Δευτέρα, 27 Απριλίου, 2026
ΑΡΧΙΚΗ ΒΙΒΛΙΑ ΒΙΒΛΙΟΦΙΛΙΑ 14 λογοτεχνικά βιβλία τελευταίας εσοδείας (του Γιάννη Ν.Μπασκόζου)

14 λογοτεχνικά βιβλία τελευταίας εσοδείας (του Γιάννη Ν.Μπασκόζου)

0
153

 

του Γιάννη Ν.Μπασκόζου

Οι διακοπές του Πάσχα φάνηκαν ευεργετικές στη μαζική ανάγνωση καλών λογοτεχνικών βιβλίων νεότερης εσοδείας – τα περισσότερα από τα παρακάτω παρουσιαζόμενα εκδόθηκαν μέσα στο 2026.  Δύο εξ αυτών ανήκουν στην μυθιστορηματική βιογραφία, τα υπόλοιπα είναι μυθοπλασίες ή μεικτά είδη. Τα περισσότερα ανήκουν σε συγγραφείς με ιδιότυποα λογοτεχνικό ύφος. Ο υβριδισμός κερδίζει έδαφος και συνεχώς διαβάζουμε έργα δύσκολα κατατάξιμα. Εκείνο που τα ξεχωρίζει είναι η ποικιλία αφηγηματικών μορφών όσο και η θεματική βεντάλια : Μινιμαλισμός, ροή συνείδησης, παρωδία, αφορισμοί, επιστημονική φαντασία, ιδιόρρυθμα λεξικα,λογοτεχνικό ταξιδιωτικό, docufiction, τεχνητή νοημοσύνη είναι μερικά στοιχεία από τη θεματική και αφηγηματική τους γκάμα.

 

Κώστας Μαυρουδής, Ο Χ.είπε, πεζά κείμενα, Κίχλη

Ο Κώστας Μαυρουδής τα τελευταία χρόνια έχει εκτείνει την ποίησή του σε μικρά πεζά κείμενα, χωρίς να αφήσει πίσω του την ποιητική αίσθηση της πραγματικότητας. Αν και τα κείμενα του Ο Χ. είπε μοιάζουν με το τελευταίο βιβλίο του, Το Αλάτι του Bad Ischl, είναι κι αυτά στοχαστικά, εντούτοις διαφέρουν καθώς είναι μινιμαλιστικά και αφηγηματικά επικεντρωμένα σε μικρές ασήμαντες λεπτομέρειες, αυτές που καθορίζουν την ουσία του καθημερινού που μας διαφεύγει ακριβώς γιατί στα μάτια μας εμφανίζονται ως ασήμαντα. Παρακολουθώντας τα post του ΚΜ στο fb έχω διαβλέψει ότι πια δεν του αρκεί ένα φακός αλλά ένα μικροσκόπιο, ως λογοτεχνικό όργανο. Οι μικρές ιστορίες του, οι πιο πολλές μικρότερες από μια σελίδα, διεισδύουν στα βάθη του αθέατου για να φτάσουν ακόμα και στην παρατήρηση της μη παρατήρησης έτσι που να σου δίνει την αίσθηση ότι η λογοτεχνική του γραφή βρίσκεται στο όριο «αποθέωσης» του άχρηστου (με βάση τις  κοινωνικές παραδοχές). Για παράδειγμα η αφήγηση για τη σχέση μιας κλεψύδρας που υπολογίζει το χρόνο ψησίματος ενός αυγού και η προέκταση σε μια σκέψη για τη κλεψύδρα ως «παραστατικότερη εικόνα του πρόσκαιρου». Πολλές φορές η αφήγησή του «πετάει» σε ανόμοιους και παράταιρους συσχετισμού όπως η παρακολούθησης της σφαγής ενός γουρουνιού με την είσοδο των Πρώσων στην Ρουέν. Στη συζήτηση με μια Σέρβα συγγραφέα και παρατηρώντας ένα νεκρό περιστέρι μια άγνωστη λέξη θα του μεταφέρει τη θύμηση της γιαγιάς του. Πολλές επίσης οι διακειμενικές αναφορές όπως και οι αναφορές σε ταινίες μεταξύ των οποίων, όχι τυχαία, η αναφορά στις μινιμαλιστικές και σιωπηλές ταινίες του Ζακ Τατί με ήρωα τον αγέλαστο Μεσιέ Υλό.

Η αφήγηση είναι τριτοπρόσωπη και ο κεντρικός ήρωας είναι ο Χ. Όχι ο Κύριος Χ. (όπως ο Κύριος Κ. του Μπρεχτ) αλλά ένας τυχαίος Χ. Που όμως σε πολλά θυμίζει τον Κύριο Κ(όυνερ) του γερμανού συγγραφέα. Και επειδή ο Κ.Μ. χρησιμοποιεί αρκετά τους αφορισμούς θυμίζω έναν του Μπρεχτ:  Τι κάνετε όταν αγαπάτε έναν άνθρωπο;” ρώτησαν τον κύριο Κ. “Του φτιάχνω ένα σκίτσο” είπε ο κύριος Κ. “και φροντίζω να του μοιάζει”.Ποιο; Το σκίτσο;”. “Όχι, ο άνθρωπος”, είπε ο κύριος Κ. Γράφει ο Κ.Μ. «Κλειδώσαμε στην ντουλάπα τον Θεό , αλλά το τέρας της Ιστορίας κυκλοφορεί ανενόχλητο». Οι αφορισμοί του Κ.Μ. δεν έχουν τον ρεαλιστικό ίσως και διδακτικό τόνο του Μπρεχτ αλλά της υπενθύμισης των αόρατων (αξιών, αντικειμένων, ανθρώπων) που για να τα δούμε πρέπει να ορίσουμε το κάδρο αλλά αυτά διαφεύγουν, μιας και είμαστε «μαθητές των συμβάσεων». Η micro παρατήρηση, το οξύ όσο και παράτονο βλέμμα είναι το λογοτεχνικό εργαλείο του συγγραφέα. Μια λογοτεχνία λεπτομερειών που δίνουν αξία στο νόημα και ένας λόγος που δίνει αξία στις λέξεις, όσο και αδιάφορες αν ακούγονται.

 

Τηλέμαχος Κώτσιας, Προσοχή, μαμά, στο λάμδα, Κέδρος

Μ΄αρέσουν τα βιβλία του Κώτσια, φέρνουν κάτι από τη σκληράδα των Βορειοηπειρωτών που αποτυπώνεται και στο λιτό λόγο που ο ίδιος χρησιμοποιεί. Το  Προσοχή, μαμά, στο λάμδα είναι συλλογή διηγημάτων, κάποια αρκετά μεγάλα. Τα περισσότερα μιλάνε για τα παιδιά, ελληνάκια και αλβανάκια, που μεγάλωσαν μαζί στην «προϊστορική» Αλβανία.  Στο ομότιτλο διήγημα μια μητέρα που ζούσε στην Αλβανία, παρατάει τον ανεπρόκοπο σύζυγό της, παίρνει τα δυο μικρά παιδιά της και κατεβαίνει στην Αθήνα. Ζουν σε ένα υπόγειο, κοιμούνται και οι τρεις σε ένα κρεββάτι, αυτή ξενοπλένει και τα παιδιά πάνε στο σχολείο.  Λίγα χρόνια μετά μετακομίζουν στο ισόγειο ενώ τα παιδιά μεγαλώνουν με τα άλλα ελληνάκια. Όταν το κορίτσι γίνει έφηβη θα απαρνηθεί την καταγωγή της, θα θελήσει να τη σβήσει και μαζί με αυτήν και την μάνα της. Ήταν μια σκληρή πραγματικότητα ειδικότερα για τους πρώτους Αλβανούς και Βορειοηπειρώτες που ήρθαν στην Αθήνα, μόνο η ψυχή τους ξέρει τι τράβηξαν. Σε ένα άλλο διήγημα με τίτλο «Ο καιρός των γραμμάτων» δυο νεαρά παιδιά, αγόρι και κορίτσι, ελληνάκι και αλβανάκι αντίστοιχα που αγαπιούνται μεγαλώνουν μαζί στο χωριό. Τα φρονήματα τούς χωρίζουν κι έκτοτε γράφει ο ένας στην άλλη ανεπίδοτα γράμματα. Έρωτες σε δύσκολες εποχές.  Στο διήγημα «Η πτώση του ανδριάντα του Ενβέρ Χότζα», ένα μάλλον ντοκουμέντο, δύο φίλοι πηγαίνουν τα Τίρανα για να μην τους πιάσουν που σκίσανε τα Άπαντα του Ενβέρ στη βιβλιοθήκη του χωριού αλλά τους συλλαμβάνουν στα Τίρανα προληπτικά λίγο πριν ξεσπάσει  μια μεγαλειώδης αντιδικτατορική συγκέντρωση. Την ίδια μέρα αργότερα το πλήθος ρίχνει τον ανδριάντα του Ενβέρ και οι φίλοι γυρνάνε ήρωες στο χωριό. Όμορφο είναι και το πρώτο διήγημα με τίτλο «Οι δικηγόροι του Θεού», το περίφημο ιατρικό πλέγμα που ορίζει τη ζωή των ανθρώπων στο τέλος της ζωής τους.  Σε όλα τα διηγήματα κυριαρχεί η απλότητα ανθρώπων που έχουν ζήσει κυρίως στα χωριά, ζωή κυρίως στερημένη και που σήμερα αναστοχάζονται μελαγχολικά που πήγε η ζωή τους.

 

Έρση Σωτηροπούλου, Σενιορίτα, Πατάκης

Μια γυναίκα αντιμέτωπη με την διάγνωση του καρκίνου αγαπημένου της προσώπου, αυτό είναι το θέμα της νουβέλας Σενιορίτα.  Βρίσκεται στο Μεξικό. Θέλει να πιεί καφέ΄ και επιλέγει μια τανγκερία σε μια κακόφημη αλλά πλουμιστή λεωφόρο / Avenida. Κάθεται στην καλή πλευρά του δρόμου ενώ απέναντι στην κακή πλευρά υπάρχει γιορτή. Καραμούζες, χοροπηδητά, μάσκες κρεμασμένες σε σχοινί σαν μπουγάδα, μουσική μαριάτσι, γέλια πειράγματα και δύο κορίτσια, βρώμικα κάνουν όρθια έρωτα. Όμως το μυαλό της δεν μπορεί να επικοινωνήσει με αυτό το πανηγύρι. «Το πρόβλημα είναι οι γιατροί, όχι ο καρκίνος». Είναι η φράση με την οποία ανοίγει αυτή η μικρή νουβέλα. Ο άνθρωπός της έχει καρκίνο και αυτή προσπαθεί να εκλογικεύσει μέσα στο ταραγμένο της μυαλό μια απλή όσο και οδυνηρή διάγνωση.  Απέναντι της κάθονται τρεις περίεργοι άνδρες. Βγαίνει στο δρόμο, δίπλα της περπατά ένας ζητιάνος που στο μυαλό της μοιάζει σαν  σαμάνος. Για ώρες παρακολουθεί τις δύο κοπέλες που ερωτοτροπούν. Το μυαλό της αναζητά διαφυγές αλλά ξαναγυρνά στη γνωμάτευση. «Οι γιατροί τροφοδότες του καρκίνου». Καταλαβαίνει ότι δεν είναι λογικό να σκέπτεται έτσι, σαν «ψεκασμένη». Οι σκέψεις της είναι κολλημένες: γιατροί, ουρές στα φαρμακεία, ουρές στον ΕΟΠΥ, άνθρωποι με λευκές μπλούζες, οι γιατροί ψυχροί εκτελεστές με χαμόγελο. «Οι αιώνες πάνε κι έρχονται οι γιατροί ολόδροσοι», ρήση του Βίκτωρος Ουγκώ που της λογχίζει την σκέψη. Ο καρκίνος παίρνει υπερφυσικές διαστάσεις, είναι ένας καρνάβαλος που παρελαύνει πάνω στο θρόνο του στους δρόμους, δίπλα του παραστέκονται οι μεγάλες φαρμακευτικές εταιρείες, Pfizer, Novartis, Roche κ.ά. Μια ντελιριακή ροή συνείδησης με εικόνες και μουσικές την κατακλύζει αλλά δεν προσφέρει παρηγορία. Η αφήγηση θα τελειώσει με τις άγονες επισκέψεις στην ΜΕΘ (ένα Καθαρτήριο; αναρωτιέται), έξω να είναι άνοιξη και μέσα σκοτεινιασμένες ψυχές.  Μισή ώρα επίσκεψης που σε σκοτώνει. Και μετά η ταφή. Η νεκρική πομπή με  συνοδεία του Μάρβιν Γκέι “Heal me my darling, It΄s getting stronger an stronger”.Ακολουθεί μια εμπνευσμένη ποιητική τοιχογραφία σαν εικόνα του Μαρκ Σαγκάλ για να κλείσει με ένα αεράκι που πέρασε πάνω από τους φίλους που τον συνόδευαν στην τελευταία του κατοικία, πάνω από λόφους και δέντρα, πάνω από χωριά και πόλεις, πάνω από ανθρώπους και αντικείμενα, για να κυνηγήσει πυγολαμπίδες και να καταλήξει στην σκοτεινή Avenida. Το ποιητικό τελείωμα θέλει να ξορκίσει το θάνατο, αυτό το μέγιστο γεγονός σύμφυτο με το ανθρώπινο βίωμα. Λόγος λογοτεχνικός (αν μου επιτρέπετε να πω), υπερβατική ροή συνείδησης, προσεκτικά διαλεγμένες λέξεις που το μυαλό τις διαλύει στη χοάνη του ανείπωτου.

 

Αχιλλέας ΙΙΙ, Απέξω, Ίκαρος

Ο Αχιλλέας ΙΙΙ δεν είναι αυτός που γνωρίσαμε στα προηγούμενα βιβλία του, ο σουρεαλιστής, χιουμορίστας, αναζητητής του τέλους του κόσμου. Στη συλλογή διηγημάτων  Απέξω διαβάζουμε έναν ρεαλιστή λογοτέχνη. Οι  ήρωες του κινούνται στα περιθώρια της αστικής ζωής, κλοσάρ, διαταραγμένοι, εκκεντρικοί, περιθώριοι γενικώς. Παρόλα αυτά τον ρεαλισμό του ξέρει να τον υπονομεύσει χωρίς να αποστασιοποιείται από αυτόν. Παράδειγμα στο διήγημα με τίτλο «Οι δύο κόψεις» ο κεντρικός χαρακτήρας Φερνάντο, στέλεχος μιας πολυεθνικής με γυναίκα, SUV και παιδιά τα βράδια βλέπει ένα ανατριχιαστικό όνειρο: ότι είναι κλοσάρ και κοιμάται σε ένα βρώμικο στρώμα. Αντίθετα ένας άστεγος ο Αλβάρο βλέπει κάθε βράδυ στο όνειρό του πως είναι ένα πετυχημένο στέλεχος εταιρείας και ζει μια άνετη αστική ζωή. Κανείς τους δεν μπορεί να εξηγήσει το δικό του όνειρό, ειδικότερα ο Φερνάντο. Ένα βράδυ ονειρεύονται ότι στέκονται μπροστά σε έναν καθρέφτη, ο ένας απέναντι από τον άλλον, και μόλις τον αγγίξουν ο Φερνάντο καταλήγει να κοιμάται στο βρώμικο στρώμα ενώ ο Αλβάρι σε μεταξένια σεντόνια.  Εναλλάσσεται ο ρεαλισμός με τον μαγικό ρεαλισμό. Με τα όνειρα ταλαιπωρείται και ο άστεγος Ιβάν που κρυώνουν τα πόδια του και στο όνειρό του βλέπει δεκάδες κομμένα πόδια. Σε άλλα διηγήματα κυριαρχεί το εκκεντρικό: μια ηλικιωμένη γυναίκα σκορπά στο δρόμο τα δαντελένια της βρακάκια εξαφανίζοντας ίχνη ζωής, όπως ένας στεγνοκαθαριστής  καθαρίζει λεκέδες από ρούχα. Και μία άλλη ηρωίδα του συγγραφέα γίνεται viral για τις σπάνιες μακρόσυρτες κατάρες που σκορπά. Ο Αχιλλέας ΙΙΙ τελικά δεν κάνει μια απλή συλλογή διηγημάτων για να θίξει ένα κοινωνικό θέμα αλλά παίρνει αφορμή για να πάει την πραγματικότητα λίγο πιο πέρα, να την κάνει να ανασάνει για να πει στον αναγνώστη ότι τελικά ότι του συμβαίνει είναι θέμα ανάγνωσης και οπτικής γωνίας.

 

Γιώργος Συμπάρδης, Νύχτες με την Κάλλη, Μεταίχμιο

Ο Γιώργος Συμπάρδης επανέρχεται με τις αγαπημένες του ηρωίδες. Έχουν πει γι αυτόν πως γνωρίζει πολύ καλά τις γυναίκες και μάλιστα όχι τις ωραίες και νεαρές αλλά τις ηλικιωμένες, κουρασμένες, παρατημένες. Στο Νύχτες με την Κάλλη πρωταγωνιστούν δύο τέτοιες ηρωίδες, μία νεότερη και μία κάποιας ηλικίας. Την ιστορία τους αφηγείται ένας άνδρας, ο Γιώργος, μοναχικός και μεσήλικας. Στις βόλτες που κόβει στη συνοικία που μένει ο άνδρας γνωρίζει μια παλιομοδίτικη, όμορφη στα μάτια του, γυναίκα που την ονομάζει Κάλλη, από το όνομα μιας ξαδέλφης του που νεαρός ήταν ερωτευμένος μαζί της. Η παρέα τους, διστακτική στην αρχή, εξελίσσεται σε σταθερή φιλική σχέση. Βρίσκονται συνήθως βράδυ πίνοντας λευκά ποτά, τζιν ή βότκα και ενίοτε κρασί. Δίπλα στο Γιώργο, στην ίδια πολυκατοικία, μένει μια νεαρή κοπέλα, η Ματούλα. Η Κάλλη δείχνει ένα περίεργο ενδιαφέρον γι αυτήν την τελευταία. Έχει αναπτύξει μια φιλική σχέση μαζί της, η οποία όμως διακόπτεται αναίτια ξαφνικά. Έκτοτε θα προσκολληθεί στον Γιώργο με σκοπό να κατασκοπεύει την Ματούλα. Το αφήγημα του ΓΣ είναι στο ύφος που έχουμε συνηθίσει: ένα κέντημα σχέσεων. Οι κινήσεις των ηρώων και ηρωίδων του  είναι μικρές καθημερινές από αυτές που γίνονται χωρίς να αφήνουν στίγμα σε αυτόν που τις παρατηρεί. Οι πράξεις τους χωνεύονται στην καθημερινότητα έτσι ώστε οι ψυχικές μετακινήσεις να γίνονται σχεδόν αόρατες. Δεν υπάρχουν μεγάλα γεγονότα να διασχίζουν τη νουβέλα. Επιπλέον κάτι χαρακτηριστικό στον κόσμο του συγγραφέα είναι ότι οι ήρωες και οι ηρωίδες του διατηρούν την αμφισημία του φύλου τους, όπου ο αναγνώστης αφήνεται να σχεδιάσει αυτός πιθανές εκδοχές. Ο κόσμος του Γιώργου Συμπάρδη μοιάζει με ακύμαντη θάλασσα που στο βάθος της μοχλεύονται πάθη ανείπωτα, δεσμώτες των οποίων είναι οι ήρωες και οι ηρωίδες του.

 

Έλενα Μαρούτσου, Ο Κήπος των Φυγάδων, Ίκαρος

Ο Κήπος των Φυγάδων  ξεκίνησε ως μια ιστορική γειτονιά μέσα στην αρχαία πόλη της Πομπηίας. Καταστράφηκε από την έκρηξη του Βεζούβιου το 79 μ.Χ. Ο σημερινός του χαρακτηρισμός συνδέεται με την ανάκτηση των λειψάνων 13 ατόμων που φαίνεται να έκαναν απόδραση προς την πύλη Nocera, μόνο για να διατηρηθούν μέσα στη στάχτη και τη λάβα, όπως αποδεικνύεται από τα εκμαγεία που κατασκευάστηκαν με την έκχυση υγρού γύψου στα κενά τους. Η Έλενα Μαρούτσου βρίσκει αφορμή μια σχολική εκδρομή στην Πομπηία για να βάλει σύγχρονους αλλά και παλιούς κατοίκους της Πομπηίας να εκμυστηρευθούν τα πάθη τους. Ανάμεσα τους προσωποποιεί ένα καρβέλι κι ένα νόμισμα. Στην εκδρομή δεσπόζουν τρεις καθηγητές, η Σόνια, μια περασμένης ηλικίας γυναίκα που έχει αποποιηθεί πια τον έρωτα, η καλλίπυγος Κατερίνα και ο Άνδρέας που αναζητά την σεξουαλική του ταυτότητα. Το παζλ συμπληρώνει η Νεφέλη, η καλύτερη μαθήτρια της τάξης και ο Λεονάρντο, ένας Ιταλός ξεναγός, ο οποίος προκαλεί ερωτικούς κραδασμούς σε άνδρες και γυναίκες. Τις ιστορίες τις αφηγούνται οι ίδιοι οι χαρακτήρες. Την Σόνια την γνωρίζουμε μέσα από το ημερολόγιο που κρατάει (δεν τρέχει ο χρόνος- εμείς τρέχουμε), ώριμη γυναίκα που ξέρει να ισορροπεί πάνω στις απώλειες και τις μικρές χαρές. Τον Ανδρέα τον γνωρίζουμε από τις συνεδρίες στον ψυχαναλυτή του, ένας άνδρας που δυσκολεύεται να αποδεχτεί την αλλαγή στις σεξουαλικές του προτιμήσεις (Κεφάλαιο κάπως ασύνδετο από τα υπόλοιπα, καθώς χρονικά είναι εκτός της εκδρομής). Την Κατερίνα, ένα πολύ γήινο και ερωτικό  πλάσμα μας την παρουσιάζει σε τριτοπρόσωπη αφήγηση η ίδια η συγγραφέας. Η Νεφέλη φτιάχνει, καθ΄ υπόδειξη της Σόνιας ,το «αυτοπορτρέτο» της για να το διαβάσει όταν θα έχει γίνει 60 χρονών. Ο Λεονάρντο τέλος είναι ένας γκέι χαρακτήρας που μεσολαβεί μεταξύ του νεκρού ερωτικού παρελθόντος της πόλης και των σημερινών επισκεπτών της. Η γραφή της Ε Μ διαθέτει κάτι ερωτικό, η ίδια ξέρει να αισθητοποιεί την ερωτική σχέση και να την μεταφράζει λογοτεχνικά. ΟΙ σύγχρονες σεξουαλικές ανησυχίες συνομιλούν με τα απομεινάρια των πονηρών τοιχογραφιών της Πομπηίας δίνοντας ανάλαφρα το διαχρονικό βάρος στη ζωή των ανθρώπων. Ο λόγος της ΕΜ είναι ευλύγιστος, ανάλαφρος, γοητευτικός.

 

Μιχάλης Αλμπάτης, Η νόσος των ουρητηρίων, Νήσος

Ο Μιχάλης Αλμπάτης είναι ένας από τους νεότερους λογοτέχνες που ξεχώρισαν για την ιδιότυπη σύλληψη των αφηγήσεων και την παρωδιακή αντιμετώπιση των χαρακτήρων του. Ξεκίνησε με το Ο κώλος της Άννας (Απόπειρα) που παρά τον απωθητικό μάλλον τίτλο του έδειξε ένα προσωπικό ύφος και απογειώθηκε με το Και οι νεκροί ας θάψουν τους νεκρούς τους (Νήσος). Στο Η νόσος των ουρητηρίων έχει ως αφορμή μια παράξενη συνθήκη: μία σπάνια νόσος μετατρέπει τους ανθρώπους στην Αθήνα και μετά σε όλο τον κόσμο σε δυνητικούς καλλιτέχνες. Η νόσος ξεκινά από τα ουρητήρια. Προσβάλλει πρώτα τις καθαρίστριες που αρχίζουν να διαβάσουν φιλοσοφία, Καντ, Χάιντεγκερ κλπ. Μετά προσβάλει τους ταξιτζήδες που παθαίνουν εμμονή με τον χορό. Στο τέλος απλώνεται σε κάθε επαγγελματική κατηγορία. Οι πόρνες το ρίχνουν στην αγιογραφία, οι ποδοσφαιριστές γίνονται εξπέρ στα χοϊκού, οι νοικοκυρές καταγίνονται με την υποκριτική, οι αστυνομικοί με την πανάρχαια ιαπωνική τελετή του τσαγιού, οι οδοκαθαριστές με την ποίηση κ.τ.λ. Όλος ο γήινος πληθυσμός αποκτά άμεση πρόσβαση στην κουλτούρα. Μοναδική εξαίρεση τα παιδιά και οι νέοι, σε αυτούς ο ιός είναι ανενεργός.  Πρόκειται για μαζική μανία που ξετυλίγεται σαν χιονοστιβάδα και κατακλύζει τον ανθρώπινο πολιτισμό. Φυσικά αμέσως μετά αρχίζουν οι παρενέργειες. Οι επαγγελματίες παρατούν τα επαγγέλματά τους για να ασχοληθούν με την τέχνη από την οποίαν εμπνέονται, προϊόντα δεν παράγονται, οι δημόσιες υπηρεσίες ατονούν, το κράτος δεν λειτουργεί πια. Το μόνο που υπάρχει πια είναι πληθώρα έργων τέχνης με χαμηλά βεβαίως ποιοτικά αποτελέσματα. Οι νέοι, νιώθοντας ότι κανείς δεν ενδιαφέρεται γι αυτούς το ρίχνουν στην παραβατικότητα και την εξαχρείωση. Οι μόνοι που έμειναν ανεπηρέαστοι ήταν οι πραγματικοί καλλιτέχνες, οι οποίοι βλέποντας ότι η κατάσταση έχει ξεφύγει συνωμοτήσαν και πήραν  την εξουσία της διακυβέρνησης της χώρας στα χέρια τους με πρωθυπουργό έναν πρώην διαπρεπή στοχαστή. Οι καλλιτέχνες ανασυστήνουν τον διοικητικό μηχανισμό και τις δυνάμεις καταστολής δημιουργώντας μια καλλιτεχνική δικτατορία. Η αντίδραση στο καθεστώς αυτό φέρνει τις ψυχολογικές διαταραχές, τον αλκοολισμό, την σεξουαλική αποχαλίνωση. Η τελευταία αποδομεί τον γάμο, την ανάγκη να υπάρχουν παιδιά. Η αρρώστια κλυδωνίζει την ανθρωπότητα καθώς αρχίζει να επηρεάζει την χλωρίδα και την πανίδα.  Στην πραγματικότητα με το εύρημα αυτό ο ΜΑ στήνει μια παρωδιακή κατάσταση που οδηγεί σε ένα ντελιριακό ξέσπασμα. Η ιστορία αυτή αποτελεί μια νουβέλα, που στο ενδιάμεσο της διανθίζεται με τις ατομικές ιστορίες ανθρώπων που ζουν αυτή την κατάσταση. Οικογένειες που διαλύονται, άνδρες και γυναίκες που παρασύρονται σε μια σεξουαλική αδηφαγία με πολλαπλές αλλαγές ρόλων. Η ιστορία θα επανέλθει στην αρχή για να δείξει ότι όλα είναι ένας κύκλος και ότι αν ένας πόλος αντιστραφεί δεν θα αλλάξουν πολλά πράγματα. Ευφυές τέχνασμα του Μ.Α. γραμμένο με ευστροφία, δηκτικό χιούμορ, ειρωνεία, κλείσιμο του ματιού σε ανθρώπινες παθογένειες και με κάποιο τελικό «δίδαγμα».

 

Παναγιώτης Αγγελόπουλος, Ιστορία των ρευμάτων, Ίκαρος

Δύσκολο να είσαι ακριβής στον χαρακτηρισμό των μικρών κειμένων του Π.Αγγελόπουλου που κυκλοφόρησαν με τίτλο Ιστορία των ρευμάτων. Μικρο-διηγήματα, χρονογραφήματα, ταξιδιωτικά, όλοι οι χαρακτηρισμοί ταιριάζουν. Περισσότερο θα έλεγα ότι πρόκειται για ασκήσεις ύφους. Ο συγγραφέας – πολλές αφηγήσεις είναι πρωτοπρόσωπες – ταξιδεύει στον κόσμο και γνωρίζει τόπους και ιστορίες ανθρώπων. Τα μέρη που ταξιδεύει είναι συνήθως εξωτικά. Ο κεντρικός του χαρακτήρας είναι ένας μηχανολόγος ειδικευμένος σε ζητήματα ναυσιπλοΐας και πλοίων. Το πρώτο κείμενο αναφέρεται στο πως ο γιαπωνέζος Τακαμάτσου έχασε τη γυναίκα του ενώ ετοιμαζόταν μετά από χωρισμό να γυρίσει σπίτι αλλά την πρόλαβε το τσουνάμι του 2011, το οποίο κατέστρεψε πόλεις στην Ιαπωνία. Μια μικρή ελεγεία για την αγάπη που δεν χρειάζεται να δηλώνεται πάντα. Ο μηχανικός πλοίων επισκέπτεται τους Ανδαλουσιανούς Κήπους, το Λιβόρνο, το Βιετνάμ και ακολουθούμε τις σκέψεις ενός ιδιόμορφου ταξιδιώτη περιηγητή όπου το τοπίο μεταμορφώνεται σε χαρακτήρα και δεσπόζει στην αφήγηση. Ένα- δυο κείμενα αναφέρονται στην εφήμερη σχέση του ταξιδιώτη με τυχαίες κοπέλες. Ένα κείμενο αναφέρεται στις συνομιλίες με την κόρη του και τη σημερινή Αθήνα. Τα κείμενα ανακαλούν στοχασμούς με  διάσπαρτες αναφορές στον Μπόρχες, τον Ε.Γ. Ασλανίδη και τον Εμπειρίκο, τον Χάντκε ή τον ΜΙισώ συνιστώντας ταυτόχρονα ένα ταξίδι  του συγγραφέα στη λογοτεχνία που μπορεί να συντροφεύει τις σκέψεις ενός ταξιδιώτη, συνδέοντας την ποιητική με την ανοικτότητα του κόσμου, όπου οι σκέψεις είναι ροές ανάμεσα σε παλιότερους και νεότερους ανθρώπους.

 

Φούλα Χατζιδάκη, Χαμηλοί τόνοι, Σοκόλη

Διαβάζουμε τους παλιότερους λογοτέχνες για να ξέρουμε τι υπάρχει πίσω μας αλλά και για να δούμε ποιους «τροχούς» είχαν ανακαλύψει αυτοί και εμείς αγνοούμε.  Τα διηγήματα της Φούλας Χατζιδάκη δεν είναι γνωστά ούτε οι κριτικές της αποτιμήσεις. Στην έκδοση αυτή περιέχεται η συλλογή της Χαμηλοί τόνοι και μία εκτενής μελέτη από την Έλενα Αλεξανδράκη, που δίνει το στίγμα της εποχής, τις δυσκολίες να είσαι στρατευμένη λογοτέχνης και ταυτόχρονα να διεκδικείς την ελευθερία σου ενώ παρουσιάζει το σώμα των διηγημάτων της υπογραμμίζοντας εκείνες τις ρωγμές που το εσωτερικό τους φως ξεπερνά κάθε απαγόρευση. Πιο χαρακτηριστικό το διήγημα της με τίτλο «Ίσως μια μέρα» με υπότιτλο «ιστορική φαντασία». Ένας ιερωμένος, ο πάπα Μελέτης, επί τουρκοκρατίας, στέλνεται από το Πατριαρχείο στη Βενετία, γνωρίζει την κοσμική ζωή, ερωτεύεται μια ντόπια γυναίκα, γράφει κείμενα κρυφά και τα καταχωνιάζει, χάνει την πίστη του. Η Αγγέλα Καστρινάκη στον πρόλογό της ταυτίζει τη συγγραφέα με τον παπά Μελέτη, τα δεινά του με τα δεινά της. Είναι η εποχή που η Φούλα Χατζιδάκη, ως στέλεχος του ΚΚΕ, χάνει την πίστη της στα ατσάλινα οράματα. Στο διήγημα με τίτλο «Έκλεισε ένα κεφάλαιο» ο Νότης κατηγορείται αδίκως για μια οικονομική ατασθαλία, αρνείται να δώσει ψευδή κατάθεση για να σώσει τη θέση του και αποφασίζει να ακολουθήσει νέα πορεία στη ζωή του. Πολλά από τα διηγήματα που δικαιώνουν τον τίτλο Χαμηλή φωνή διαπνέονται από θετικά αισθήματα, όπως και τα δύο τελευταία που αφορούν ηρωίδες δασκάλες στο επάγγελμα όμως δεν παύουν να σκαλίζουν τις κοινωνικές ανησυχίες, να αναδεικνύουν ανθρώπινα πάθη, να προβληματίζουν. Εικόνες μια εποχής και μιας λογοτεχνίας.

 

Δημήτρης Καλοκύρης, Παρασάγγες, Άγρα

Όποιος έχει παρακολουθήσει τα ιδιότυπα προσωπικά λεξικά με τον τίτλο Παρασάγγες (Άγρα)θα ευχαριστηθεί σίγουρα και τον Γ΄ ομότιτλο τόμο   με τον υπότιτλο Παραλειπομένων. Οι τόμοι Παρασάγγες περιλαμβάνουν λήμματα – καταχωρίσεις προσωπικών ενδιαφερόντων του συγγραφέα. Οι τίτλοι των λημμάτων είναι εν μέρει παραπλανητικοί / ειρωνικοί. Για παράδειγμα υπό το λήμμα «Στα βήματα του Τσάρλεστον» υπάρχει μια ολόκληρη, άγνωστη εν πολλοίς ιστορία, που αναφέρεται στον ισπανό ποιητή και μεταφραστή Κάρλες Ρίμπα, ο οποίος σε ένα ταξίδι του στη Σαντορίνη συναντά έναν άγνωστο ναρκισσιστή έλληνα λογοτέχνη όπου ο Καλοκύρης αναζητά τους πιθανούς υποψηφίους μεταξύ των Αριστομένη Προβελέγγιου, Αλέξανδρου Πάλλη, Μπάμπη Άννινου, Γιάννης Ψυχάρη, Γιώργου Δροσίνη, Κωνσταντίνο Ράδο και Δημήτρη Καμπούρογλου. Διαβάζει κάποιος αρκετές τέτοιες ιστορίες αλλά και βιογραφίες, μνημονεύσεις, κριτικές, παραλογές, ποιήματα, επιστολές, αποσπάσματα δημοσιεύσεων κ.ά. Ταυτόχρονα ο συγγραφέας αυτοβιογραφείται με μια συνέντευξη του με τίτλο «Περίπου 500 λέξεων» ή στο λήμμα «Μουσική» όπου διεκτραγωδεί τις προσπάθειές του να γίνει ροκ μουσικός τότε που το ροκ δεν ήταν μόνο μουσική αλλά και κοινωνική επανάσταση. Αλλά και στο σύνολο του να δει κάποιος τους τρεις τόμους Παρασάγγες θα καταλήξει πως πρόκειται για ένα ιδιότυπο μυθιστόρημα μεταξύ αυτό-βιογραφίας, docufiction και μυθοπλασίας. Ο λόγος του Δημήτρης Καλοκύρη είναι πλούσιος, εύστοχος, ειρωνικός, καυστικός, παιχνιδιάρης, αλτρουιστικός για τα παθήματα όλων μας. Και απολαυστικός!

 

Αννίτα Π.Παναρέτου, Ο Μιχάλης Ακύλας και οι οκτώ πρώτοι, Εστία

Η Αννίτα Παναρέτου έχει ασχοληθεί πολλές φορές με την ιστορία και την μυθιστορηματική της μετάπλαση. Τα βιβλία της προέρχονται από ενδελεχή έρευνα, καλή γνώση διαφορετικών πηγών και όμορφη μυθοπλαστική αποτύπωση, όπως και το τελευταίο της Ο Μιχάλης Ακύλας και οι οκτώ πρώτοι. Στις 5 Ιουνίου 1942 οκτώ νεαροί άνδρες οδηγούνται από τους γερμανούς κατακτητές στο Σκοπευτήριο Καισαριανής κα εκτελούνται ως αντίποινα . Ο Μιχάλης Ακύλας ήταν ένας από αυτούς. Είχε συλληφθεί μαζί με άλλους πέντε στην προσπάθειά τους να περάσουν στο Κάιρο, όπου θα δούλευαν με τις  ελληνικές και συμμαχικές δυνάμεις κατά των ναζί. Κοντά σε αυτούς τους 6 προστέθηκαν δύο  φοιτητές, που είχαν συλλάβει οι Γερμανοί.

Ο Μιχάλης Ακύλας είχε ενταχθεί νεαρός στο Ναυτικό και μετά στην Αεροπορία, από την οποίαν αποχώρησε μην αντέχοντας τη στρατιωτική ζωή. . Ανακλήθηκε η τάξη του λόγω του πολέμου και κατέληξε τραγικά στο Σκοπευτήριο Καισαριανής. Η Αννίτα Παναρέτου τον ανακάλυψε σιγά-σιγά. Είδε ότι ήταν άνθρωπος  με πνευματικές ανησυχίες, ποιητής. Έκανε παρέα με τους Εμπειρίκο, Βενέζη, Σεφέρη, Ι.Μ.Παναγιωτόπουλο, Μαγκλής, Ιωάννα Τσάτσου και Πέτρο Χάρη. Θα ήταν ένας από τα πνευματικά μέλη της ηγετικής γενιάς του ΄30 αν είχε διασωθεί. Την ιστορία του Μιχάλη Ακύλα ανακάλυψε και μελέτησε διεξοδικά ο γερμανός ιστορικός και καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών Χάγκεν Φλάισερ μετά από έρευνα σε γερμανικά αρχεία και συνεντεύξεις γερμανών της εποχής, μεταξύ των οποίων και του στρατηγού Αντρέ, πρωταγωνιστή της ναζιστικής κατοχής στην Ελλάδα και αυτουργό της εκτέλεσης των οκτώ.   Αν και νηφάλια η εξιστόρηση της συγγραφέως ο λόγος της διατηρεί τραγικές στιγμές υψηλού ύφους, όπως όταν ο τρελαμένος μελλοθάνατος ικετεύει τον παπά να του πει αντί των συνηθισμένων αποχαιρετιστήριων ευχών το Χριστός Ανέστη. Η συγγραφέας παραμένει πιστή στις πηγές που τις αναφέρει αναλυτικά χωρίς αυτές να «αγκυλώνουν» την ανάγνωση. Στο τέλος του βιβλίου δημοσιεύονται και δύο ποιήματα, ένα εκτενές κι ένα μικρότερο της ποιητικής δημιουργίας του Ακύλα. Βιβλίο εποχής και γνώσης χαμένων ιστοριών.

 

Γιώργος Περαντωνάκης (Επιμέλεια), Συλλογικό, Μεταξύ ανθρώπου και μηχανής,  Διόπτρα

Δώδεκα γνωστοί συγγραφείς γράφουν για την Τεχνητή Νοημοσύνη σε μια συλλογή με υπότιτλο «Διηγήματα για το αύριο που είναι ήδη εδώ».  Οι συζητήσεις για την Τεχνητή Νοημοσύνη πληθαίνουν και είναι φυσικό πέρα από τους υπόλοιπους τομείς να επηρεάζουν τη συγγραφική δημιουργία αλλά και το μυαλό των συγγραφέων. Οι συγγραφείς του τόμου με τίτλο Μεταξύ ανθρώπου και μηχανής κλήθηκαν να διαχειριστούν το θέμα της ΑΙ ως θεματικό υλικό ενός διηγήματος και πρέπει να πω ότι γράφτηκαν ενδιαφέρουσες αφηγηματικές προτάσεις. Συγκλίνουσες και αποκλίνουσες. Σκεπτικιστικές ή δυσοίωνες. Η βασική σχέση είναι ανάμεσα στα ανθρωποειδή/ ρομπότ και των ανθρώπων από την οπτική των πρώτων ή των δεύτερων. Ο κεντρικός αφηγητής μπορεί να είναι ένα ρομπότ ή ένας άνθρωπος ή μια τριτοπρόσωπη αφήγηση αλλά σε όλες τις περιπτώσεις ο/η συγγραφέας διαχειρίζεται τη μεταξύ τους σχέση. Τα ρομπότ έχουν ανθρώπινη μορφή συνήθως όπως η  Μαρία που είναι βοηθός σε γηροκομείο (Σωτάκης) , η  ο Πέτρος που είναι νοσηλευτής της Μαρίας. (Κατσουλάρης) ή η μις Τίνα που είναι ψηφιακή βοηθός παραψυχολόγος (Χ.Οικονόμου). Σε ορισμένα ο κεντρικός χαρακτήρας μετεωρίζεται ανάμεσα στο πραγματικό και το ψηφιακό (Μαρία Ελένη Σπυροπούλου). Η συγγραφική φαντασία δεν σταματά αφού παρουσιάζει τον Σέρλοκ Χολμς και τον βοηθό του Γουότσον ως ψηφιακά υποκατάστατα με αποστολή να κυνηγούν αντίγραφα που δεν είναι νόμιμα.(Ιωάννα Μπουραζοπούλου).  Ενώ μία υπαρκτή συγγραφέας που έχει μπλοκάρει η έμπνευσή της απευθύνεται στην ΑΙ να την βοηθήσει. Αυτή ανταποκρίνεται, δίνει ένα πρώτο σχέδιο, η συγγραφέας το διορθώνει ξανά και ξανά αλλά κάθε φορά παίρνει κάτι διαφορετικό χωρίς τίποτα να είναι ικανοποιητικό (Περαντωνάκης). Βεβαίως όλοι οι συγγραφείς παίζουν με τη σχέση ψηφιακού/πραγματικού άλλοι με χιούμορ και παρωδιακά αλλά κυρίως, παρά τις επιφυλάξεις, με υπόκλιση στην ανθρώπινη διαφορετικότητα.

 

Γιώργος Δουατζής, Το νόμισμα και άλλες ιστορίες, στίξις

Ο Γιώργος Δουατζής, ποιητής αλλά και με πεζογραφικό έργο, παραδίδει στον αναγνώστη ένα σύνολο πεζών, δημοσιευμένων σε διάφορα έντυπα και ηλεκτρονικά περιοδικά. Ορισμένα από αυτά είχαν εκδοθεί παλιότερα στη συλλογή με τίτλο Η άλλη λέξη (Γαβριηλίδης, 2014). Θα τα χαρακτηρίζαμε ως δοκίμια σύγχρονης κοινωνιολογίας της ανθρώπινης συμπεριφοράς. Οι ήρωες του διέπονται από τα ανθρώπινα πάθη, μικρά και μεγάλα. Η ζήλεια κάποιου για έναν ανώτερό του, ο οποίος είναι και ο καλύτερος φίλος του (στον σκηνικό μονόλογο «Χωρίς σκιά»). Η εκδίκηση της απατημένης που κλέβει την ταυτότητα του πρώην εραστή της (στο «Αντικατάσταση»). Οι ματαιώσεις στη ζωή ενός συνταξιούχου τραπεζικού(στο πολύ καλό «Το νόμισμα»). Η αμφιθυμία του καλλιτέχνη στη σχέση έργου και δημοσιότητας (στο «Ο Κύριος Μαραμένος»). Σε αμφιθυμία βρίσκεται και ο Νίκος Ηττόμαχος, συγγραφέας που καίγονται όλα τα χαρτιά του και η ταυτότητά του μαζί και πλέον μπορεί να διαλέξει να γίνει ένας άλλος (στο «Πυρκαγιά). Αρκετοί ήρωες του είναι καλλιτέχνες και συγγραφείς όπου ο Γ.Δουατζής ανατέμνει τις καλλιτεχνικές φοβίες, ανησυχίες και ανασφάλειες. Σε άλλα πρωταγωνιστούν καθημερινοί τύποι με τα δικά τους στερεότυπα ή τις ιδιοτυπίες τους όπως ο άνθρωπος με τα δύο πρόσωπα (στο «Ο κύριος Γ») ή ο τρελός φιλόσοφος (στο «Plato»). Τα διηγήματα του Γ.Δουατζή Το νόμισμα και άλλες ιστορίες,είναι πειρακτικά, ειρωνικά, χιουμοριστικά, γλυκόπικρα με μια αίσθηση της ανθρώπινης ματαιότητας ως επίγευση στο τέλος της ανάγνωσης τους.

 

Κίμων Θεοδώρου, Ο Παύλος Σουάν στην Αθήνα, Φαρφουλάς

Οι εκδόσεις Φαρφουλας που είναι ρέκτες του παλιότερου, άγνωστου ελληνικού λογοτεχνικού παρελθόντος εξέδωσαν τη μελέτη του Κίμωνα Θεοδώρου για έναν άγνωστο λογοτέχνη τον Παύλο Σουάν (1883-1972) που προξένησε σάλο(κοσμικό/κοινωνικό) όταν πρωτοήρθε στην Αθήνα τον Δεκέμβριο του 1910. Έγραψαν γι αυτόν : «Όμορφος σαν τους φιλέλληνες  Βύρωνα και Σέλλευ, βαθιάς φιλοσοφικής μορφώσεως, πνευματικός τρόφιμος της αρχαίας ελληνικής δημιουργίας». Ήταν ένας καλλιτέχνης με τη γενική έννοια του όρου: ζωγράφος, γλύπτης, ηθοποιός, ποιητής και πρωτοπόρος χορευτής.  Και ομοερωτικός σε μια δύσκολη κοινωνία. Στα γεράματά του, στη δεκαετία του ΄60, θα τον ανακαλύψει και θα τον φέρει πάλι στην επιφάνεια ο Άντυ Γουόρχολ. Ο Κίμων Θεοδώρου συγκέντρωσε υλικό από τις βιογραφίες αλλά και από το προσωπικό αρχείο του Σουάν στη Νεμπράσκα για να δώσει αυτή την αφηγηματική βιογραφία του καλλιτέχνη. Ο Σουάν εκπροσωπεί εκείνους τους καλλιτέχνες που με τα ταξίδια τους στην Ελλάδα θέλησαν να ξαναβρούν το νόημα του κόσμου :

«απογοητευμένος από τους ζωντανούς κτύπησα στο σπίτι των νεκρών/ στου παλιού κόσμου τις σαθρές αίθουσες/ αναπαύθηκα πάνω σε τάφους / εκεί ένοιωσα νέα ζωή,/ ζωηρή δημιουργία γύρω μου,/ είδα την Αθήνα να ορθώνεται υπερήφανη / μές από την ερημωμένη θάλασσα των ερειπίων».

Το τοπίο και η ιστορία εμβαπτίζει τους περιηγητές σε μια ανανεωμένη αιωνιότητα. Πολύ ενδιαφέρουσα μελέτη.

 

Προηγούμενο άρθροΟι σκιώδεις ήρωες ως διαμορφωτές της Ιστορίας (από τον Πάνο Ιωαννίδη)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ