του Ν.Γ. Λυκομήτρου
Με την ποιητική συλλογή «Δαφοινόν δέρμα», η σκηνοθέτις Μαίρη Κλαμπούρα πραγματοποιεί την παρθενική της εμφάνιση στα νεοελληνικά γράμματα. Το εξώφυλλο του βιβλίου κοσμεί το έργο με τίτλο “Still Life” (Νεκρή φύση) του πολωνού καλλιτέχνη Kacper Piskorowski. Στο κέντρο του πίνακα δεσπόζει ένα γυάλινο μπολ με ένα σκούρο κόκκινο υγρό στον πυθμένα, από όπου αναδύονται κομμένα χέρια. Το έργο, που φιλοτεχνήθηκε το 2018, μοιάζει να αποτελεί μια ταιριαστή εισαγωγή στην ποίηση της Κλαμπούρα, όπου κυριαρχεί το «δαφοινόν»[1] χρώμα αλλά και το μαύρο του ερέβους.
Το βιβλίο εκκινεί με ένα απόφθεγμα του αείμνηστου συγγραφέα, φιλολόγου και κριτικού της λογοτεχνίας Ρένου Αποστολίδη. Η πρώτη φράση του αποφθέγματος («Δεν είμαστ’ από δω εμείς!») απηχεί την εντύπωση που θα αποκομίσει το αναγνωστικό κοινό διαβάζοντας τη συλλογή: πρόκειται για ένα έργο απόκοσμο, έξω από τα όρια της γραφής που έχουμε, ίσως, συνηθίσει. Το απόφθεγμα ολοκληρώνεται με τις φράσεις: «Αλλού κοιτάμε! Κι εκεί θα πάμε κάποτε, ό,τι κι αν γίνει εδώ!». Οι φράσεις αυτές μοιάζουν να αντικατοπτρίζουν την ποιητική στόχευση της Κλαμπούρα. Έχει το βλέμμα της στραμμένο αλλού, σε σκοτεινές ατραπούς, τις οποίες οι περισσότεροι ομότεχνοί της δεν σκοπεύουν να διαβούν. Είναι, όμως, αποφασισμένη να ακολουθήσει την καλλιτεχνική της πορεία ό,τι κι αν συμβεί.
Το πρώτο ποίημα της συλλογής με τίτλο «Οι μάσκες» (σελ. 9) δίνει τον τόνο. Οι μάσκες, σύμβολο εν προκειμένω της υποκρισίας, φαίνεται να «υπάρχουν παντού/[…] στους δρόμους, στις πλατείες,/στ’ αυτοκίνητα, στις εκκλησίες». Ο θάνατος «περπατάει επάνω τους/σαν πρόστυχη αράχνη». Με «λίγα λουλούδια παραπάνω/θα ανταγωνιστούν/για το ποιος είναι/ο πιο όμορφος τάφος». Άνθρωποι ρηχοί, κενοί, χωρίς συναισθήματα μάς περιτριγυρίζουν. Τους βρίσκουμε ακόμα και στον οίκο του Θεού («στις εκκλησίες»). Φορώντας τις μάσκες θαρρούν πως μπορούν να ξεγελάσουν τους συνανθρώπους τους. Οι μάσκες είναι ένα από τα επαναλαμβανόμενα μοτίβα της συλλογής, τα οποία εμφανίζονται καθώς συνεχίζουμε την ανάγνωση.
Ένα ακόμη σταθερό και επαναλαμβανόμενο μοτίβο είναι ο θάνατος. Τον συναντάμε και στο τρίτο ποίημα με τίτλο «Ο φόβος» (σελ. 12). Εδώ ο θάνατος αφορά τους γονείς του ποιητικού υποκειμένου και έχει μια αμφίσημη χροιά. Από τη μία πλευρά υπάρχει ο φόβος της απώλειας των γονέων («Φοβάμαι τον θάνατο/του μπαμπά και της μαμάς») αλλά, από την άλλη, υπάρχει ταυτόχρονα το αίσθημα της λύτρωσης που φέρνει ο χαμός τους αλλά και ο φόβος της επανεμφάνισής τους («Τρέμω/μην μου φυτρώσουνε ξανά»). Αυτή η αμφισημία τείνει να υποχωρήσει στο ποίημα με τίτλο «Η δήμιος» (σελ. 25), όπου ο θάνατος των γονέων επέρχεται αυτή τη φορά με πρωτοβουλία του ποιητικού υποκειμένου («Ανέβασε τους γονείς της στο ικρίωμα/[…] Μια φλέβα αγαλλίασης ξεχύθηκε άθελά της,/ματώνοντας περίτρανα τη γλώσσα»). Ο θάνατος των γονέων λειτουργεί απελευθερωτικά («“Αντίο”,/ψέλλισε χωρίς να το εννοεί.»), καθώς «οι ενοχές της/[…] εξαφανίστηκαν από τα δάχτυλα». Κόντρα στην αστική ηθική, η Κλαμπούρα αμφισβητεί τον θεσμό της Αγίας Οικογένειας και υποδεικνύει ότι για κάποιους/ες η οικογενειακή ζωή μπορεί να είναι ένας εφιάλτης.
Ο θάνατος διαδραματίζει κεντρικό ρόλο και στο ποίημα με τίτλο «Η τελευταία ηδονή» (σελ. 28), με το οποίο ολοκληρώνεται το άτυπο πρώτο μέρος του βιβλίου. Το ποιητικό υποκείμενο προσδοκά τον θάνατο των πάντων («προσευχόμουν μέσα στις σκιές,/να τελειώσει ο κόσμος,/να αυτοκτονήσουν όλοι»), συμπεριλαμβανομένου και του εαυτού του («Έδινα δυνατές γροθιές/στο στήθος μου/με την ελπίδα πως/θα σταματήσουν οι παλμοί,/πως η καρδιά θα σταματήσει»). Στην τελευταία πράξη του δράματος, το ποιητικό υποκείμενο οργανώνει τη σταύρωσή του («Πλήρωσα ανθρώπους για να με σταυρώσουν»). Πάνω στον σταυρό «η ψυχή χαμογελά» (σελ. 29) και το σώμα καρτερικά αναμένει «το τελευταίο χέρι,/που με το τελευταίο καρφί,/θα του προσφέρει/[…] την τελευταία ηδονή» (σελ. 30). Αυτή τη φορά η λύτρωση, η τελευταία ηδονή, είναι αποτέλεσμα όχι του χαμού κάποιου άλλου/κάποιων άλλων αλλά του ίδιου του ποιητικού υποκειμένου.
Το άτυπο δεύτερο μέρος της συλλογής ανοίγει με ένα απόφθεγμα του καταραμένου ποιητή Charles Baudelaire: «Δεν μπορώ να συλλάβω κάποιο τύπο ομορφιάς, στον οποίο δεν υπάρχει μελαγχολία». Στο ποιητικό σύμπαν της Κλαμπούρα, όπως αντίστοιχα και στο κινηματογραφικό της σύμπαν, η ομορφιά συνυπάρχει με τη μελαγχολία.
Στο ποίημα με τίτλο «Το ψάρι» (σελ. 39) η ομορφιά του έρωτα που συμβολίζεται από ένα δέντρο συνυπάρχει με τη μελαγχολία που προκαλείται από το γεγονός ότι το αντικείμενο του πόθου του ποιητικού υποκειμένου χρησιμοποιεί το εν λόγω δέντρο ως αγχόνη. Έτσι, το δέντρο γίνεται τόπος μαρτυρίου και το ποίημα κλείνει με την πρόθεση μιας τελετουργικής ταφής ενός νεκρού ψαριού στα βάθη της θάλασσας.
Ο έρωτας επανέρχεται στο ποίημα με τίτλο «Ένα ακόμη ποίημα» (σελ. 45), όπου δεσπόζει μια σειρά από εικόνες, εν είδει ποιητικών σεκάνς, με τις οποίες η ποιήτρια περιγράφει τον ερχομό του αγαπημένου προσώπου. Το μικρό παιδί με τα πινέλα και τα χρώματα στα χέρια, ο εραστής που ξετυλίγει την ερωμένη του σαν τσαλακωμένο χαρτί, ο ερχομός του αγαπημένου που παρομοιάζεται με τον αιφνιδιασμό από το απόκοσμο σκοτάδι μιας νάρκωσης ή με το ξέσπασμα μιας φωτιάς στο δάσος, την οποία το έτερο πρόσωπο κοιτά αποσβολωμένο, όλες αυτές οι εικόνες σκηνογραφούν το ερωτικό συναίσθημα σε μια σπάνια στιγμή διαύγασης της σκέψης. Είναι ένα από τα ελάχιστα σημεία της συλλογής όπου αχνοφέγγει η ελπίδα μιας κάποιας ευτυχίας.
Η ελπίδα αυτή σπινθηρίζει και στο ποίημα με τίτλο «Το φέρετρο» (σελ. 55), όπου κυριαρχεί ένας γοτθικός, θα λέγαμε, ρομαντισμός. Ο οίκος του θανάτου, το φέρετρο, ένα ακόμη επαναλαμβανόμενο μοτίβο που συναντάμε σε διάφορα ποιήματα της συλλογής, γίνεται εδώ τόπος θαλπωρής. «Κρύψου μέσα στο φέρετρό μου./Σου υπόσχομαι πως θα/είναι ζεστό/και γεμάτο όνειρα» παροτρύνει το ποιητικό υποκείμενο το έτερον ήμισυ. Το πρόσωπο αυτό, σε αντίθεση με την πλειοψηφία, «κρατά/τη μάσκα του στο χέρι/αντί να τη φορά/στο πρόσωπο». Η μάσκα, λοιπόν, επιστρέφει όχι ως σύμβολο υποκρισίας αυτή τη φορά αλλά ως ένα δομικό χαρακτηριστικό που διακρίνει τον συγκεκριμένο άνθρωπο από τους κούφιους ανθρώπους. Το φέρετρο γίνεται το καταφύγιο των δύο εραστών που βρίσκουν τη θαλπωρή στο σκοτάδι, γιατί, όπως αναφέρει το ποιητικό υποκείμενο, «το σκοτάδι/δεν με εγκατέλειψε ποτέ» (σελ. 57). Το μόνο που μπορεί να διαρρήξει αυτή την ασυνήθιστη ερωτική κρυψώνα είναι η ένωση των δύο εραστών («κρύψου στο φέρετρό μου,/γιατί αν κάνουμε έρωτα/μπορεί και να το σπάσεις», σελ. 58).
Με την ποιητική συλλογή «Δαφοινόν δέρμα» η Μαίρη Κλαμπούρα πραγματοποιεί ένα αξιόλογο ντεμπούτο στα λογοτεχνικά πράγματα, κομίζοντας στην ποίηση την ατμοσφαιρικότητα, τη δύναμη της εικονοποιίας και την ανατρεπτικότητα που χαρακτηρίζουν την κινηματογραφική της αφήγηση. Με δουλεμένη γλώσσα σκηνοθετεί μια σειρά από μικρές ιστορίες σ’ ένα ποιητικό σύμπαν που αμφισβητεί τα όρια της κρατούσας λογικής. Αναμένουμε το επόμενο βήμα τόσο στο σελιλόιντ όσο και στο χαρτί.
[1] Δαφοινός, -όν: 1. Λέγεται για άγρια θηρία, κοκκινωπός, καστανόξανθος, κατακόκκινος, ολοπόρφυρος, 2. Μεταφ., κτηνώδης, βάναυσος, σκληρός, απάνθρωπος, αιμοβόρος, αιμοδιψής.
Μαίρη Κλαμπούρα, «Δαφοινόν δέρμα», Μετρονόμος, 2026





















![«Δυσκολοδιάβατη [η] μεμβράνη που μας χωρίζει από τον κόσμο» (της Ανδρονίκης Τασιούλα)](https://www.oanagnostis.gr/wp-content/uploads/2026/06/PORTOLAGOS_VISTONIDA_XANTHI_OITOPOIMAS_KATHIMERINI_DT_0925-61-2-218x150.jpg)

