Βιβλία και εφημερίδες (της Άννας Λυδάκη)

0
248

 

 

της Άννας Λυδάκη


«Λένε ότι η επαγγελματική ενασχόληση με ένα αντικείμενο σκοτώνει τον έρωτα για το αντικείμενο αυτό. Ο έρωτάς μου για το βιβλίο, όμως, δεν έσβησε ποτέ. Και η πιο αγωνιώδης στιγμή αυτής της σχέσης είναι πάντα η στιγμή της αναμονής, καθώς ανοίγω τον φάκελο και περιμένω να μου αποκαλυφθεί το βιβλίο που βρίσκεται μέσα. Έτσι κι αλλιώς, το βιβλίο είναι μια περιπέτεια, που σε παρασύρει σε ποικίλους δρόμους εικόνων, συναισθημάτων και σκέψεων», γράφει ο Νίκος Μπακουνάκης «περιδιαβαίνοντας» με τη μνήμη τους δρόμους στους οποίους τον οδήγησε ο έρωτας αυτός.

Το «οδοιπορικό» του Ν. Μπακουνάκη ξεκινάει με αφηγήσεις από την ιστορία ενηλικίωσής του στον γενέθλιο τόπο, την Πάτρα, και φθάνει μέχρι τις μέρες μας με πλήθος «σταθμών» που στον καθένα υπάρχει κάτι σημαντικό: άνθρωποι, τόποι, γεγονότα… Και, ευτυχώς για μας, ο συγγραφέας κρατούσε ημερολόγιο για τις «περιπέτειες» των αναγνώσεών του  και για το «πώς έπεσε στο μελανοδοχείο», ως δημοσιογράφος, ως δημιουργός και μακροβιότερος αρχισυντάκτης του πρώτου ένθετου για βιβλία στον ελληνικό Τύπο, ως συγγραφέας, ως πανεπιστημιακός δάσκαλος.

Καθώς, όμως, απόλυτα μοναχική ζωή δεν υπάρχει και ο βίος μας εκτυλίσσεται μέσα σε μια πραγματικότητα όπου το ατομικό εμπλέκεται με το κοινωνικό, μέσα από τη συναρπαστική, αυτοβιογραφική αφήγηση του Ν. Μπακουνάκη μαθαίνουμε πάρα πολλά για την ιστορία –όχι μόνο του Τύπου- από τη δεκαετία του 1970 έως σήμερα, την οποία έζησε ο ίδιος, αλλά και για περασμένα χρόνια, αφού ο συγγραφέας είναι «παθιασμένος μελετητής αρχείων».

Ο συγγραφέας στο βιβλίο του «συνομιλεί» με ζώντες και τεθνεώτες, Έλληνες και ξένους, ανθρώπους που τον επηρέασαν, συγγραφείς, δημοσιογράφους και εκδότες, δασκάλους του και συνεργάτες, ακόμη και με τους αναγνώστες του, των οποίων τις επιστολές κρατά γνωρίζοντας ότι αυτοί δεν είναι παθητικοί δέκτες των κειμένων. Γράφει για περιοδικά και εφημερίδες που έμειναν στην ιστορία, καταδεικνύοντας πως το εφήμερο μπορεί να σημαίνει πολλά, και αφηγείται το πώς η λογοτεχνική κριτική έγινε στοιχείο της παράδοσης των εφημερίδων.

Το πέρασμα από τον Μίκυ Μάους, τον Μικρό Σερίφη,  τον Μικρό Καου-μπόυ, και τα Κλασσικά Εικονογραφημένα  στον Αλμπερ Καμύ και στις λογοτεχνικές σελίδες του Le Figaro γίνεται το 1973, ενώ ο Μπακουνάκης έχει ήδη ανακαλύψει τις παράξενες οικογενειακές ιστορίες που έγραφε ο πατέρας του (Αφηγήσεις Μπακουνάκη Ανδρέα). Από το 1974, φοιτητής της Νομικής Σχολής Αθηνών, θητεύει στην Ταινιοθήκη της Αγλαΐας Μητροπούλου και λίγο αργότερα παίρνει το βάπτισμα του δημοσιογραφικού πυρός στην Ελευθεροτυπία. Το 1987 προσλήφθηκε στον Οργανισμό Λαμπράκη και δέκα χρόνια αργότερα δημιούργησε το 16σέλιδο πολιτιστικό – λογοτεχνικό ένθετο «Βιβλία» στο Βήμα και έμεινε αρχισυντάκτης του μέχρι το 2018 –είκοσι χρόνια.

Ενδιαφέρουσα είναι η ιστορία της εφημερίδας, που κυκλοφόρησε ως Ελεύθερο Βήμα το 1922 και έγινε το 1945 το Βήμα, καθώς «τα εκατό χρόνια μιας αθηναϊκής εφημερίδας δεν μπορεί παρά να εγγράφονται στην παράδοση της πόλης». Το 1957 την εφημερίδα ανέλαβε ο Χ. Λαμπράκης, «άνθρωπος τόσο του πολιτισμού (civilization) όσο και της κουλτούρας (culture), με ιδιοσυγκρασία καλλιτέχνη και διανοούμενου στην οποία χώρεσε τελικά και ο δημοσιογράφος και ο εκδότης»,   γράφει ο Μπακουνάκης.

Η απόκτηση της πλειοψηφίας των μετοχών του παραδοσιακού οίκου περιοδικών του Νίκου Θεοφανίδη Πάνθεον, Ρομάντσο, Βεντέτα από τον Οργανισμό Λαμπράκη το καλοκαίρι του 1987 δίνει την αφορμή στον συγγραφέα να μιλήσει για τα περιοδικά αυτά, κυρίως για το Ρομάντσο το οποίο θα πρέπει κάποτε να γίνει αντικείμενο μελέτης από κοινωνικούς επιστήμονες.

Το Ρομάντσο, περιοδικό ψυχαγωγίας και γνώσεων από τη δεκαετία του 1930 έως τη δεκαετία του 1960 αποτελεί φαινόμενο του ελληνικού Τύπου στον 20ό αιώνα: φθάνει να κυκλοφορεί  σε 300.000 αντίτυπα εβδομαδιαίως, και παραπάνω όταν στο εξώφυλλο εικονίζεται η Βουγιουκλάκη. Παρά τον τίτλο του δεν περιείχε μόνο ρομαντικά, δραματικά μυθιστορήματα, όπως εκείνα της Ιωάννας Μπουκουβάλα – Αναγνώστου, αλλά και αστυνομικές και χιουμοριστικές ιστορίες, «εξωτικά διηγήματα», χρονογραφήματα που γράφονταν από τους κορυφαίους του είδους, γελοιογραφίες (χαρακτηριστικοί τύποι ο Σπαγγοραμένος και ο Βαρελόφρων), θέματα που αφορούσαν τους άνδρες και τα παιδιά, ενώ η «Βιβλιοθήκη του Ρομάντσου» διαμόρφωσε αναγνωστικές συμπεριφορές περιλαμβάνοντας μεγάλα κλασικά μυθιστορήματα, όπως Η Παναγία των Παρισίων, το Όσα παίρνει ο άνεμος κ.ά.

Ο συγγραφέας σχολιάζει, ακόμη, τις Εποχές, τη μηνιαία επιθεώρηση «πνευματικού προσανατολισμού και γενικής παιδείας» με συνεργάτες διανοούμενους, συγγραφείς και επιστήμονες, και τον Ταχυδρόμο, στον οποίο γράφουν, επίσης, μεγάλα ονόματα των γραμμάτων και των τεχνών.

Οι αναμνήσεις, όμως, πάντα εντοπίζονται και το πέρασμα του χρόνου καταγράφεται στον χώρο, που γίνεται τόπος. Για τον Μπακουνάκη ο τόπος λειτουργεί ως αφηγηματικό πεδίο και στο έργο του ενυπάρχει μια «πολιτιστική γεωγραφία» καθώς περιγράφει τα μέρη στα οποία συνάντησε σπουδαίους ανθρώπους, πανεπιστήμια του εξωτερικού, κινηματογραφικές αίθουσες, ιστορικά κτίρια εφημερίδων… Και, βέβαια, αναφέρονται οι δικοί του «εφημεριδότοποι» με τα παλιά γραφεία, όπου «κυριαρχούσε ο μηχανικός ήχος των γραφομηχανών –όχι και τόσο έντονος, καθώς το ‘χειρόγραφο’ ήταν ακόμη ισχυρό, κείμενα πάνω στο φτηνό, υποκίτρινο δημοσιογραφικό χαρτί. Και υπήρχε, φυσικά, πολύς καπνός, αναμεμειγμένος με μια διακριτική οσμή αλκοόλ. Έπειτα ήταν τα τεχνολογικά, εργονομικά γραφεία, με τα κομπιούτερ και τα κινητά πετάσματα από μελαμίνη και γυαλί, τα σφραγισμένα παράθυρα και τα ειδικά καπνιστήρια, στους πιο υποβαθμισμένους χώρους των γραφείων. Και τώρα βρισκόμαστε στο μη γραφείο, ή καλύτερα στις τέσσερις πλευρές του ψηφιακού γραφείου μας στον υπολογιστή, που με κάνει να νοσταλγώ το φυσικό περιβάλλον της εφημερίδας και τους αναπόφευκτους κοινωνικούς δεσμούς…»

Ο Μπακουνάκης «περνά» από την Κολοκοτρώνη και τη Χρήστου Λαδά με τα γραφεία των εφημερίδων· στην οδό Αναξαγόρα 5 «διαβάζει» τα ίχνη από το Ρομάντσο· θυμάται το μπαρ 17 στη Βουκουρεστίου και το Gallery σ’ ένα υπόγειο πολυκατοικίας στην Αμερικής, όπου η γοητευτική Άλμπα από την Αίγυπτο που τραγουδούσε συνοδεία πιάνου, το γαλλόφωνο βιβλιοπωλείο του Χέρμαν Κάουφμαν, «ενός Γιούγκερμαν των βιβλιοπωλείων», τα διάφορα στέκια και τις «φυλές» της Αθήνας, για τις οποίες έγραφε στον Ταχυδρόμο με την υπογραφή Ιάκωβος Περριέ· χαρακτηριστική είναι η περιγραφή της «φυλής» του Ντόλτσε.

Τα «Βιβλία», το ένθετο που δημιούργησε, κυκλοφόρησαν 16 Μαρτίου του 1997. Στις 16 σελίδες του δεν παρουσιάζονταν μόνο τα βιβλία και οι συγγραφείς, αλλά και η πολιτική  και οι θεσμοί του βιβλίου, οι εκδότες και η πορεία των εκδοτικών οίκων, οι δραστηριότητες του  ΕΚΕΒΙ, οι αλυσίδες του βιβλίου, οι λογοτεχνικοί πράκτορες…

Για τους συγγραφείς και τα έργα τους, που γίνονται οι «ήρωες και οι αντιήρωές» του, για εκείνους τους οποίους συνάντησε αλλά και για εκείνους που δεν γνώρισε ποτέ, ή που τους ανακάλυψε μέσα από τα αποτυπώματά τους, γράφει: «Οι συγγραφείς μού έδιναν κλειδιά, μου άνοιγαν δρόμους… Οι συγγραφείς ήταν και εικόνες… ήταν και αινίγματα… τους συγγραφείς πρέπει να τους ανακαλύπτεις…». Στα «Βιβλία» ο Μπακουνάκης πρόσεχε πολύ και την εικονογράφηση, αφού «υπάρχουν φωτογραφίες που από μόνες τους μοιάζουν με διηγήματα – φωτογραφικά διηγήματα… Οι συγγραφείς μπορούν να γράφουν και με το βλέμμα τους».

Φανατικός αναγνώστης ο συγγραφέας ομολογεί: «Προσπαθώ να βρω στη σιωπή της ανάγνωσης ένα στοιχείο πολυτέλειας –ας πούμε, σαν τη βραδύτητα- και, βέβαια, να ξανακερδίσω τον χρόνο. Δεν πειράζει αν το βιβλίο δεν μπορεί να θρέψει τους πεινασμένους: είναι πάθος μας. Και το προνόμιο των παθών μας πρέπει να μπορούμε να το απολαμβάνουμε».

Τελειώνοντας να πω ότι ο αναγνώστης του βιβλίου του Μπακουνάκη θα δυσκολευόταν να το εντάξει σε κάποια κατηγορία: Δημοσιογραφικά απομνημονεύματα; ιστορία του Τύπου; δοκίμιο και στοχασμός για τη δημοσιογραφία και τη λογοτεχνική κριτική; αυτοβιογραφία; Οπωσδήποτε είναι όλα αυτά· κυρίως, όμως, το βιβλίο είναι ένα λογοτεχνικό έργο που διαβάζεται απνευστί χωρίς, βέβαια, να είναι μυθοπλασία. Είναι ένα έργο που υπερβαίνει τις προσωπικές αναμνήσεις και οδηγεί σε τοπία γοητευτικά, παλαιότερα και σύγχρονα, όπου ο καθένας βρίσκει κάτι δικό του.

 

Νίκος Μπακουνάκης, Όταν έπεσα στο μελανοδοχείο, Πόλις, Αθήνα 2020.

Βρες το εδώ

 

 

Προηγούμενο άρθροΣτον κόκκινο ουρανοξύστη με την Σεμίνα Διγενή (της Κυριακής Μπεϊόγλου)
Επόμενο άρθρο«Ιστορίες ανάμεσα» του Δημήτρη Οικονομίδη: Το υπαρκτό και το άπιαστο (της Μαριάννας Τζιαντζή)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ