Νίκος Α. Μάντης

0
198

 

 

Ο ΕΠΙΜΟΝΟΣ ΚΑΛΙΚΑΝΤΖΑΡΟΣ

 

Το είχε επαναλάβει πολλές φορές από μέσα του, λες και προσπαθούσε να το εμπεδώσει. «Είναι αμαρτία, είναι αμαρτία, είναι αμαρτία. Ύπαγε οπίσω μου, μακριά από μένα.» Όμως του κάκου, όπως γράφανε κάποτε στα παραμύθια. Η έξη δεν έβγαινε απ’ το μυαλό του με τίποτα.

Κάθε φορά που έπεφτε για ύπνο ο πατέρας (στα ενενήντα πια, όλο και πιο βαρύς, όλο και πιο εδραιωμένος στο θρόνο του στο σαλόνι, τον οποίο μόνο για το κρεβάτι αποχωριζόταν) κι έμενε η μάνα στον καναπέ, να παρακολουθεί μισοκοιμισμένη την τελευταία στη σειρά σαπουνόπερα της ημέρας, έπαιρνε θάρρος να ξεκινήσει. Άναβε τον υπολογιστή. Με το ένα του αυτί συντονισμένο στα άλλα δωμάτια (δεν ήταν δα και πολλά, το σαλονάκι όπου ψιλοροχάλιζε η μάνα και η κρεβατοκάμαρα των γονιών, όπου ο πατέρας μπορούσε ανά πάσα στιγμή να σηκωθεί βογκώντας για κατούρημα, ή να τον φωνάξει ζητώντας νερό) έμπαινε στο ίντερνετ και άρχιζε να πλοηγείται στις γνωστές, από χρόνια πια αποθηκευμένες στη μνήμη των αναζητήσεων, διευθύνσεις.

Youporn, Porntube, Onlyfans και δε συμμαζεύεται. Είχε μαζέψει πλέον τόση εμπειρία, που γνώριζε μία προς μία τις επαγγελματίες του είδους, «τα κορίτσια του», όπως τις αποκαλούσε χαϊδευτικά. Σκρολάριζε τις εικόνες για ώρες ολόκληρες, έβαζε τη μάνα του να πέσει κι έπειτα στρογγυλοκαθόταν στο παιδικό του δωμάτιο, κάτω από την ξεθωριασμένη αφίσα του πρωταθλήματος του Ολυμπιακού από το 1980, στεφανωμένη με το παλιό του κασκόλ, δίπλα σ’ εκείνη του Παναιγιάλειου του 1978, με την οθόνη μοναδικό φως στο σπίτι, μοναδικό φως στην πλαγιά όπου στεκόταν μονάχο το τσαρδί τους, βαθιά ως την άγρια νύχτα.

Το πρωί, στα ζώα, κι αργότερα, στα κλαδέματα των αμπελιών της σταφίδας, μόνος του στις δουλειές έκανε κουράγιο, περιμένοντας να έρθει το βράδυ. Πότε-πότε περνούσε απ’ το καφενείο, όπου οι ίδιοι και οι ίδιοι ανακύκλωναν τις ίδιες κουβέντες, ή άλλοτε κατέβαινε με το αγροτικό στην Ακράτα, για σούπερ μάρκετ ή για κανένα εξάρτημα. Το μεσημέρι τον περίμενε απαράλλαχτα στο τραπέζι το πιάτο του, σκεπασμένο απ’ τη μάνα προσεκτικά για να μην κρυώσει. Το σκοτεινά απογεύματα του χειμώνα είχαν πολλή μοναξιά. Τότε ήταν που παραμόνευαν οι χειρότερες σκέψεις.

Φίλους δεν είχε, ούτε είχε μπλεχτεί με γυναίκα ποτέ. Καμιά φορά, κανένα Σάββατο, τα καλοκαίρια συνήθως, είχε τύχει να πάει στη Μέδουσα, ή σε κάποιο απ’ τα κλαμπ της Εγκάλης, εκεί όπου νόμιζες ότι βρισκόσουνα σε νησί. Όμως δεν άντεχε το θόρυβο, ούτε και τα ποτά που σερβίρανε. Του άρεσε μονάχα να χαζεύει τη γύμνια, τα βλέμματα των νέων που, γενιά τη γενιά, επαναλάμβαναν παρόμοιες επιθυμίες, παρόμοιες κινήσεις. (Δεν ήταν παρθένος, αλλά ούτε είχε υπάρξει και ενεργός ακριβώς. Ένα σχόλιο, ανυποψίαστο, στα παιδικά χρόνια, όταν μαζί με τη μουλαρία του χωριού κατουρούσαν αβέρτα και σύγκριναν, τον είχε πληγώσει αφάνταστα. Με τον καιρό η ανάμνηση εξελίχθηκε σε κόμπλεξ και έμμονη ιδέα. Άλλωστε δεν ήταν και κανένας ωραίος…)

Το Δεκέμβρη εκείνο αρρώστησε η μάνα του.

Γύρισε ένα μεσημέρι απ’ το χωράφι και δεν βρήκε το πιάτο του στο τραπέζι. Η μάνα ήταν ξαπλωμένη στο κρεβάτι και βαριανάσαινε. Δίπλα ο πατέρας την κοιτούσε με βλέμμα απόλυτης ανημπόριας. Ούτε τηλέφωνο δεν τον είχανε πάρει. Κατέληξαν στο νοσοκομείο Αιγίου. Οι γιατροί διέγνωσαν έμφραγμα του μυοκαρδίου. Στο τσακ την είχαν προλάβει. Συνέστησαν ανάπαυση και προσοχή, τουλάχιστον για τον πρώτο καιρό. Της έγραψαν και μια βαλίτσα φάρμακα.

Στο καφενείο είπαν ότι έφταιγε το μπόλι. Η μάνα του είχε επιμείνει να κάνει όλες τις δόσεις, η μόνη από το χωριό τους, μια γυναίκα γερή μέχρι τότε. (Σε εκείνη χρωστούσε το χοντρό του σκαρί, που μπορεί να μην ήταν τραβηχτικό, άντεχε ωστόσο στις δυσκολίες.) Βαθιά μέσα του όμως ήξερε. Περίμενε την τιμωρία από καιρό και να που τώρα είχε πραγματοποιηθεί.

Πήγε στην εκκλησία και φίλησε όλα τα εικονίσματα. Έπεσε στα γόνατα. Προσευχήθηκε δυνατά, για συγχώρεση. Θα εξομολογιότανε κιόλας, αλλά ο παπάς ήταν ένα από εκείνα τα παιδιά που τον είχαν πειράξει μικρό, και δεν γούσταρε. Μάζεψε ένα ποσό και το πήγε σαν τάμα στο Μέγα Σπήλαιο.

Πλησίαζαν γιορτές και στην πλατεία του χωριού ο δήμος είχε κρεμάσει λαμπιόνια και πλαστικές κλάρες ελάτης. Εποχή νηστείας. Ωστόσο μέσα του κάτι δεν τον άφηνε να ησυχάσει. Τις νύχτες ιδίως, εκεί που αγωνιζόταν να κοιμηθεί, ένας επίμονος καλικάντζαρος, ο δαίμων του πειρασμού, τον πολιορκούσε. Μαζί του έφερνε και τα κορίτσια, «τα κορίτσια του», που τον καλούσαν όπως οι μυθικές σειρήνες να τις ξαναεπισκεφτεί, να πάρει μάτι τα ακαταμάχητα κάλλη τους. Κουκουλωνόταν, πίεζε το μαξιλάρι στα μούτρα του και αναλογιζόταν τη μάνα του. Σκεφτόταν ότι εκείνη ήταν ετοιμοθάνατη κι αυτός την πρόδιδε με τον χειρότερο τρόπο.

Ένα πρωί, πήρε τον υπολογιστή, τον έβαλε στην καρότσα του αγροτικού και ανηφόρισε για τα χωράφια. Σταμάτησε σ’ ένα αγναντερό σημείο. Σήκωσε τον υπολογιστή σα να ’ταν κοφίνι και όπως ήταν τον εκσφενδόνισε στο φαράγγι του Κράθη. Το παλιό κουτί κατρακύλησε με θόρυβο στην πλαγιά κι έπειτα χάθηκε μέσα στα σκίνα και τις γκρεμίλες.

Επέστρεψε στο χωράφι κενός, σα να είχε ξεριζώσει ένα κομμάτι απ’ το σώμα του. Δεν μπόρεσε να γυρίσει στη δουλειά εκείνη τη μέρα. Μέσα του στριφογύριζαν ανίερες σκέψεις, σκέψεις που τα ’βαζαν με τους γονείς του, ακόμα και με τη μάνα του, που δεν τον είχε αφήσει να φύγει, που με τον ασφυκτικό τρόπο της του είχε καταστρέψει τη ζωή. Έπειτα άνοιξε το κινητό και έψαξε εκεί να βρει τις διευθύνσεις. Μπήκε στα πιο πρόστυχα, στα πιο αμαρτωλά σάιτ, κατέβασε το παντελόνι κι έκανε μόνος του εκείνο που είχε χρόνια να κάνει. Στο τέλος έβαλε τα κλάματα με το κατάντημά του.

Ένιωθε βρώμικος, μετανιωμένος και ασήμαντος. Όταν γύρισε σπίτι, τον περίμενε σκεπασμένο το φαγητό του. Το έφαγε με μισή καρδιά.

Η μάνα του πέθανε ανήμερα των Φώτων.

Την κήδεψαν την επομένη του Αη-Γιαννιού. Δυο μέρες αργότερα, κατέβηκε στην Ακράτα και αγόρασε καινούργιο υπολογιστή.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Προηγούμενο άρθροΛίλα Κονομάρα
Επόμενο άρθροΤο ιδίωμα ως στοιχείο ταυτότητας (του Θανάση Μαρκόπουλου)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ