Ζέτα Κουντούρη

0
72

Το Τρένο των Χριστουγέννων

Συχνά έχω την αίσθηση πως η ζωή είναι μια διαρκής διαδρομή με ένα τρένο. Ξεκινάς και κάποιος έχει προπληρώσει για σένα μια αριθμημένη θέση, στο παράθυρο ή κάπου αλλού.  Από κει και πέρα τίποτα δεν είναι εξασφαλισμένο. Ο αριθμός των βαγονιών, οι συνταξιδιώτες, εκείνος ή εκείνη του πλαϊνού καθίσματος, οι ταχύτητες που  θα εναλλάσσονται, οι ενδιάμεσοι σταθμοί, όπου μπορείς να κατεβείς για να ξαποστάσεις και, κυρίως, το τέρμα του ταξιδιού, που ποτέ δεν γνωρίζεις.

Από παιδί λάτρευα τις μακριές μέρες του καλοκαιριού. Με τις μικρές μονοκατοικίες της γειτονιάς μου να αστράφτουν κάτω από τον καυτό  πρωινό ήλιο, τον  ουρανό να φεγγοβολάει τις νύχτες από τα αμέτρητα λαμπιόνια των αστεριών και  το αεράκι να ανεμίζει ανάλαφρα τις φαρδιές φούστες της μητέρας μου, όποτε με έπαιρνε μαζί της στα μαγαζιά. Λάτρευα κι εξακολουθώ να λατρεύω το φως.

Γι αυτό, απ’ τον Νοέμβρη και μετά, όταν οι ημέρες μικραίνουν αδιάκοπα και πνίγονται από  νωρίς στο σκοτάδι, νιώθω ακόμη και σήμερα μια μελαγχολία. Τα βράδια, αναζητώ επίμονα το φεγγάρι, μα τις περισσότερες φορές το βρίσκω χωμένο πίσω από μουντά χειμωνιάτικα σύννεφα. Παρηγοριά μου, όπως  παλιά, όπως  πάντα, η προσμονή των Χριστουγέννων και της Πρωτοχρονιάς, όταν τα σπίτια και οι άνθρωποι φορούν τα γιορτινά τους,  φωτάκια αναρίθμητα λάμπουν κι αναβοσβήνουν στους δρόμους και στις πλατείες, μυρωδιές από μελομακάρονα και κουραμπιέδες  ξεχύνονται από παντού και  στο χριστουγεννιάτικο έλατο κρέμονται με κόκκινη κορδέλα πολύχρωμες μπάλες  και μύχιες ευχές. Προσμένω ακόμη και σήμερα τους Μάγους   από τα πέρατα της γης, ίσως γιατί είναι οι μόνοι που μπορούν να κάνουν αληθινά κάποια από τα όνειρά μας.

Φέτος ο Δεκέμβρης ήρθε πιο γρήγορα από όσο τον περίμενα. Καθώς μεγαλώνουμε όλα θαρρείς κινούνται γύρω μας ταχύτερα. Θυμήθηκα τον εαυτό μου τέτοια περίπου εποχή στις πρώτες τάξεις του δημοτικού  να γράφω καλλιγραφικά γράμματα στον Άγιο Βασίλη, ζητώντας του πότε κούκλες που να μιλάνε και πότε κουζινικά για να τους μαγειρεύω, ενώ ο αδελφός μου, πέντε χρόνια μεγαλύτερος, ζητούσε τανκς και στρατιωτάκια για να διαιωνίζει έναν αέναο πόλεμο  στο φαρδύ πρεβάζι του παραθύρου της κρεβατοκάμαρας που μοιραζόμασταν.  Θυμάμαι την απογοήτευσή μου όταν κάποια χρονιά κάτω από το έλατο βρήκα αντί για τα παιχνίδια που είχα ζητήσει ένα ζευγάρι κόκκινα λουστρίνια, γιατί εκείνα που είχα δεν μου έκαναν πια. Μα κι ο αδελφός μου, αντί για αντικαταστάτες του κατεστραμμένου  στρατού του, με τον οποίο ξημεροβραδιαζόταν ευτυχισμένος, βρήκε  μια ζακέτα με δερμάτινα  κουμπιά.Οι δουλειές του πατέρα μου δεν πρέπει να πήγαιναν πολύ καλά εκείνο τον καιρό.  Εγώ, πάντως, θυμάμαι  πόσο προδομένη και θυμωμένη ένιωσα, μολονότι δεν ήξερα ακριβώς με ποιον. Και για πολύ καιρό αρνιόμουνα να τα φορέσω.

«Τι θέλεις να σου φέρει φέτος ο Άγιος Βασίλης;» ρώτησα την εγγονή μου τις προάλλες.

Ήταν Σαββατόβραδο, οι γονείς της είχαν βγει κι εγώ χάζευα τις ειδήσεις στην τηλεόραση.  Ένα κοριτσάκι στην ηλικία της καιγόταν εκεί στους δέκτες, μπροστά στα μάτια μου, και ένα άλλο έτρεχε κλαίγοντας για να σωθεί πίσω από τους ρακένδυτους γονείς του.

Η μικρή φαινόταν απορροφημένη από μια παιδική σειρά που παρακολουθεί κάθε Σάββατο, πριν πάει για ύπνο.«Υπάρχει  Άγιος Βασίλης;»  με ρώτησε κάποια στιγμή χωρίς να σηκώσει το κεφάλι της, μα δεν ξέρω γιατί, ντράπηκα να της απαντήσω.

«Και αν υπάρχει πηγαίνει σε όλες τις χώρες;» συνέχισε με την αθωότητα των εννέα χρόνων της; «Σε όλα τα παιδιά; Εγώ, πάντως, φέτος δεν πρόκειται να κοιμηθώ, θα μείνω ξύπνια να τον περιμένω. Έχω πολλά για να του πω…»

Η νοσταλγία έχει χρώμα ροζ και είναι γένους θηλυκού. Και η μελαγχολία επίσης. ΄Ημουνα δεκαεπτά χρονών όταν διαγνώστηκε ότι ο πατέρας μου έπασχε από καρκίνο και βρισκόταν στο τελευταίο στάδιο. Δικηγόρος της μαχόμενης,  έτρεχε ακούραστα μέχρι που αρρώστησε, για να μη μας λείπει τίποτα. Στο βάθος της ψυχής του ένα  παιδί κι αυτός, με το που με το έκαναν την εμφάνισή τους τα χριστουγεννιάτικα δέντρα έσπευδε πρώτος και καλύτερος να μας αγοράσει το πιο μεγάλο, για να το έχουμε και να το χαιρόμαστε σε όλη την περίοδο των γιορτών. Πιο πολύ, όμως, νομίζω πως το χαιρόταν ο ίδιος. Αλλά πού μυαλό και διάθεση για φιέστες τη χρονιά εκείνη… Τον θυμάμαι, σα να ‘ταν χτες, παραμονή Πρωτοχρονιάς να σηκώνεται με τις πιτζάμες, που έπλεαν  πάνω του λόγω αδυναμίας,  και να κατευθύνεται σέρνοντας τα πόδια του στην τραπεζαρία, όπου η μητέρα είχε μαγειρέψει για πιο ελαφρύ ένα μεγάλο κοτόπουλο, αντί για γαλοπούλα, και είχε στολίσει το τραπέζι με  τρεις τέσσερις κατακόκκινες χριστουγεννιάτικες μπάλες ανάμεσα σε πράσινες γιρλάντες για να δείχνει εορταστικό.

«Το δέντρο; Τα φωτάκια;» είχε ψελλίσει εκείνος κοιτάζοντας μας τον έναν μετά τον άλλο. «Δεν στολίσατε φέτος δέντρο;»

Δυο δάκρυα μού φάνηκε πως είχαν βρέξει τα μάγουλά του, καθώς κατέβαζε με αργές κουταλιές ένα μέρος από τη σούπα του.

Το άλλο πρωί ξαμοληθήκαμε με τον αδελφό μου στους δρόμους να βρούμε  έστω και κάποια απομεινάρια κλαδιών για να στολίσουμε. Εις μάτην… Δεν υπήρχε τίποτα… Λίγες μέρες αργότερα τα φώτα των γιορτών έσβησαν, τα βεγγαλικά έπαψαν να αστραποβολάνε στον νυχτερινό ουρανό και η πόλη γύρω μας ξαναβυθίστηκε στον ήσυχο ύπνο της.

Ο πατέρας έφυγε κάποιους μήνες αργότερα για το μεγάλο  ταξίδι. Η ίδια όμως στεναχώρια με πιάνει ακόμη και σήμερα όταν στολίζουμε με την οικογένειά μου το χριστουγεννιάτικο έλατο και τον βλέπω να με κοιτάζει μελαγχολικός  μέσα από την οβάλ φωτογραφία του.

Έχω συχνά την αίσθηση πως η ζωή είναι μια διαρκής διαδρομή με ένα τρένο, όπου τα πάντα γύρω μας εναλλάσσονται  με όλο και μεγαλύτερη ταχύτητα. Μια που κανείς δεν γνωρίζει το τέλος της και οι τρεις Μάγοι συμβαίνει συχνά να χάνουν τον δρόμο τους ας φροντίσουμε τουλάχιστον να την κάνουμε όσο γίνεται πιο όμορφη τόσο για τον εαυτό μας όσο και για τους γνωστούς  και άγνωστους  συνταξιδιώτες μας.-

 

 

Προηγούμενο άρθροΜαρία Λαϊνά: μπροστά στην ομορφιά, μπροστά στη θάλασσα, δεν μπορώ να γράψω(συνέντευξη στην Αλεξάνδρα Σαμοθράκη)
Επόμενο άρθροΜιλένα Σπανού

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ