του Γιάννη Μουγγολιά
Πενήντα δύο χρόνια πριν (11 Απριλίου 1974) ηχογραφήθηκε το σπάνιο διαμάντι του τρομπονίστα και συνθέτη της τζαζ Grachan Moncur III «Echoes Of Prayer» στο Blue Rock Studio της Νέας Υόρκης, που την προηγούμενη μέρα είχε παρουσιαστεί στο Workshop Concert στο University΄s Loeb Student Center. Η παραγγελία ανατέθηκε από την Jazz Composer΄s Orchestra στον Moncur ΙΙΙ το 1972, ενώ ο δίσκος κυκλοφόρησε το 1975 από τη δισκογραφική εταιρεία JCOA Records, μη κερδοσκοπική δισκογραφική εταιρεία της Jazz Composer’s Orchestra Association Inc., η οποία ιδρύθηκε στα τέλη της δεκαετίας του ’60 από την Carla Bley και τον Michael Mantler και οι δίσκοι της διανέμονταν αρχικά από την Mantler’s New Music Distribution Service και αργότερα από την ECM Records.
Πρόκειται για το μοναδικό έργο του Grachan Moncur ΙΙΙ για μεγάλο σύνολο (ορχήστρα) που ηχογραφήθηκε, αφού ο Νεοϋορκέζος μουσικός (γιος του τζαζ μπασίστα των Savoy Sultans, Grachan Moncur ΙΙ-τρομπόνι το δεύτερο όργανό του- και ανιψιός του τζαζ σαξοφωνίστα Al Cooper), που γεννήθηκε στις 3/6/1937 και πέθανε την ίδια ημερομηνία (3/6) το 2022 σε ηλικία 85 ετών, μέχρι τότε είχε ρίξει το βάρος στην προσωπική του δισκογραφία σε μικρά σύνολα με μεγαλύτερη τη φόρμα του οκτέτου.

Ο νεαρός Grachan Moncur III καταξιώθηκε για το παίξιμό του ως τρομπονίστας νωρίς και αμέσως άρχισε να περιοδεύει με το συγκρότημα του διάσημου Ray Charles για μερικά χρόνια. Όμως γρήγορα τον κέρδισε η πειραματική και ελεύθερα αυτοσχεδιαστική διάσταση της τζαζ. Στην επιλογή του αυτή διαφώνησε έντονα ο Ray Charles που έβλεπε τον νεαρό τότε Grachan Moncur III να φεύγει από το συγκρότημά του, να γυρίζει την πλάτη στον σταθερό μισθό ενός τζαζ μουσικού και για χάρη των μουσικών εξερευνήσεων και των ρηξικέλευθων πειραματισμών του να ακολουθεί μια μοναχική και δύσκολη πορεία όπως όλοι οι ελεύθεροι, δημιουργικοί μουσικοί τότε. Ήταν η περίοδος που ο Moncur ΙΙΙ έπαιξε για ένα μικρό χρονικό διάστημα με το Benny Golson/Art Farmer Jazztet και που ηχογραφούσε τους πρώτους του δίσκους και άρχισε να γράφει τις πρώτες του συνθέσεις.

Ειδικά το αριστουργηματικό και εξαιρετικά ευρηματικό «Evolution» (Blue Note, 1964), με τους Lee Morgan-τρομπέτα, Jackie McLean-άλτο σαξόφωνο, Bobby Hutcherson- βιμπράφωνο, Bob Cranshow-κοντραμπάσο και Anthony Williams-ντραμς, ντεμπούτο της προσωπικής του καριέρας με εμπνευσμένες εκτεταμένες συνθέσεις (8 έως 12,5 λεπτά), αποτέλεσε κορυφαία στιγμή της γόνιμης πορείας του. Όταν ηχογραφήθηκε το «Evolution», ένα ομολογουμένως αξεπέραστο άλμπουμ, που συνδύαζε εσωστρέφεια και εξωστρέφεια, επανάληψη και εξερεύνηση, παρελθόν και μέλλον, ο Grachan Moncur III ένιωσε κάτι ανεξήγητο και σκοτεινό αφού λίγες ώρες αργότερα πληροφορήθηκε ότι ο Πρόεδρος John Fitzgerald Kennedy είχε δολοφονηθεί και έτσι συνέδεσε για πάντα τη δημιουργία αυτού του δίσκου με ένα είδος προαίσθησης του μέλλοντος.
Αλλά και το «Some Other Stuff» (Blue Note, 1965) με τους Herbie Hancock- πιάνο, Wayne Shorter- τενόρο σαξόφωνο, Cecil McBee- κοντραμπάσο και Anthony Williams- ντραμς, συγκαταλέγεται με πολλές αξιώσεις στα αριστουργήματά του και αποδεικνύει πόσο μπροστά από την εποχή του ήταν ο Grachan Moncur III. Μάλιστα μετά από αυτόν τον δίσκο ο Moncur ΙΙΙ ενεπλάκη σε μια διαμάχη με τη δισκογραφική του εταιρεία, την Blue Note γιατί επέμενε να κατέχει τα δικαιώματα των συνθέσεών του. Αυτή η διαμάχη είχε ως συνέπεια να μην ξαναηχογραφήσει για 6 ολόκληρα χρόνια ως leader.
To 1969 και το 1970 κυκλοφορεί στη δισκογραφική εταιρεία BYG αντίστοιχα τους δίσκους του «New Africa» και «Aco Dei De Madrugada», που αποτελούν εξαιρετικά δείγματα της συνθετικής και εκτελεστικής-αυτοσχεδιαστικής ικανότητάς του, αλλά και βέβαια της free jazz που τότε άκμαζε. Ο Grachan Moncur III ωστόσο έπαιξε σε πολλούς σπουδαίους δίσκους άλλων: Jackie McLean, Archie Shepp, Marion Brown, Dave Burrell, Bennie Golson, Herbie Hancock, Joe Henderson, Lee Morgan, Alan Silva, Clifford Thornton, Frank Lowe, William Parker, Beaver Harris, John Patton, Butch Morris, Sunny Murray, Cassandra Wilson κ.α.

Αξίζει να τονίσουμε ότι τη μουσική για το θαυμάσιο άλμπουμ του «Echoes Of Prayer» ο Grachan Moncur III την έγραψε σε μια περίοδο πολύ δύσκολη για τον ίδιο αφού είχε χάσει το σπίτι του και όλα τα υπάρχοντά του σε μια πυρκαγιά. Στο «Echoes Of Prayer» υπογράφει τις συνθέσεις και συμπράττει με την θρυλική 18μελή εδώ Jazz Composer΄s Orchestra της Carla Bley όπου εκτός αυτής στο πιάνο, παρελαύνουν κορυφαία τζαζ ονόματα: Carlos Ward (άλτο σαξόφωνο-φλάουτο), Hannibal Marvin-Peterson (τρομπέτα), Pat Patrick (φλάουτο), Perry Robinson (κλαρινέτο), Charlie Haden και Cecil McBee (κοντραμπάσα), Anthony Williams και Beaver Harris (ντραμς), Leroy Jenkins (βιολί), Jeanne Lee (φωνητικά) κ.α. σε έναν πληθωρικό θρίαμβο πνευστών, εγχόρδων και κρουστών. Η Jazz Composer΄s Orchestra, που στις τάξεις της βρέθηκαν κατά καιρούς όλοι οι μεγάλοι τζάζμεν (Michael Mantler-συνιδρυτής της ορχήστρας, Pharoah Sanders, Steve Lacy, Archie Shepp, Paul Bley, Gato Barbieri, John McLaughlin, Jack Bruce, Dave Holland, Anthony Braxton, Enrico Rava, Sheila Jordan κ.α.), με προηγούμενα τεκμήρια δισκογραφίας κορυφαία άλμπουμ της τζαζ ιστορίας: «Communication (1965), «The Jazz Composer’s Orchestra» (1968) με Cecil Taylor, το αριστουργηματικό «Escalator over the Hill» (1971) με Carla Bley σε ποίηση Paul Haines, «Relativity Suite» (1973) με Don Cherry, «Numatik Swing Band» (1973) με Roswell Rudd και «The Gardens of Harlem» (1975) με Clifford Thornton, αφήνει χαρακτηριστικό αποτύπωμα στην αβανγκάρντ και free jazz περιπέτεια του δίσκου. Μαζί το θαυμάσιο πενταμελές χορευτικό σχήμα Tanawa Dance Ensemble με έντονες αφρικάνικες αναφορές, που απελευθερώνει έναν σαρωτικό κρουστό άνεμο στο «Echoes Of Prayer».

Ο Grachan Moncur ΙΙΙ, που για μακρύ διάστημα ήταν εκτός δημιουργικής, ενεργούς πορείας, επιστρέφει δυναμικά. Συνθέτει και καθοδηγεί τους μουσικούς σε τέσσερις συνθέσεις-κινήσεις αφιερωμένες στον ειρηνιστή για τα πολιτικά δικαιώματα, δολοφονημένο το 1968 Martin Luther King Jr., στον ακτιβιστή Medgar Evers, δολοφονημένο το 1963, στον πολιτικό ακτιβιστή Marcus Garvey και στην πολιτική ακτιβίστρια και συγγραφέα Angela Davis. Προσωπικότητες όλες τους που το 1974 ή δρούσαν ή ο πρόσφατος θάνατός τους ήταν νωπός όπως τα μηνύματά τους και η γενικότερη αναταραχή που είχαν προκαλέσει. Η μουσική του, ιδιαίτερα πυκνή, πρωτοποριακή, πολυεπίπεδη, αντλεί από jazz, αυτοσχεδιασμό, free jazz, spiritual jazz, jazz funk, latin, αφροαμερικάνικους ρυθμούς και αρχέγονες ρίζες της jazz, άλλοτε ως θεμελιακές αναφορές και άλλοτε ως ηχητικές γεύσεις. Μουσική με σπάνια ποικιλία στους ρυθμούς, ιδιαίτερη συναισθηματική φόρτιση και βάθος. Και ταυτόχρονα μουσική που δημιουργεί ατμόσφαιρα και σε υποβάλλει.
Ο ίδιος σε μια αποκαλυπτική εμφάνιση σε όλο τον δίσκο, μας χαρίζει μια από τις πιο πληθωρικές, δυναμικές και ξεχωριστές στιγμές του, ίσως την πιο γενναία και πλήρη στη δισκογραφία του μεταμορφώνοντας το τρομπόνι σε καταλυτικό πρωταγωνιστή. Αξίζει επίσης να υπογραμμιστεί, εκτός από τη σύνθεση και τα παιξίματά του, η υποδειγματική δουλειά που έχει κάνει εδώ στην ενορχήστρωση. Ο Grachan Moncur III με τη μυστηριώδη προσωπικότητά του και με τον βαθύ σκοτεινό ήχο του στο τρομπόνι δίνει τον καλύτερο εαυτό του και είναι ο υπεύθυνος για τη γραφή των απίστευτων μελωδιών που ακούμε εδώ.

Τζαζ σουίτα σπάνιων δυναμικών και έμπνευσης, γήινη και ταυτόχρονα συνθετικής πολυπλοκότητας και πνευματικής εσωτερικότητας, ένα από τα σημαντικότερα έργα που γράφτηκαν με πολιτικό προσανατολισμό διαγράφοντας ανάγλυφα την κατάσταση των πρώτων χρόνων των ΄70s.
Μετά τον σπουδαίο δίσκο «Echoes Of Prayer» που δεν είχε διακριτές γέφυρες με την προηγούμενη δισκογραφία του, ο Grachan Moncur III ηχογράφησε μόνο ένα ακόμη άλμπουμ, το «Shadows» (Denon Jazz, 1977, μόνο στην Ιαπωνία), ενώ διοχέτευσε τη δημιουργικότητά του μόνο ως μουσικός συμμετέχοντας σε δίσκους άλλων. Τον Ιούνιο του 2004 κυκλοφόρησε το «Exploration» (Capri Records), το οποίο περιελάμβανε νέες εκτελέσεις παλαιότερων συνθέσεων των Moncur ΙΙΙ, και συμπυκνώνει ανακεφαλαιωτικά όλα τα χαρακτηριστικά της ιδιοφυΐας του. Μαζί του οι Gary Bartz (άλτο σαξόφωνο), Billy Harper (τενόρο σαξόφωνο), Gary Smulyan (βαρύτονο σαξόφωνο), Tim Hagans (τρομπέτα), Dave Woodley (τρομπόνι), John Clark (γαλλικό κόρνο), Ray Drummond (κοντραμπάσο) και Andrew Cyrille (ντραμς). Η μουσική συνδύαζε την περίτεχνη δομή και το πονηρό χιούμορ του Thelonious Monk με τη ρυθμική και αρμονική ελευθερία της αβανγκάρντ, την απολαυστική και την πειραματική, εξερευνητική διάθεση της μουσικής, που επηρέασε καταλυτικά την εξέλιξη της σύγχρονης μουσικής.
Η προσωπική του δισκογραφία μπορεί να ήταν αριθμητικά περιορισμένη όμως το υψηλότατο επίπεδο της μουσικής και η πρωτοπορία που ανέδειξε σε αυτή, σε συνδυασμό με τις σημαντικές δισκογραφικές συνεργασίες του σε έργα άλλων, σκιαγράφησαν ένα συναρπαστικό πορτρέτο δημιουργικού μουσικού συνθέτη που δεν έκανε εκπτώσεις και προτίμησε να υπηρετήσει το όραμά του με συνέπεια, ακόμα κι όταν κάτι τέτοιο το έκανε με σημαντικές χρονικές παύσεις και με πολύ συγκεκριμένη στόχευση. Ένας κορυφαίος μουσικός, καλυμμένος στις μυθικές διαστάσεις του, που άφησε ανεξίτηλο ίχνος στην τζαζ.











![Τα μεταμφιεσμένα (βιβλία) εκτός Απόκρεω [της Μαρίζας Ντεκάστρο]](https://www.oanagnostis.gr/wp-content/uploads/2026/02/ccb052aebf9ab89eb4ba0dcadf63d752-218x150.jpg)








