιημάτων τους, ακολούθως τα πρωτότυπα ποιητικά κείμενα και, τέλος, έναν αδρομερή ερμηνευτικό σχολιασμό. Και στα τέσσερα αυτά στάδια η συμβολή του είναι καίρια. Ανασύρει από τη λήθη τις ποιήτριες, μας παραδίδει πιστές μεταφράσεις των ποιημάτων, ενώ τα πρωτότυπα (αγγλικά) κείμενα, που έπονται, προσφέρονται για συγκρίσεις και περαιτέρω αναγνωστική απόλαυση. Τα στοιχεία τεκμηριώνονται με την πλούσια βιβλιογραφία που κατατίθεται στο τέλος κάθε κεφαλαίου.
Στις μεταφράσεις του ο Σχορετσανίτης επιχειρεί να αποδώσει περισσότερο την ουσία παρά τη φόρμα του ποιητικού κειμένου. Στους σχολιασμούς του είναι ιδιαίτερα φειδωλός. Με απόλυτο σεβασμό στο κείμενο, επιχειρεί «πλησία» ανάγνωση (close reading), ενώ, με λόγο ευθύβολο εστιάζει στα «εξέχοντα» (dominants) στοιχεία του ποιητικού κειμένου. Έτσι, τα νοηματικά-ιδεολογικά στοιχεία των ποιημάτων προβάλλουν αβίαστα μέσα από τα κειμενικά δεδομένα: η διεκδίκηση της ελευθερίας, της γνώσης, της ισότητας των φύλων. Ιδιαίτερης σπουδαιότητας οι αισθητικού τύπου παρατηρήσεις, όπου ο συγγραφέας-μεταφραστής καταθέτει την αναγνωστική του ανταπόκριση και αναδεικνύει τις αρετές του κειμένου, χωρίς να δεσμεύει την κρίση του αναγνώστη ή να «καταστρέφει», με την εκλογίκευση, την αναγνωστική απόλαυση.
Είναι ορατή, τέλος, η επιστημονική εντιμότητα της γραφής. Ο Σχορετσανίτης δεν εκφράζεται με απόλυτο και δογματικό τρόπο, αλλά με σεμνότητα και με υποθέσεις που μετριάζουν τις όποιες βεβαιότητες. Για παράδειγμα, στο ποίημα «Ένας ύμνος στο βράδυ» της Φίλλις Ουίτλεϋ σημειώνει: «Το ποίημα εκδόθηκε το 1773, λίγα μόλις χρόνια πριν από την Αμερικανική Επανάσταση, και είναι πιθανόν η Ουίτλεϋ να έβλεπε το βράδυ ως μια εποχή ελευθερίας και απελευθέρωσης από τους περιορισμούς της δουλείας» (σελ. 37). Ο κριτικός αφήνει χώρο στην άλλη άποψη, στην άλλη ευαισθησία.
Τα συμπεράσματα του Σχορετσανίτη προκύπτουν αβίαστα: πρόκειται για βιωματική ποίηση χωρίς υψηλές απαιτήσεις. Οι ποιήτριες καταδεικνύουν ότι μπορούν να γράφουν στο ύφος της εποχής, με τρόπο που υποδηλώνει, εκτός από την κοινωνική ευαισθησία, γνώση των ποιητικών πραγμάτων. καταθέτουν στους στίχους τους την βαθύτατη εκτίμηση για τη γνώση που στερήθηκαν ή κατέκτησαν με καιρό και με κόπο. στοχάζονται πάνω στη δύναμη της εκπαίδευσης και τη σημασία της γνώσης και αγωνιούν να αφήσουν πίσω τους «την ‘αιγυπτιακή’ ζοφερότητα της άγνοιας και της δεισιδαιμονίας» (σελ. 29). Ο συγγραφέας προσλαμβάνει τον αγώνα των ποιητριών αυτών για αυτοπραγμάτωση, για υπέρβαση των εμποδίων που θέτουν η κοινωνική τάξη και η φυλή. Εστιάζει, ιδιαίτερα, στην απαίτησή τους για μια δικαιότερη κοινωνία μέσα σε ζοφερούς καιρούς, εντοπίζει τις πυκνές αναφορές στην αξία της κλασικής παιδείας (σελ. 30), τις οφειλές τους στον κλασικισμό και στον χριστιανισμό. Αναδεικνύει, τέλος, τη χρήση αφηγηματικών τεχνημάτων της ελληνικής αρχαιότητας, όπως η ομηρική επίκληση στη μούσα.
Το στοιχείο, ωστόσο, που κατακτά τον αναγνώστη είναι η ηθική χροιά του λόγου του συγγραφέα, όπως αποτυπώνεται στην ποιητική και πολιτική ηθική της γραφής.[4] Μαθαίνουμε, για παράδειγμα, ότι η Φίλλις Ουίτλεϋ απήχθη από τη Δυτική Αφρική, μεταφέρθηκε στη Βοστώνη και αγοράστηκε σκλάβα οκτώ ετών (σ. 45). Κατόρθωσε να μάθει Αγγλικά, Λατινικά και Αρχαία Ελληνικά. Δημοσίευσε ποιήματα σε ηλικία είκοσι ετών και διέπρεψε στον δημόσιο λόγο με μια σειρά από επικήδειους λόγους, δανείζοντας τη φωνή και την τέχνη της στην κοινότητα και επιχειρώντας με τις ελεγείες της και, με μέσο το ξένο πένθος, να κερδίσει την κοινωνική αποδοχή (σσ. 52-53). Έζησε φτωχή και απομονωμένη και έμεινε γνωστή στη ρατσιστική κοινωνία της Αμερικής ως «η Νέγρα υπηρέτρια του κυρίου Ουίτλεϋ της Βοστώνης». Ομοίως, η Λούσι Τέρι Πρινς, μια μαύρη γυναίκα και πρώην σκλάβα, που είχε να διανύσει δύσκολο δρόμο ώσπου να φτάσει στη δημοσίευση του μοναδικού της ποιήματος «The Bar’s fight»: ο γιός της απορρίφθηκε από το Κολλέγιο Γουίλιαμς λόγω της φυλής του, η ίδια πέθανε τυφλή.
Η αδικία χτύπησε κατάφωρα και την ακαταμάχητη αγωνίστρια Φράνσις Χάρπερ: όταν έμεινε χήρα, ο διαχειριστής της περιουσίας του συζύγου της κατέσχεσε το αγρόκτημα το οποίο είχε αγοράσει με δικά της χρήματα, έμεινε αβοήθητη, κατόρθωσε όμως να αγωνιστεί εναντίον της δουλείας, να γράψει ποίηση και πεζογραφία (η πρώτη δημοσίευση από μαύρη γυναίκα και μάλιστα με θέμα αμιγώς φεμινιστικό) και να είναι η πρώτη γυναίκα δασκάλα στο Union Seminary, ένα δωρεάν σχολείο για ελεύθερους μαύρους, κοντά στο Κολόμπους του Οχάιο, το οποίο άνοιξε το 1847 (σ. 105). Η ίδια έλαβε ενεργό μέρος στη δημιουργία και οργάνωση κυριακάτικων σχολείων για μαύρους σε εκκλησίες της Φιλαδέλφειας (σ. 125). Το ποίημά της «Θάψτε με σε μια ελεύθερη γη», που κατατίθεται στις σελίδες 108-109, είναι, όντως, σπαρακτικό. Οι ποιήτριες αυτές, «φίλες των φτωχών και των ερημωμένων»,[5] γνώριζαν πολύ καλά τις αδικίες του κόσμου.
Τα αισθητικά-ιδεολογικά χαρακτηριστικά των ποιητριών αυτών εντοπίζονται από τον Σχορετσανίτη στη λιτότητα της γλώσσας, στον ρεαλισμό της γραφής, που αναδύεται από τη σκληρότητα των βιωμάτων, στην κοινή ιδεολογική συνισταμένη τους για απαίτηση δικαιοσύνης και ισότητας. Τα τραύματα της δουλείας, της φυλής και του φύλου, του ρατσισμού και του αποκλεισμού διαποτίζουν τα ποιήματα. Οι ποιήτριες υποφέρουν μέσα στην ποιητική λειτουργία ενός λόγου που επωμίζεται το βάρος να εκφράσει την δραματικής υφής πραγματικότητα. Θα έλεγε κανείς ότι «τα λεξικά τους είναι τραυματισμένα»,[6] ότι απαιτούν περισσότερο φως, ότι αναζητούν το νόημα της ζωής, εισάγοντας με έντονο τρόπο στα έργα τους τα θέματα του θανάτου, της ζωής, του φόβου και της ανθρώπινης ευθύνης, σε μια απεγνωσμένη προσπάθεια να εκφράσουν και να περισώσουν την οδύνη του χειμαζόμενου ανθρώπου.
Τα διαχρονικά αυτά ανθρώπινα προβλήματα συγκροτούν τον θεματικό και ιδεολογικό πυρήνα της συγκεκριμένης ποίησης, σε μια προσπάθεια του ποιητικού υποκειμένου να εισχωρήσει βαθύτερα στη συνείδηση, που την είχε συγκλονίσει στα χρόνια τους η επίγνωση του κακού. Η ενδοσκόπηση, ωστόσο, αυτή δεν έχει αφετηρία φιλοσοφική αλλά ιστορική και απευθύνεται σε ανθρώπους που δεν χαίρονται μέρες ηλιόλουστες, αλλά ζουν τη θλίψη του πόνου. Οι ποιήτριες στέφονται σε θέματα απώλειας και κόπωσης από τη ζωή (βλ. Φράνσις Χάρπερ, «I’m Tired Of Life», σ. 162) (τόνοι κληρονομημένοι από την παράδοση του ρομαντισμού) και συνθέτουν ποιήματα μόχθου, αγώνων αλλά και αγάπης και αισιοδοξίας, βαθύτατου ανθρωπισμού, (αντηχήσεις των αντιλήψεων της Βικτωριανής εποχής), ποιήματα ακλόνητης πίστης που φιλοδοξούν να συναντήσουν την κοινότητα σε ένα ανθρωπινότερο, λιγότερο δυστοπικό μέλλον.
Ποια αξία μπορούν να έχουν σήμερα οι συγκεκριμένες μεταφράσεις; Έχω την άποψη ότι, πέρα από την αισθητική και ιστορική τους αξία, απαντούν στους ισχυρισμούς του 18ου-19ου αιώνα ότι τα άτομα αφρικανικής καταγωγής δεν δημιούργησαν ούτε και μπορούσαν να δημιουργήσουν λογοτεχνία, ότι η αφροαμερικανική λογοτεχνία συνιστά απλώς ένα ακόμη μέτωπο στον πόλεμο κατά του ρατσισμού, ήταν επομένως μια τέχνη επικαιρική, που αναδύθηκε σε συνθήκες οι οποίες, σε γενικές γραμμές, έχουν σήμερα εκλείψει. Γιατί, ασφαλώς, οι κατηγορίες που διαιωνίζουν την αρχική κατάσταση του ρατσισμού μετατοπίστηκαν κατά την διάρκεια της δεκαετίας του 1960, βάζοντας τέλος στον διαχωρισμό της εκπαίδευσης και εντάσσοντας τον ριζοσπαστισμό των μαύρων και τις λογοτεχνικές πρακτικές τους στα πανεπιστήμια, στα μουσεία και σε άλλους κανονιστικούς μηχανισμούς,[7] αλλά η επίσημη αυτή ένταξη δεν είναι λιγότερο βίαιη από τον ρητό αποκλεισμό, και οι διακρίσεις είναι οπωσδήποτε διακριτές ακόμα σήμερα. Οι ποιήτριες που μεταφράζονται εμμένουν στο πανανθρώπινο ανθρωπιστικό ιδανικό της ισοτιμίας και της ανθρώπινης ελευθερίας που δεν προσδιορίζεται χρονικά και δεν ηττάται. «Φίλες των φτωχών και των ερημωμένων», συνεχίζουν να «μάχονται τη συννεφιά του κόσμου».[8]
Ο Γεώργιος Νικ. Σχορετσανίτης, βαθύς γνώστης της ιστορίας και του πολιτισμού των Αφροαμερικανών πολιτών, προσθέτει με το τελευταίο αυτό βιβλίο του μια σημαντική ψηφίδα στο συνολικό έργο του, που αριθμεί ήδη πολλούς τόμους, και στοχεύει σταθερά στην ιστορία και στην τέχνη της ομάδας αυτής των πολύπαθων συνανθρώπων μας. Μεταφέρει τους προβληματισμούς και τις κοινωνικές ανησυχίες που τις ενέπνευσαν, κυρίως την αγάπη του για τη λογοτεχνία, βασιζόμενος στη γνώση, στην αναγνωστική ικανότητα και στην ευαισθησία του. Και είναι παρήγορο ότι μέσα στη σημερινή εξέλιξη, με τον πυκνό ιστό αστάθμητων διασυνδέσεων, ένας συγγραφέας προσεγγίζει λησμονημένα λογοτεχνικά κείμενα με σεβασμό και αγάπη και επιλέγει να μεταφράσει και να σχολιάσει γυναίκες ποιήτριες μιας περιθωριοποιημένης κοινότητας και μιας παρωχημένης εποχής, γυναίκες «φίλες των φτωχών και των ερημωμένων»,[9] καλλιεργώντας, ταυτόχρονα, μια πραγματικά συγκριτική και πλουραλιστική έννοια της λογοτεχνίας.
[1] Γεώργιος Νικ. Σχορετσανίτης, «Σκέψεις για την σύγχρονη αφροαμερικανική λογοτεχνία», περ. fractal, 12-12-2023.
[2] Βλ. Kenneth W. Warren, What Was African American Literature? Cambridge, MA: Harvard University Press, 2011. Ο Γουώρεν υποστηρίζει, ευθέως, ότι η αποκαλούμενη αφροαμερικανική λογοτεχνία έχει ξεπεράσει τη σημασία της ως κυρίαρχη κατηγορία στην ποίηση, τη μυθοπλασία και ακόμα στα θεατρικά έργα που γράφτηκαν από Αφροαμερικανούς.
[3] Βλ. Αντώνης Καρτσάκης, «Δημιουργία εντός της δημιουργίας. Γεώργιος Ν. Σχορετσανίτης, Ανατρεπτικοί Λογοτεχνικοί Έρωτες – Κριτικά Σημειώματα 2020», Εκδόσεις Οδός Πανός, Αθήνα 2024, https://www.oanagnostis, Νοέμβριος 2024.
[4] Ο όρος από το εμβληματικό βιβλίο του Δ. Ν. Μαρωνίτη Ποιητική και πολιτική ηθική. Πρώτη Μεταπολεμική Γενιά: Αλεξάνδρου, Αναγνωστάκης, Πατρίκιος, Κέδρος, Αθήνα 41976.
[5] Ο στίχος από το ποίημα «Οι θησαυροί της μητέρας» («Mother’s Treasures») της Φράνσις Χάρπερ (1825-1911) στο: Γεώργιος Νικ. Σχορετσανίτης, Αγαπημένες Αφροαμερικανίδες ποιήτριες, ό.π., σ. 172.
[6] Ο στίχος ανήκει στον μεταπολεμικό ποιητή Γιάννη Δάλλα και δείχνει την αμηχανία στην οποία τίθεται η εκφραστική λειτουργία κατά τη δραματική μετεμφυλιακή περίοδο στην Ελλάδα (Δεν είναι φωνή / είναι μαχαίρι / μάτωσε και ματώθηκε / -όλα τα λεξικά μου / τραυματισμένα. [«Σπαράγματα, α΄»]). Η ποίηση του Δάλλα, μια «σκληρή» λόγω της εποχής ποίηση, θα μπορούσε να παραλληλιστεί με τα ποιήματα των αφροαμερικανίδων ποιητριών.
[7] Βλ. και Γεώργιος Νικ. Σχορετσανίτης, «Σκέψεις για την σύγχρονη αφροαμερικανική λογοτεχνία», ό.π.
[8] Οδυσσέας Ελύτης, «Η τρελή ροδιά», Προσανατολισμοί, Ίκαρος, Αθήνα 101987, σ. 145.
[9] Βλ. ό.π., σημ. 5.
Γεώργιος Νικ. Σχορετσανίτης, Αγαπημένες Αφροαμερικανίδες ποιήτριες, Οδός Πανός, Αθήνα, Μάρτιος 2026























