Τετάρτη, 29 Απριλίου, 2026
ΑΡΧΙΚΗ ΚΡΙΤΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΥ Επιστροφή στο χαμένο κέντρο (γράφει ο Θανάσης Αγάθος)

Επιστροφή στο χαμένο κέντρο (γράφει ο Θανάσης Αγάθος)

0
11

 

γράφει ο Θανάσης Αγάθος (*)

 

Πολύ δύσκολος είναι ο ειδολογικός προσδιορισμός για τα Αναφιλητά, το πρώτο δείγμα γραφής του Γιώργου Δούλου, που κυκλοφορεί σε μια εξαιρετικά προσεγμένη και αισθητικά άρτια έκδοση του εκδοτικού οίκου Έρμα. Δεν πρόκειται ούτε για μυθιστόρημα ούτε για συλλογή διηγημάτων αλλά για 14 πρόζες που διαπνέονται από έναν έντονα αυτοβιογραφικό και εξομολογητικό τόνο, 14 καταθέσεις ψυχής από έναν νέο και πολυτάλαντο άνθρωπο, με 14 θεματικούς τίτλους, δηλαδή τίτλους που, αποδίδουν, άλλοτε φανερά και άλλοτε κρυπτικά, τον θεματικό πυρήνα του εκάστοτε κειμένου: «Κουπί», «Θάνατος στο μαιευτήριο», «Ένας μήνας», «Επισκέψεις», «Κουμάντο στα δικά σας», «Γιατί;», «Εσωτερικός χαλασμός», «Πλεχτό», «Ροζ σκούρο», «Κλείνω και πάω», «Το δίπλα σώμα», «Πώς να μιλήσω γι’ αυτό», «Μέχρι να τελειώσει αυτό το κείμενο, δεν θα έχει μείνει τίποτα από εμένα» και «Νέος μπαμπάς. Νέος και μπαμπάς».

Το πρώτο κείμενο («Κουπί»), γραμμένο σε πρώτο πρόσωπο, αποδίδει την πολυσύνθετη διάσταση της γραφής: βάσανος, ηδονή και ταξίδεμα, όπου «δεν υπάρχουν πανιά και μηχανές, μόνο χέρια που τραβούν κουπί» (σ. 15), κατά τον Ζήσιμο Λορεντζάτο, στον οποίο παραπέμπει συχνά ο Δούλος, θεωρώντας ότι εμφανίζεται στη ζωή του, όταν είναι πλέον έτοιμος να μαθητεύσει στα κείμενά του για το τι και το πώς της γραφής και για την έμπνευση. Πέρα από την απότιση φόρου τιμής στον δάσκαλο Λορεντζάτο αλλά και στον ποιητή Νίκο Α. Παναγιωτόπουλο, «φίλο παντοτινό και φάρο» (σ. 17), η πρόζα αυτή λειτουργεί ως ταιριαστή εισαγωγή σε ένα βιβλίο όπου ο συγγραφέας αφήνεται, μόνος και δυνατός, να τραβήξει κουπί, μαζί με τις λέξεις του.

Στο κείμενο «Θάνατος στο μαιευτήριο» ο Δούλος αποτυπώνει με οξυδέρκεια και ευαισθησία το σοκ του γονιού μπροστά στο μεγαλειώδες γεγονός της γέννησης ενός παιδιού, ένα σοκ που παραλληλίζεται με συντριβή, με θάνατο, με έξοδο από την προηγούμενη ζωή και είσοδο σε μιαν άλλη. Νέα ζωή και θάνατος μαζί. Ο πατέρας και η μητέρα αποχαιρετούν τους παλιούς εαυτούς τους, αποδεσμεύονται από αυτό που ήταν, διαγράφουν όλο το παρελθόν τους και εισέρχονται σε μιαν άλλη διάσταση, ανακαλύπτοντας τη ζωή από την αρχή και διαμορφώνοντας την ταυτότητά τους εκ νέου, μαζί με το παιδί.  «Πορεία προς το χαμένο κέντρο» (σ. 26), πορεία προς μια δεύτερη ζωή ή, ακριβέστερα, ευκαιρία για μια δεύτερη ζωή χαρακτηρίζει εύστοχα ο συγγραφέας τη μετάβαση προς την πατρότητα και τη  μητρότητα.

Το κείμενο «Ένας μήνας» επικεντρώνεται στην φοβία ενός νέου άντρα ότι το αίμα στο σπέρμα του μπορεί να αποτελεί ένδειξη καρκίνου και στην επιβεβλημένη από τον ανδρολόγο γιατρό αποχή από κάθε σεξουαλική δραστηριότητα επί έναν μήνα. Ένα ευφυές και μαζί σαρκαστικό μικροδιήγημα στο οποίο συμπλέκονται η αρρωστοφοβία και η σεξουαλική επιθυμία.

Οι επισκέψεις σε γιατρούς ανδρολόγους επανέρχονται στο διήγημα «Επισκέψεις», αλλά αυτή τη φορά ως έναυσμα για να ξεδιπλώσει ο ήρωας τις μύχιες σεξουαλικές φαντασιώσεις του και να εξομολογηθεί τις κρυφές επισκέψεις του σε σπίτια άγνωστων ανδρών, «επισκέψεις καμουφλαρισμένες» (σ. 32), συνδυασμένες με αισθήματα ενοχής, ντροπής και αδυναμίας να παραδεχτεί και να διαχειριστεί τη συγκεκριμένη πτυχή της σεξουαλικότητάς του.

Το κείμενο «Κουμάντο στα δικά σας», αφιερωμένο στην Μπέττυ Βακαλίδου, αναδεικνύει το δικαίωμα του κάθε ανθρώπου να διαθέτει το σώμα του όπως επιθυμεί, το δικαίωμά του να αποκαλύπτει (ή να μην αποκαλύπτει) στους γύρω του τον σεξουαλικό προσανατολισμό του, το δικαίωμά του να αναζητά την ταυτότητά του, ενώ ταυτόχρονα, αποτελεί έναν φόρο τιμής «σε όσους αντιστάθηκαν, σε όσους πάλεψαν, σε όσους βρήκαν το φως μέσα τους» (σ. 34), «σε όλους όσοι παλεύουν καθημερινά, από παιδιά, με αυτό που είναι» (σ. 35). Από τη στιγμή που ένας άνθρωπος αισθάνεται καλά με τον εαυτό του, υποστηρίζει χωρίς περιστροφές ο Δούλος, η γνώμη και η κριτική των άλλων τού είναι τελείως άχρηστες (σ. 35).

Το κείμενο «Γιατί;», ένα από τα πλέον συγκινητικά του βιβλίου, παίρνει τον τίτλο του από την πρώτη κουβέντα που απευθύνει ένας πατέρας στον γιο του, όταν ο τελευταίος τού αποκαλύπτει ότι έλκεται ερωτικά και από άντρες. Μετά από μια φορτισμένη και ειλικρινή συζήτηση, ο πατέρας και η μητέρα, άνθρωποι προηγούμενης γενιάς, γαλουχημένοι με άλλες αντιλήψεις, αποδέχονται αυτήν την πλευρά του γιου τους, βασισμένοι στην αγάπη, που αποτελεί το δομικό στοιχείο της οικογένειάς τους. Και ο γιος καταλήγει σε μια εξομολόγηση αγάπης και ευγνωμοσύνης προς τους γεννήτορες: «Είμαι περήφανος γιος σας και περήφανος για τον τρόπο που χειριστήκαμε αυτή την κομβική στιγμή. Χτίσαμε κάτι μοναδικό και το περιφρουρούμε. Γιατί αγαπιόμαστε γι’ αυτό που είμαστε. Σας ευχαριστώ γι’ αυτό που είστε και γι’ αυτό που είμαι σας αγαπώ» (σ. 41).

Το κείμενο «Εσωτερικός χαλασμός» ισοδυναμεί με γλυκόπικρο απολογισμό της μέχρι τώρα ζωής ενός νέου ανθρώπου: γονείς, παιδικά χρόνια, φίλοι, δάσκαλοι, έρωτες, σύντροφος ζωής, παιδί, παρόντες και μονάκριβοι απόντες, εμπειρίες, περίοδοι χαράς και περίοδοι ματαίωσης και απελπισίας. Και μια τελική νότα αισιοδοξίας και απόρριψης του αρνητισμού: «Ποτέ, όμως, δεν είναι αργά για να φράξεις την τρύπα απ’ όπου έχει διαρροή η ζωή σου» (σ. 44).

Το κείμενο «Πλεχτό» αναφέρεται στην ανάγκη του ατόμου να επιστρέψει στο χαμένο κέντρο του, σε αυτό που πάντα υπήρχε κρυμμένο μέσα του αλλά το είχε αρνηθεί, μην αντέχοντας να βλέπει την πραγματική εικόνα του. Για να πραγματοποιήσει αυτήν την επιστροφή, θα πρέπει να κινηθεί αντίστροφα, ξηλώνοντας το πλεχτό της ύπαρξής του, μέχρι να φτάσει στην πρώτη βελονιά: «Αρχίζω να ξηλώνω το υφαντό της ύπαρξής μου, πόντο πόντο, για να φτάσω στην αρχή, στην πρώτη βελονιά» (σ. 46). Σε αυτήν την πρώτη βελονιά βρίσκεται η ουσία και ο σκοπός της ύπαρξης, η αρχή του δρόμου, το χαμένο κέντρο.

Το (αφιερωμένο στη Μαρία Μήτσορα) κείμενο «Ροζ σκούρο» είναι μια τρυφερή εξομολόγησης αγάπης του πατέρα προς τον μικρό γιο του. Αγάπη άνευ όρων, αγάπη απόλυτη, αγάπη διάφανη, αγάπη που χτίζεται μέρα με τη μέρα, αγάπη που δηλώνεται απέριττα και σε καθημερινή βάση. Το κείμενο περιέχει μερικά από τα πιο συγκινητικά κομμάτια του βιβλίου: «Γυρίζω πάλι και τον κοιτάζω, δίπλα μου. Πόσο όμορφα κοιμάται. Πόσο όμορφος είναι όταν κοιμάται. Ήρεμος, σχεδόν ακίνητος. Θείος» (σ. 53).

Το κείμενο «Κλείνω και πάω» λειτουργεί ως προοίμιο του αμέσως επόμενου κειμένου. Τέρμα οι επινοήσεις αφηγημάτων, οι υπεκφυγές και οι αποκρύψεις ιστοριών. Ο συγγραφέας αισθάνεται ότι έφτασε η ώρα να γράψει το κείμενο που κυρίως θέλει να γράψει, αφήνοντας τα έκκεντρα θέματα και επιχειρώντας μια γενναία επιστροφή στο είναι του.

Αυτό το κυρίως κείμενο λοιπόν ίσως είναι «Το δίπλα σώμα», μια ρεαλιστική, τολμηρή αποτύπωση της πρώτης ομοφυλοφιλικής εμπειρίας ενός νεαρού άντρα, γραμμένη σε τρίτο πρόσωπο. Διάσπαρτο από έντονη σωματικότητα, το διήγημα αποδίδει όλα τα στάδια της ερωτικής συνεύρεσης ανάμεσα σε δύο άγνωστους άντρες, που συναντιούνται στο σπίτι του ενός μέσω μιας εφαρμογής γνωριμιών.

Το μικρής έκτασης κείμενο «Πώς να μιλήσω γι’ αυτό» έχει έναν ασθματικό τόνο, που επιτείνεται από την παντελή απουσία σημείων στίξεως. Πρόκειται για έναν παράφορο μονόλογο που περιστρέφεται γύρω από την έννοια της ελευθερίας και τις διαστάσεις που αυτή παίρνει για τον κάθε άνθρωπο.

Το κείμενο «Μέχρι να τελειώσει αυτό το κείμενο, δεν θα έχει μείνει τίποτα από εμένα» είναι ένα ρέκβιεμ σε μία αδερφική φιλία που διακόπηκε βίαια, εξαιτίας ενός μοιραίου λάθους ενός από τους δύο φίλους. Όλα όσα θα ήθελε να πει εκ των υστέρων αυτός που έμεινε σε αυτόν που έφυγε λέγονται ή μάλλον γράφονται εδώ, σε αυτήν την ανεπίδοτη επιστολή, αφήνοντας μια πικρή μελαγχολία για την οδύνη και τον πόνο που προκαλεί το οριστικό και αμετάκλητο τέλος μιας ανθρώπινης σχέσης, ένας «ζωντανός θάνατος» (σ. 93).

Το τελευταίο κείμενο, «Νέος μπαμπάς. Νέος και μπαμπάς», δημοσιευμένο για πρώτη φορά στην εφημερίδα Lifo το 2024, αποτελεί μιαν απόπειρα προσδιορισμού τού τι σημαίνει να γίνεσαι νέος πατέρας στη σημερινή εποχή, αλλά και μιαν απόπειρα αμφισβήτησης του στερεοτυπικού «οδηγού γονεϊκότητας» (σ. 102), που έχει θέσει η κοινωνία και η οικογενειακή παράδοση. Και, συνδέοντας το δοκίμιο του Ζήσιμου Λορεντζάτου για τον Σεφέρη Το χαμένο κέντρο με το (ήδη συζητημένο σε προηγούμενο ομότιτλο κείμενο του βιβλίου του) δικό του χαμένο κέντρο, ο Δούλος καταλήγει στο συμπέρασμα ότι το παιδί του είναι ο φάρος που του φώτισε τον δρόμο, δείχνοντάς του προς τα πού να κινηθεί.

Συνολικά ιδωμένο, το βιβλίο του Δούλου είναι ένα υβριδικό βιβλίο, ένα κείμενο-πλεχτό (για να θυμηθούμε τον τίτλο μιας από τις ιστορίες του), ένα κείμενο που ανταποκρίνεται πλήρως στον γενικό τίτλο του, Αναφιλητά: διακοπτόμενοι, σπασμωδικοί ήχοι που εκφέρει ένας άνθρωπος όταν κλαίει έντονα, εν προκειμένω ένας νέος άνθρωπος που προσπαθεί να ισορροπήσει ανάμεσα στα πρέπει και στα θέλω, ανάμεσα στις στερεοτυπικές κοινωνικές ετικέτες και τις επιθυμίες του σώματος και της ψυχής. Ο συγγραφέας προσπαθεί να βάλει σε τάξη, να αρχειοθετήσει τις σκέψεις του, τους προβληματισμούς του, τις μνήμες του σε μια χαοτική εποχή, γεμάτη προκλήσεις και ραγδαίες αλλαγές, και να αναμετρηθεί με τον εσώτερο κόσμο του. Χωρίς ωραιοποιήσεις, χωρίς εξιδανικεύσεις, χωρίς στρογγυλέματα, αφήνει τον εαυτό του ελεύθερο να εξορκίσει τους δαίμονές του, να ανακαλύψει και να αποκαλύψει τη νέα του ταυτότητα, να περπατήσει πάνω σε τεντωμένο σκοινί, μιλώντας για την πατρότητα, τη σεξουαλικότητα, τη φιλία, την οικογένεια, τη δημιουργία. Και όλα αυτά με μια γραφή αιχμηρή, ασθμαίνουσα, κάποτε σοκαριστική, που υποβάλλει συνεχώς την αίσθηση του κατακερματισμού και ακροβατεί μεταξύ της οικειότητας που δημιουργεί η συχνά πρωτοπρόσωπη αφήγηση και της αποστασιοποίησης που εκπορεύεται από την ενίοτε τριτοπρόσωπη αφήγηση. Με μια γραφή που ξεκλειδώνει τον εαυτό και προβάλλει το δικαίωμα στην αμφιβολία, στη διαρκή αναθεώρηση και στην αυτοδιάθεση.

(*) Ο Θανάσης Αγάθος είναι Καθηγητής Νεοελληνικής Φιλολογίας στο Τμήμα Φιλολογίας του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών.

Γιώργος Δούλος, Αναφιλητά, Έρμα, Αθήνα 2025.

 

 

 

Προηγούμενο άρθροΔιχασμός και πολλαπλότητα (γράφει ο Βαγγέλης Δημητριάδης)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ