
του Γιώργου Ζώταλη (Φιλαδέλφεια, ΗΠΑ)
Βιοπικό ροκ
Τι συνδέει Έλβις Πρίσλευ, Τζιμ Μόρισον, Τζόνι Κας, Φρέντι Μέρκιουρι, Έλτον Τζον, Μπομπ Ντύλαν και Μπρους Σπρίνγκστιν; Η απάντηση είναι ότι όλοι τους έχουν γίνει biopics – κινηματογραφικές ανακυκλώσεις κλισέ για αστέρια του ροκ και τις εποχές τους.
Εκ φύσεως το biopic (biography + picture) ανακινεί απορίες ρεαλισμού και αυθεντικότητας. Ένα πολυσυζητημένο παράδειγμα υπήρξε ο Νίξον του Όλιβερ Στόουν (1995) που ακροβατούσε σε τεντωμένο σχοινί επειδή ο Χάνιμπαλ Λέκτερ/Άντονι Χόπκινς δεν έμοιαζε με τον 37ο. Από την άλλη, όταν ο Κίλιαν Μέρφι έχασε 10-13 κιλά που δεν του περίσσευαν για να πιάσει την αποστεωμένη οππενχαϊμερική φιγούρα, ικανοποίησε θεατές, κριτικούς και την επιτροπή των Όσκαρ.
Το πρόβλημα των ροκ biopics δεν είναι οι μιμήσεις των σταρ αλλά οι τρόποι με τους οποίους καπελώνουν την μουσική και την υποβιβάζουν σε διακοσμητικό ρόλο προκειμένου να ταυτιστούμε με το δράμα στην οθόνη. Στο biopic του Μπρους Deliver Me From Nowhere (2025) υποτίθεται ότι παρακολουθούμε την δημιουργία του Nebraska αλλά αυτό που μας δείχνουν είναι μία από τις ιερές αγελάδες du jour: κατασκευασμένη αρσενική ευαλωτότητα που κορυφώνεται δραματικά μπροστά στον Ψυχολόγο (με κεφαλαίο Ψ) όπου ο ροκ σταρ κλαίει (επιτέλους!) με λυτρωτικά αναφιλητά. Το Nebraska, άλμπουμ-καμπή της σπρινγκστινικής μυθολογίας, γίνεται κράχτης για φτηνό μελό που θα έπρεπε να λέγεται Και Όμως Κύριε Ψυχολόγε, Οι Άντρες Κλαίνε! Οι ιδεοληψίες του 21ου αιώνα φτιάχνουν τον δικό τους μουντό δακρύβρεκτο Σπρίνγκστιν που έχει ελάχιστη σχέση με τον ρόκερ που τραγουδούσε με μεταδοτικό κέφι μεγατόνων You can’t start a fire sitting ‘round crying over a broken heart.

Σχολιάζοντας τις ροκ βιοπικές ταινίες σαν είδος ο Mitch Therieau γράφει:
The anxiety is (even more) palpable in proper biopics. These films treat not just their subjects but also their subject’s music – rock and roll itself! – as functionally dead, something to be either eulogized or frantically resuscitated. Το άγχος των βιοπικών φιλμ είναι χειροπιαστό. Παρουσιάζουν όχι μόνο τους πρωταγωνιστές αλλά και την μουσική τους – το ίδιο το ροκ! – σαν λειτουργικά νεκρό που χρειάζεται είτε επικήδειο είτε πανικόβλητη ανάταξη. (1)
Δεν ξέρω τι να κάνω με το θαυμαστικό στην φράση το ίδιο το ροκ! Υπονοεί ότι ο θάνατος του ροκ είναι κάτι ανήκουστο που πρέπει να μας σοκάρει; Είναι θαυμαστικό ειρωνείας; Και ποιές είναι οι διαφορές ανάμεσα σε λειτουργικά νεκρό vs (απλώς) νεκρό ροκ; Ανεξαρτήτως απαντήσεων, βρισκόμαστε σε μιά στιγμή κατά την οποία οι ροκ μουσικές που δέσποσαν από τα 1960s μέχρι το τέλος του 20ου αιώνα, βρίσκονται με ένα πόδι σε μουσεία και το άλλο σε φορμόλη. Η πληθώρα ροκ βιοπικών ταινιών που επικεντρώνουν στο celebrity και αδιαφορούν για την μουσική είναι τεκμήριο ότι μιά εποχή έχει τελειώσει.
Τζίνι και μπουκάλια.
Το μουσείο δεν είναι φραστική υπερβολή. Σαν να μην έφτανε το Rock & Roll Hall of Fame, το 2023 άνοιξαν Μουσείο Πανκ (που αλλού;) στο Βέγκας. Αποτίοντας φόρο τιμής στο εμβληματικό LP που τα ξεκίνησε όλα, η επιγραφή Never Mind the Bollocks Here’s The Punk Rock Museum! καλωσορίζει τους επισκέπτες που περιηγούνται στα άρτιφακτ του Annus Horribilis 1976 με τον ίδιο τρόπο που απολαμβάνουμε ιμπρεσσιονισμό στο Musée d’Orsay, μαρμάρινα στην Ακρόπολη και κονσέρβες ντοματόσουπας στο MoMA.
Ο επιτάφιος θρήνος για το ροκ στο φέρετρο εμπλουτίζεται και διευρύνεται με ντοκιμαντέρ, ροκιμαντέρ, youtube κανάλια, αυτοβιογραφίες, μέμουαρ και φιλόδοξη γραφή από ινδάλματα του χθες που κάνουν λόγον διδόναι διπλασιασμένο σαν encore το οποίο μπορεί και να γίνεται με το ζόρι. Στο Face It η Ντέμπι Χάρι εξομολογείται:
At first, it was against my better judgement to do a memoir/autobiography, but it seems appropriate at this time in my life to get it over with and remember. Στην αρχή δεν ήθελα να γράψω αυτοβιογραφία αλλά τώρα μου φαίνεται σωστό να το κάνω και να το βγάλω από τη μέση (2).
Get it over with αναφέρεται σε κάτι που για διάφορους λόγους (φόβο, δέος, βαρεμάρα, λαφαργκική τεμπελιά, κατάθλιψη, αναβλητικότητα κλπ) δεν θέλουμε να κάνουμε αλλά αναγκάζουμε τον εαυτό μας να το κάνει και να ξεμπερδεύουμε. Στο Face It (τίτλος και εξώφυλλο αποδίδουν σε πολλαπλά επίπεδα την μαγεία της Ντέμπι), η απροθύμως αυτοβιογραφούμενη φροντ γούμαν των Μπλόντι υποστηρίζει ότι με το βιβλίο της αποδεικνύει ότι ήταν και παραμένει πανκ – αντισυμβατική υπονομεύτρια που υποδυόταν την χαζή ξανθιά για να αποδειχθεί στο τέλος εξυπνότερη από όλους μας.
Σε αντίθεση με το ροκ, η λέξη πανκ παραμένει ανθεκτική και η χρήση της εξακολουθεί να περνιέται σαν αυθεντικότητα. Όμως δυστυχώς, όπως επεσήμανε η Lauren Oyler παρουσιάζοντας το Face It στο Bookforum, αυτό που κάποτε ήταν ανατρεπτικό, σήμερα απλώς πουλάει: what was once subversive is now just sellable. Το πρόβλημα δεν είναι ότι οι πανκ πόζες πουλάνε. Έχουμε πλέον αποθεραπευθεί από σύνδρομα ανωτερότητας που έστελναν εμπορευματοποίηση και πωλήσεις στο εξώτερον αισθητικό πυρ. Ο λόγος που το πανκ δεν είναι και δεν μπορεί να είναι ανατρεπτικό είναι γιατί επαναστάσεις και ρήξεις έχουν χάσει νόημα. Ροκ, πανκ και όλα όσα τα συνόδευαν σήμερα επαναλαμβάνονται σαν memes, παρωδία και σάουντρακ διαφημίσεων σε έναν κόσμο που σκρολάρει την μία πόζα ανατρεπτικότητας μετά την άλλη.
Η Oyler έκλεισε την παρουσίαση του Face It με την εξής εύστοχη διάγνωση:
What would have been punk is to write no memoir at all. (Πραγματικό) πανκ σήμερα θα ήταν να μην γράψεις μέμουαρ (3).
Τι σημαίνουν αυτά για τo ροκ που κάποτε σκανδάλιζε, προκαλούσε ηθικούς πανικούς, απειλούσε και διατάρασσε – ήθη, κοινωνική γαλήνη, κοινή ησυχία, πολιτικά κατεστημένα και εθνικά συμφέροντα με θράσος, οργή και άγρια αυθάδεια; Οι πυελικές περιστροφές του Elvis the pelvis, οι μακρυμάλληδες γιεγιέδες, τα Δεν είμαι γιός γερουσιαστή στον πόλεμο του Βιετνάμ, ο Ίγκυ που Ήθελε Να Γίνει Ο Σκύλος Σου, η Αναρχία στο Ηνωμένο Βασίλειο, οι Ramones που ήθελαν να λοβοτομηθούν και αναισθητοποιηθούν, συμπεριφέρονταν σαν υπεροπτικά τζίνι που νόμιζαν ότι δεν θα ξαναέμπαιναν ποτέ σε μπουκάλι, ούτε μπορούσαν να διανοηθούν ότι θα κατέληγαν σε μουσείο.
Γιά κάποιο διάστημα θεωρούσαμε δεδομένο ότι παραμορφωμένες ηλεκτρικές κιθάρες, εκκωφαντικά ντραμς και αντιφρονούντες στίχοι ήταν όχημα πολιτικοποίησης έξω από κατεστημένα κόμματα και θεσμούς (4). Η ιδέα ότι το ροκ ήταν εξέγερση είχε πέραση ακόμη και μέχρι τα 1990s. Όταν άκουγα το American Jesus των Bad Religion το 1993 και έβλεπα το βίντεο του Bulls on Parade των Rage Against The Machine το 1996, πίστευα ότι η ενέργεια τους ήταν οδίνες τοκετού. Δεν ήξερα τι θα γεννιόταν αλλά περίμενα κάτι άλλο από το νεοφιλελεύθερο τσίρκο των Κλίντον/Γκορ (The Democratic Circus ήταν τραγούδι των Talking Heads, ποιητών μεσοαστικής αποξένωσης). Όμως στο τέλος ο frontman των Bad Religion έγραψε κι αυτός μέμουαρ ενώ οργή των RATM μετουσιώθηκε σε ατραξιόν στο τσίρκο.
Εκ των υστέρων είναι εύκολο να δούμε γιατί η ιδέα του ροκ σαν κριτική αμφισβήτηση, αντισυμβατικότητα, εξέγερση και αλλαγή του κόσμου παραφουσκώθηκε και έγινε σύμβολο πίστης. Κολάκευε τους ροκ σταρ, υπερδιογκωνόταν από συστήματα δημοσιότητας, περιοδικά, κριτικούς, θεωρητικούς (5), και αναπαραγόταν από εμάς τους φανς που θέλαμε υποκατάστατα επανάστασης, διαφοροποίησης, ανήκειν και νοήματος.
Σήμερα το ροκ βρίσκεται στο νεκροτομείο και κείμενα όπως του Therieau για βιοπικές ταινίες ροκ ή οι αιχμές της Oyler κατά της ροκ αυτοβιογραφίας διαβάζονται σαν ιατροδικαστικές εκθέσεις. Στο διαδίκτυο υπάρχει ολόκληρη θανατολογία με τίτλους όπως Is Rock Music Dead? What Killed Rock & Roll? Why Aren’t There Big Rock Bands Anymore? Why Do People HATE U2? Rap Killed Rock, The “Death” of Rock Is Good for the Genre κλπ κλπ.
Διπλός θάνατος.
Η εξάντληση της εξεγερτικής αμφισβητησιακής γόμωσης ήταν ο πρώτος θάνατος του ροκ και υπάρχουν πολλές γνώμες για το πότε συνέβη αυτό. Κάποιοι υποστηρίζουν ότι άρχισε στα τέλη των 1980s/αρχές 1990s όταν οι ροκ σταρ γίνονταν ακτιβιστές. Ο Στινγκ έσωζε τον Αμαζόνιο και ο Μπόνο παιδάκια της Αφρικής – το κόμπλεξ του Λευκού Σωτήρα σε όλο του το μεγαλείο.
Για μένα ξεκίνησε με την βαθύτατα διαβρωτική ειρωνεία του Nevermind το 1991 που δεν άφησε τίποτα όρθιο. H εσωστρέφεια, αδιαφορία και αυτοαπομυθοποίηση του Kurt Cobain που λίγο πριν το τέλος τραγουδούσε I think I’m dumb/Νομίζω είμαι ηλίθιος βρισκόταν στον αντίποδα του ροκ σταρ σαν θετικού ήρωα. Το Whatever, never mind του Smells like Teen Spirit έδωσε το φιλί του θανάτου στο στρατευμένο ροκ με μήνυμα.
Ενώ έγραφα αυτές τις επικήδειες σκέψεις, ο Σπρίνγκστιν ανέβασε τους Δρόμους της Μιννεάπολης με αφορμή τα γεγονότα στις αρχές της χρονιάς. Κανείς δεν αμφιβάλλει για την ειλικρίνεια των αισθημάτων και τις προοδευτικές προθέσεις του Αφεντικού αλλά το Streets of Minneapolis είναι τραβηγμένο από τα μαλλιά και δεν ακούγεται. Ο κουρασμένος τίτλος παραπέμπει σε βιαστικό ξαναζέσταμα του Streets of Philadelphia με λίγο σταϊνμπεκικό Φάντασμα του Τομ Τζόαντ αλλά χωρίς το δώρο της Μούσας που διαπερνούσε τη δουλιά του μέχρι και το Born in the USA (1984). Ακόμη χειρότερα, Οι Δρόμοι της Μιννεάπολης αγνοήθηκαν από τις νέες γενιές. Τα πεντέξη εκατομμύρια views του βίντεο είναι σταγόνα στον ωκεανό του Zeitgeist και προέρχονται από τους συνομήλικους θαυμαστές και συνοδοιπόρους του Μπρους. Ο κάποτε ζεν πρεμιέ του ουβριεριστικού ροκ, τροβαδούρος της εργατιάς, των ερειπίων που προκάλεσε η αποβιομηχανοποίηση και η σκοτεινή πλευρά του αμερικανικού ονείρου, είναι ανήμπορος και τυφλός μπροστά στην κινούμενη άμμο του performance: όσο περισσότερο προσπαθείς τόσο λιγότερη σημασία έχεις. Τα Streets of Minneapolis του 2026 με ανάγκασαν να αναρωτηθώ κατά πόσον το πολιτικό τραγούδι διαμαρτυρίας ήταν άλλο ένα μπουμερικό άρτιφακτ που τελείωσε.
Ο δεύτερος θάνατος του ροκ έχει να κάνει με την υποχώρηση και απουσία του από τις δημοφιλείς κουλτούρες και μουσικές του σήμερα. Τα playlists του 21ου αιώνα δεν έχουν όρεξη για τετραμελείς μπάντες με κιθάρα, μπάσο και ντραμς. Τα επικά σολαρίσματα είναι ντεμοντέ τουλάχιστoν από την εποχή των Nirvana. Νέες τεχνολογίες (autotune), νέα είδη, νέα γούστα, νέες σταρ, νέες γενιές και νέες ειρωνείες αποκαθήλωσαν το ροκ από τον θρόνο και το μετέτρεψαν σε πρώην.
Η εκθρόνιση γίνεται χειροπιαστή στο παρακάτω διάγραμμα που δείχνει τα κορυφαία άλμπουμ σε πωλήσεις σε Βρετανία και ΗΠΑ από 1960 μέχρι 2017. Μετά την παντοκρατορία του ροκ στα 1960s και 1970s, η πρώτη μεγάλη πτώση γίνεται αρχές των 1980s με τα συνθεσάϊζερς. Το 1985 έχουμε παροδική αναχαίτιση της πτώσης (λόγω Springsteen, Dire Straits και Bryan Adams) και μία δεύτερη το 1991 με το Σηάτλ (Nirvana, Pearl Jam, Soundgarden, Alice in Chains.) Μετά την τελευταία αναλαμπή γύρω στο 2006 (Arctic Monkeys, Killers, Kings of Leon) το 2010 τα ροκ άλμπουμ εξαφανίζονται από τις κορυφές των πωλήσεων.

Ποσοστά πωλήσεων ροκ άλμπουμ 1960-2017. David Bennett, When Did Rock Stop Being Pop? Youtube βίντεο, 17 Ιουλίου 2018.
Le Rock est mort, vive le Rock!
Θάνατος του ροκ δεν σημαίνει ότι έπαψαν ή θα πάψουν να γράφονται και να παίζονται μουσικές που ακολουθούν και επανεφευρίσκουν τις ροκ παραδόσεις. Κλείνω με 4 τυχαία παραδείγματα (ανάμεσα σε αναρίθμητα άλλα) που δείχνουν ότι μετά τον θάνατο ακολουθεί η φυσιολογικοποίηση του ροκ.
Το 2017 οι War On Drugs κυκλοφόρησαν το υπέροχο Pain που αφομοιώνει ένα σωρό επιρροές χωρίς να διστάζει να έχει και σολάρισμα. Αλλά αντί για ηρωικά θέματα που συνομιλούν με πρωτοσέλιδα (το Sunday Bloody Sunday/U2 ξεκινά I can’t believe the news today), εξέγερση (I Fought The Law/Clash), ελευθερία (Mandela Day/Simple Minds), πολιτική βία (Zombie/The Cranberries), μεγάλα διλήμματα (Working Man/Rush, Born in the USA/Springsteen) και αντιπολεμικά θέματα (American Idiot/Green Day, Rock Against Bush/συλλογικό CD με αφορμή την εισβολή στο Ιράκ), το Pain αιωρείται στην χαμηλότονη μεταφυσική πραγμάτων και ορίων που δεν μπορούμε να ξεπεράσουμε:
I’ve been pulling on a wire, but it just won’t break. Τραβάω ένα σύρμα που δεν σπάζει.
I’ve been turning up the dial, but I hear no sound. Δυναμώνω την ένταση αλλά δεν ακούω τίποτα.
I resist what I cannot change. Αντιστέκομαι σε αυτά που δεν μπορώ να αλλάξω.
And I wanna find what can’t be found. Και ψάχνω αυτά που είναι αδύνατο να βρεθούν.
Το 2021 οι Maneskin έκλεψαν το βραβείο της Eurovision με το εκρηκτικό Zitti e Buoni. Ο θρίαμβος ενός χαρντ ροκ τραγουδιού μέσα στο άντρο του ετήσιου ευρωκίτς έδειξε την απήχηση του είδους όταν η μουσική είναι αριστουργηματική. Το Zitti e Buoni μας έδωσε ένα εξίσου εντυπωσιακό βίντεο γεμάτο ποστ-γκραντζ αύρα από τα 1990s. Με αφορμή τους ιταλικούς στίχους, το παρακάτω σχόλιο (σε σύνολο 63.137) δείχνει την δύναμη της μουσικής:
Do I understand ONE thing they’re saying? No. Am I obsessed? Yes.
Δεν καταλαβαίνω λέξη από το τραγούδι αλλά είμαι παθιασμένος μαζί του.
Το 2022 οι Antimatter κυκλοφόρησαν το Fold. Το απαιτητικό αρτ ροκ της μπάντας που είναι ενεργή από το 1998, πειραματίζεται με trip hop, metal, progressive και shoegaze ενώ οι στίχοι εκφράζουν θεολογικές εμμονές (το πρώτο τους άλμπουμ είχε τραγούδια με τίτλους Saviour, Psalms, God Is Coming, Angelic.) Στο Fold δίνουν χαρντ ροκ μετουσιωμένο σε μελωδία με τον τρόπο που μόνο το μέταλ μπορεί να κάνει.
Τέλος, το Rocks των Dry Cleaning που μόλις κυκλοφόρησε (2026 από 4AD) είναι τρίλεπτη κιθαριστική καταιγίδα που δεν έχει τίποτα να ζηλέψει από Wire/I should have known better και Sonic Youth/’Cross the Breeze. Η φωνή εναλάσσεται μεταξύ μηχανικής απαγγελίας και τραγουδιού. Δεν υπάρχουν εξάρσεις ούτε σολάρισμα. Στο βίντεο ένα αγόρι φοράει μπλουζάκι με το Νιρβανικό χαμόγελο και ένα κορίτσι Guns N’ Roses από την εποχή του Appetite for Destruction.
Για τα παιδιά του σήμερα το ροκ είναι απόμακρο δεινοσαυρικό παρελθόν. Το επισκέπτονται σαν τουρίστες μέσω αλγόριθμων που λειτουργούν σαν μουσικά Airbnb. Οι σημασίες και οι ρόλοι του ροκ που μεσουράνησαν πριν μισό αιώνα δεν υπάρχουν πλέον. Αυτό είναι καλό και για το ίδιο το είδος που δεν χρειάζεται εξωμουσικές επιδιώξεις, σκοπιμότητες ούτε ιερές αγελάδες.
Το δώρο του ροκ είναι να ομορφαίνει τις ζωές μας, όχι να κάνει κήρυγμα. Πράγματι, το ροκ πέθανε. Ζήτω το ροκ!
Σημειώσεις
1.Mitch Therieau. Hype Train Coming. N+1, 19 Μαρτίου 2025.
- Debbie Harry. Face It. Dey Street Books. 2019, 368 σελίδες.
- Lauren Oyler. No Debutante. Debbie Harry argues that Blondie were punker than punk. Bookforum, Φθινόπωρο 2019.
- (T)he brief period when mass youth culture asserted itself through loud guitar music made not just by groups but by artists, when this music was invested with earnest hopes that a commercial product could be a world-historical vector for political consciousness. Mitch Therieau, Hype Train Coming. n+1, 19 Μαρτίου 2025.
- Ίσως το σημαντικότερο παράδειγμα κριτικής που πάσχισε να επαναστατικοποιήσει το πανκ είναι το Ίχνη Κραγιόν. Μία Μυστική Ιστορία του Εικοστού Αιώνα. Greil Marcus. Lipstick Traces. A Secret History of the Twentieth Century. Harvard University Press. 1989, 496 σελίδες.











![Τα μεταμφιεσμένα (βιβλία) εκτός Απόκρεω [της Μαρίζας Ντεκάστρο]](https://www.oanagnostis.gr/wp-content/uploads/2026/02/ccb052aebf9ab89eb4ba0dcadf63d752-218x150.jpg)







