του Γιάννη Μουγγολιά
Κι ενώ οι υψηλές θερμοκρασίες του Ιουλίου συντονίζονται με τις ποδοσφαιρικές συχνότητες μια και το Μουντιάλ 2026 κορυφώνεται και συνεγείρει ποδοσφαιρόφιλους και μη σε όλο τον πλανήτη προκαλώντας τους ακόμα και σε ακατάλληλες ώρες στους τηλεοπτικούς τους δέκτες μια και φετινή διοργάνωση σε ΗΠΑ, Μεξικό Καναδά απαιτεί διαφορά ώρας τουλάχιστον για τα ευρωπαϊκά επίπεδα, μια ματιά στο παρελθόν πάντα συνοδεύεται από μια ρετρό διάθεση.

Η μεγάλη γιορτή του Παγκόσμιου Κυπέλλου Ποδοσφαίρου στο πέρασμα των χρόνων πρόσφερε στους θεατές σπάνιες συγκινήσεις και εμπειρίες που συνδέθηκαν με διάσημα ονόματα που έλαμψαν στις εντεκάδες των εθνικών ομάδων. Τους βρίσκουμε κι αυτές τις μέρες όταν με το χέρι στην καρδιά τούς βλέπουμε να τραγουδούν τους εθνικούς ύμνους των χωρών τους λίγο πριν την έναρξη των αγώνων. Εθνικοί ύμνοι όπως ο εθνικός ύμνος της Βραζιλίας με τη ρομαντική του, έντονα συναισθηματική φόρτιση και την ορχηστρική πληρότητα, της Αργεντινής με το συγκινητικό και μεγαλόπρεπο ύφος του, η ιστορική, επική, αγωνιστική «Μασσαλιώτιδα» των Γάλλων, ο ύμνος των Ολλανδών, ο παλαιότερος παγκοσμίως, γραμμένος το 1570 για όργανο και προσαρμοσμένος σε συμφωνική εκδοχή, ο ύμνος της Ουρουγουάης με εμφανείς επιρροές από την ιταλική όπερα, αλλά και ο εθνικός ύμνος του Ιράν που αντικαθιστώντας τον παλαιότερο της περιόδου του Αγιατολάχ Χομέινι καθιερώθηκε το 1990, γραμμένος από τον συνθέτη Hassan Riyahi, και υμνεί την ισλαμική φυσιογνωμία της χώρας, ενώ φέτος λόγω του Πολέμου με τις ΗΠΑ προκάλεσε αυξημένο ενδιαφέρον συγκεντρώνοντας τόσο αποδοκιμασίες όσο και χειροκροτήματα, είναι κάποιοι από αυτούς που ακούγονται και τραγουδιούνται φέτος, εκτός από τους θεατές στις κερκίδες και από τους παίκτες στο τεραίν.
Η αγάπη για τη μουσική και το τραγούδι των ποδοσφαιριστών ωστόσο δεν εξαντλείται βέβαια στους εθνικούς ύμνους, αφού στο παρελθόν δεν ήταν λίγες οι φορές που οι μάγοι της μπάλας έγιναν κάτοχοι του μικροφώνου. Όχι πάντα με καλλιτεχνική επιτυχία. Όπως είναι αναμενόμενο το πέρασμα από το ένα στάδιο του θεάματος (ποδόσφαιρο) σε ένα άλλο (τραγούδι και μουσική) διευκολύνθηκε. Ένας από τους βασικούς λόγους για τη νέα αυτή δραστηριότητα των διάσημων ποδοσφαιριστών ήταν βεβαίως η μεγάλη αναγνωρισιμότητα σε ένα ευρύ κοινό που μπορούσε να συντηρηθεί, να συνεχιστεί και να επεκταθεί με στόχο υψηλές πωλήσεις και συνέχεια της εμπορικής επιτυχίας σε ένα άλλο πεδίο.
Pele
Η πιο γνωστή περίπτωση ήταν του Pele, του κορυφαίου κατά πολλούς ποδοσφαιριστή όλων των εποχών.
Είναι γνωστή η φλόγα του Βραζιλιάνου που έκανε απίστευτα πράγματα στα γήπεδα κατακτώντας τρία Παγκόσμια Κύπελλα με τη χώρα του (1958, 1962, 1970) και καθοδηγώντας της σε ένα άλλο ποδόσφαιρο, αυτό που κάθε θεατής αρέσκεται να βλέπει ως υψηλής τεχνικής θέαμα. Εκτός από μαγικές ντρίπλες, ανάποδα ψαλίδια, απευθείας φάουλ που έσκιζαν τα δίχτυα, τακουνάκια, ο Pele ήταν και μουσικός συνθέτης και τραγουδιστής. Τόσο το δισκογραφικό άλμπουμ του «Peleginga» (EMI) σε cd πριν από 20 χρόνια (23 Ιουνίου 2006) σε ύφος smooth Jazz και samba, με τη συμμετοχή των κορυφαίων Βραζιλιάνων τραγουδιστών Gilberto Gil και Elis Regina όσο και το latin jazz σάουντρακ που συνυπέγραψε συνθετικά με τον σπουδαίο Βραζιλιάνο Sergio Mendes και κυκλοφόρησε από τη δισκογραφική Atlantic (κυκλοφόρισε και στην Ελλάδα) για το ντοκιμαντέρ του σκηνοθέτη François Reichenbach «Pele» για τη ζωή και την ποδοσφαιρική του καριέρα με αφηγητή τον ίδιο πριν από 50 περίπου χρόνια (1977) και στο οποίο τραγουδούσε και ο Pele (μεταξύ των κομματιών και το δημοφιλές «Meu Mundo É Uma Bola»-«Ο κόσμος μου είναι μια μπάλα») και έπαιζε κιθάρα ενώ έπαιξε και ο κορυφαίος τζαζ σαξοφωνίστας Gerry Mulligan, αποτέλεσαν επίλεκτες εκδόσεις της προσωπικής του δισκογραφίας.

Ωστόσο το πρώτο φλερτ του Pele με τη δισκογραφία καταγράφηκε το 1969, ένα χρόνο πριν το 9ο Παγκόσμιο Κύπελλο που έγινε στο Μεξικό και πέρασε στην ιστορία σαν το καλύτερο και θεαματικότερο του αθλήματος. Ήταν το επτάιντσο 45 στροφών «Pelé x Elis – Tabelinha» (Philips) που ένα χρόνο μετά την κυκλοφορία του στον κόσμο, κυκλοφόρησε και στην Ελλάδα το 1970 με τον τίτλο «Perdao, Nao Tem» και σε ύφος latin, pop και samba. Τα δυο κομμάτια του, το ομώνυμο και το «Vexamao» που ερμήνευσε ο Pele σε ντουέτο με τη θρυλική τραγουδίστρια Elis Regina, συμπεριελήφησαν αργότερα και στο διπλό cd «Peleginga».
Diego Maradona
Το αντίπαλο δέος του Pele στις προτιμήσεις των απανταχού ποδοσφαιρόφιλων για τον τίτλο του καλύτερου ποδοσφαιριστή όλων των εποχών ήταν ο Αργεντινός Diego Maradona.

Επίσης θρυλική φυσιογνωμία εντός και εκτός γηπέδων, τόσο στις τεχνικές ικανότητες όσο και στο μπρίο, την καρδιά αλλά και τη λατρεία που προκάλεσε. Ήταν αδύνατον ένας τέτοιος «καλλιτέχνης» που ζωγράφιζε στα γήπεδα να μην αγαπούσε τη μουσική και το τραγούδι. Πρώτα από όλα λάτρευε το αργεντίνικο τάνγκο, την εθνική μουσική της πατρίδας του και ηχογράφησε στο είδος αυτό το διάσημο τραγούδι «El Sueno del Pibe» σε στίχους του Reinaldo Yiso και μουσική του Juan Puey. Δεν ήταν το μόνο όμως που ο Ντιεγκίτο ερμήνευσε αφού τραγούδησε ιταλικά και ισπανικά τραγούδια δίνοντάς τους με τον δικό του τρόπο ένα ιδιαίτερο ειδικό ιστορικό βάρος. Τραγούδησε ζωντανά στη σκηνή με τον Ινδό τραγουδιστή Charles Antony, ενώ κυκλοφόρησε το επτάιντσο 45άρι «Pimpinela Participação Especial Diego Maradona – Querida Amiga» (CBS, 1986) σε ύφος λάτιν ποπ μπαλάντας σε μουσική του ίδιου και των Alejandro Vezzani, , Joaquín Galán και Lucía Galán και το άλμπουμ «Franco Mirabella & Diego Armando Maradona – Dedicata A Claudia» (GDS, 1990) σε ύφος pop, folk και Canzone Napoletana όπου ακούμε κομμάτια σαν τα «O Sole Mio» και «Caruso».
Αλλά εκτός των βιρτουόζων Λατινοαμερικάνων, οι Ευρωπαίοι μπαλαδόροι δεν έμειναν πίσω. Μπήκαν στα στούντιος, πήραν μικρόφωνα, τραγούδησαν, ηχογράφησαν και διεκδίκησαν πρωτιές στις λίστες και στα charts.
Franz Beckenbauer
Πόσοι γνωρίζουν ότι ο «Κάιζερ», ο αρχοντικός λίμπερο Franz Beckenbauer, που φιγουράρει στην τρίτη θέση των καλύτερων ποδοσφαιριστών του κόσμου σε ονομαστές ψηφοφορίες μετά τους Pele, Maradona ή Cruyff και ηγέτης της Εθνικής Γερμανίας που την οδήγησε στην κατάκτηση του Παγκοσμίου Κυπέλλου του 1974, τραγούδησε και ηχογράφησε τραγούδια;

Το 1966, χρονιά που εξέπληξε με την εμφάνισή του στο πρώτο του Παγκόσμιο Κύπελλο στην Αγγλία όπου η Γερμανία έχασε στον τελικό από την Αγγλία του Bobby Charlton αποσπώντας τον τίτλο του καλύτερου νέου παίκτη της διοργάνωσης, ο Franz Beckenbauer ηχογράφησε στην Polydor το πρώτο του επτάιντσο 45 στροφών «Du Allein» που περιελάβανε το ομώνυμο τραγούδι και το «Gute Freunde Kann Niemand Trennen». Δυο τραγούδια με διάρκεια το καθένα λίγο πιο κάτω από 3 λεπτά, το πρώτο με την υπογραφή της Lilibert και του συνθέτη και τζαζ πιανίστα Werner Twardy και το δεύτερο γραμμένο από τον συνθέτη Rolf Arland και τον στιχουργό και συνθέτη Kurt Hertha, οι οποίοι ανήκουν στην αφρόκρεμα των εμπορικά επιτυχημένων εκπροσώπων του γερμανικού είδους Schlager την εποχή της κυκλοφορίας του. Οι στίχοι του τραγουδιού «Gute Freunde Kann Niemand Trennen» μιλούν για την αχώριστη φύση μιας καλής φιλίας, ειδικά σε δύσκολες στιγμές. Κατά τη διάρκεια ενός αγώνα του γερμανικού πρωταθλήματος μεταξύ της Μπάγερν Μονάχου και της Χόφενχαϊμ 1899 (3–0), του πρώτου αγώνα μετά τον θάνατο του Franz Beckenbauer, το τραγούδι χρησιμοποιήθηκε ως μουσική αποχώρησης και ως ύμνος για το γκολ και τραγουδήθηκε από τους οπαδούς σε αρκετές περιπτώσεις. Εισήλθε στο γερμανικό chart singles στο νούμερο 32 στις 15 Δεκεμβρίου 1966 και έφτασε στην κορυφή του στο νούμερο 31 μισό μήνα αργότερα. Το κομμάτι παρέμεινε στα charts για συνολικά ένα μήνα και ήταν η μόνη επιτυχία του Franz Beckenbauer στα charts ως σόλο καλλιτέχνης.

Την επόμενη χρονιά, το 1967 κυκλοφόρησε ένα ακόμη 45άρι του Franz Beckenbauer, με τίτλο «Du Bist Das Glück» (Polydor). To ομώνυμο τραγούδι γραμμένο και πάλι από τους Lilibert και Twardy, ενώ στην πίσω πλευρά υπήρχε το τραγούδι «1:0 Für Die Liebe» των Rolf Arland και Kurt Hertha, που ωστόσο δεν είχε την εμπορική επιτυχία του πρώτου σινγκλ.
Και τα τέσσερα τραγούδια που ηχογράφησε ο Franz Beckenbauer ανήκουν στο είδος του γερμανικού είδους Schlager, δηλαδή ενός είδους ευρωπαϊκής ποπ μουσικής με ευχάριστες και εύκολες μελωδίες που εντυπώνονται στη μνήμη αλλά και συναισθηματικούς στίχους με θέμα τις ανθρώπινες σχέσεις και τον έρωτα. Στα δείγματα του είδους περίοπτη θέση έχουν γλυκές μπαλάντες ή τραγούδια για γλέντια και οινοποσία, που αντλούν την έμπνευσή τους από τη λαϊκή μουσική, στην οποία έχουν τη βάση τους. Το είδος αυτό έχει πλήθος φίλους στις γερμανόφωνες χώρες και είναι κυρίαρχο και κατά καιρούς πολύ δημοφιλές από τη δεκαετία του 1920 στην περιοχή Μπενελούξ που γεννήθηκε μέχρι τις μέρες μας. Δεν είναι τυχαίο ότι τραγουδιστές του είδους σε συναυλίες σε μεγάλα στάδια προκαλούσαν κοσμοσυρροή και εξαντλούσαν τα εισιτήρια.
Gerd Müller
Ένας άλλος μεγάλος Γερμανός άσσος των γηπέδων, ο σέντερ φορ Gerd Müller, με το προσωνύμιο «Der Bomber» (Ο Βομβαρδιστής), που παραβίασε πλείστες φορές αντίπαλα δίχτυα και αναδείχτηκε ο μεγαλύτερος Γερμανός σκόρερ όλων των εποχών, κυκλοφόρησε το 1969 στην CBS το επτάιντσο 45άρι «Dann macht es bumm».

Ο δίσκος περιλαμβάνει το ομώνυμο τραγούδι και το «Wenn Das Runde Leder Rollt». Και εδώ τα τραγούδια ανήκουν στο είδος του Schlager και της pop, ενώ το ομώνυμο τραγούδι αποθέωνε την εκτελεστική του δεινότητα του Gerd Müller και την ικανότητά του να πετυχαίνει γκολ.
Τόσο το «Dann macht es bumm» όσο και το «Raba Da Da», ένα άλλο 45άρι που είχε κυκλοφορήσει από το 1967 στη Vogue Schallplatten με το ομώνυμο γραμμένο από τους Fred Rauch και K. Farmer και στην πίσω πλευρά το «Nur Jetzt Nicht Weinen» των Fred Rauch και Rudi Bauer, είχαν μια έντονα χιουμοριστική διάθεση που βέβαια ταίριαζε στη μεγάλη δημοφιλία του ποδοσφαιριστή.

Το 1969 ο Gerd Müller κυκλοφόρησε στη Linda επίσης το επτάιντσο 45άρι «Das gibt ein Schützenfest» που συνοδεύτηκε επίσης από μεγάλη εμπορική επιτυχία μία μεγάλη επιτυχία και περιελάμβανε δυο ακόμα τραγούδια με ρυθμό και με την ποδοσφαιρική ατμόσφαιρα της εποχής (το ομώνυμο και το «Bleib Am Ball»). Όλα του τα σινγκλ κυκλοφόρησαν προτού αναδειχτεί Ευρωπαίος Ποδοσφαιριστής της Χρονιάς (Χρυσή Μπάλα το 1970) και πριν κατακτήσει με την Εθνική της Δυτικής Γερμανίας το Ευρωπαϊκό Πρωτάθλημα Ποδοσφαίρου (1972) και το Παγκόσμιο Κύπελλο (1974) όταν και σκόραρε στον μεγάλο τελικό με την Ολλανδία.
Ήταν εκείνο το μεγάλο ιστορικό ματς που είχε γίνει στις 7 Ιουλίου 1974, στο Ολυμπιακό Στάδιο του Μονάχου και η Δυτική Γερμανία με πέναλτι του Paul Breitner και γκολ του Gerd Müller επικρατούσε των Ολλανδών του Johan Cruyff, του καλύτερου παίκτη μετά τον Pele στον κόσμο σύμφωνα με τις πιο έγκριτες ψηφοφορίες.
Johan Cruyff
Η Ολλανδία μάλιστα τότε είχε προηγηθεί με πέναλτι του Johannes Neeskens από το δεύτερο λεπτό της αναμέτρησης. Στον αγώνα εκείνο αλλά και σε όλο το Παγκόσμιο Κύπελλο του 1974 έλαμψε ένα μεγάλο αστέρι που φορούσε τη φανέλα των Οράνιε με το νούμερο 14.

Ο λόγος για τον μοναδικό και ανεπανάληπτο Johan Cruyff, τον γνωστό σε όλους ως «Νουρέγιεφ των γηπέδων», προσωνύμιο που του δόθηκε λόγω των χορευτικών ικανοτήτων του μέσα στο γήπεδο. Ο Cruyff που χόρευε τις αντίπαλες άμυνες και αποθεωνόταν από τους θεατές, πέντε ολόκληρα χρόνια πριν, το 1969 είχε κυκλοφορήσει στην Polydor το επτάιντσο 45άρι «Oei Oei Oei (Dat Was Me Weer Een Loei)» σε ύφος pop, folk και Schlager. Το ομώνυμο τραγούδι αλλά και το «Alle Stoppen Ineens Naar De Knoppen» της πίσω πλευράς, γραμμένα και τα δυο από τον Ολλανδό τραγουδιστή-τραγουδοποιό, παραγωγό, ραδιοφωνικό DJ και ουσιαστικά ιδρυτή του ολλανδικού ροκ Peter Koelewijn, έδωσαν την ευκαιρία στον Johan Cruyff να δοκιμάσει τις δυνάμεις του ως τραγουδιστής με τα εύθυμα αυτά tracks που σημείωσαν αξιοπρόσεκτη εμπορική επιτυχία στη χώρα του και χιλιοτραγουδήθηκαν μετά από μια μεγάλη νίκη του Άγιαξ που ο Cruyff αγωνιζόταν σε επίπεδο συλλόγων. Ο «Ιπτάμενος Ολλανδός» κατέθετε και τη φωνή του λοιπόν, όχι όμως με την επιτυχία που πατούσε και «πετούσε» στα γήπεδα.
Άγγλοι οι επόμενοι τραγουδιστές που θέλησαν να δραστηριοποιηθούν στο τραγούδι προς τα τέλη της δεκαετίας του 1970. Πραγματικά αξέχαστοι ποδοσφαιριστές, όχι αξέχαστοι τραγουδιστές: το δίδυμο των Glenn Hoddle – Chris Waddle, ο Kevin Keegan και ο Paul Gascoigne.
Glenn Hoddle και Chris Waddle
«Diamond Lights» ήταν ο τίτλος του synth-pop τραγουδιού που κυκλοφόρησε το 1987 στη Record Shack Records το δίδυμο του επιτελικού μέσου και αριστοκρατικού «10» της Εθνικής Αγγλίας Glenn Hoddle και του δεξιού εξτρέμ (αλλά λόγω ικανοτήτων και ευελιξίας αγωνιζόμενου και σε άλλες θέσεις) Chris Waddle.

Οι δυο τους ήταν παίκτες της Τόττεναμ και της Εθνικής Αγγλίας. Ο Glenn Hoddle συμμετείχε ως ποδοσφαιριστής στο Παγκόσμιο Κύπελλο 1982 που έγινε στην Ισπανία και του 1986 που έγινε στο Μεξικό. Βασικό στέλεχος της ομάδας. Το 1986 εμφανίστηκε σε 5 αγώνες με την Εθνική Αγγλίας που έφτασε έως τα προημιτελικά, όπου και αποκλείστηκε από την Αργεντινή με 2-1, στον ιστορικό αγώνα που κρίθηκε με δυο γκολ του Maradona, το περιβόητο γκολ με το «Χέρι του Θεού» και το υπέροχο γκολ που χαρακτηρίστηκε το «γκολ του Αιώνα» και στο οποίο ο θρύλος της Αργεντινής πέρασε πέντε Άγγλους και τον τερματοφύλακα διανύοντας διαδρομή 60 μέτρων. Μετά από 12 χρόνια, το 1998 στο Παγκόσμιο Κύπελλο στη Γαλλία ήταν προπονητής της Εθνικής Αγγλίας οδηγώντας τη στους 16 όπου και τέθηκε εκτός διοργάνωσης αποκλειόμενη στα πέναλτι από την Αργεντινή. Στον ιστορικό προημιτελικό του Παγκόσμιου Κυπέλου του 1986 είχε παίξει και ο Chris Waddle, ο οποίος ωστόσο ήταν και ο μοιραίος παίκτης της Εθνικής Αγγλίας στον ημιτελικό του Παγκόσμιου Κυπέλλου 1990 που έγινε στην Ιταλία όταν στον αγώνα με την Δυτική Γερμανία χτύπησε άστοχα το τελευταίο, πέμπτο, καθοριστικό πέναλτι οδηγώντας την ομάδα του στον αποκλεισμό.
Το τραγούδι «Diamond Lights» έφτασε μέχρι το Νο. 12 των βρετανικών charts ενώ οι δυο τους το παρουσίασαν και με ζωντανή εμφάνισή τους στην εκπομπή Top of the Pops φορώντας και οι δυο φαρδιά σακάκια με βάτες, στο ύφος της μόδας των 1980s. Ο Hoddle στην εμφάνιση αυτή είχε σπάνια αυτοπεποίθηση ενώ ο Waddle διακατεχόταν από έντονο άγχος. Παρά την αρνητική υποδοχή της εμφάνισής τους από κοινό αι κριτικούς, η δημοσιότητα λειτούργησε θετικά, όπως αποδείχτηκε από το γεγονός ότι το τραγούδι σκαρφάλωσε στη 12η θέση. Οι στίχοι, γραμμένοι από τον Bob Puzey, δεν έχουν καμιά ποδοσφαιρική φυσιογνωμία ούτε θυμίζουν σε τίποτα ποδόσφαιρο, αντίθετα έχουν ερωτικό χαρακτήρα. Ανάμεσα στους στίχους απομονώνουμε: «μάτια που παγώνουν σαν πάγος» ή «ηλεκτρικά μπλε διαμαντένια φώτα» και βέβαια αναφέρονται στα μάτια της συζύγου του γράφτηκαν Bob Puzey, στην οποία αφιερώθηκε το τραγούδι που δεν είναι τίποτα άλλο από μια μπαλάντα με έντονη τη χρήση των σύνθι.
Ποιος ήταν όμως ο αντίκτυπος μιας ερωτικής μπαλάντας στον ποδοσφαιρικό κόσμο; Οι συμπαίκτες των Glenn Hoddle και Chris Waddle στην Τόττεναμ ειρωνεύονταν διαρκώς και κορόιδευαν το κομμάτι και τους τραγουδιστές του και με κάθε ευκαιρία άναβαν και έσβηναν τα φώτα ρυθμικά, μιμούμενοι τα εφέ της σκηνής όταν παιζόταν στο βίντεο τα τραγούδι. Οι υπόλοιποι παίκτες της Τόττεναμ στις προπονήσεις μιμούνταν επίσης και χλεύαζαν υποδυόμενοι της κινήσεις των τραγουδιστών στο βίντεο. Αλλά και οι οπαδοί των ματς εκμεταλλεύτηκαν το τραγούδι από διαφορετική όμως εκκίνηση. Οι αντίπαλοι οπαδοί στην Αγγλία όταν έρχονταν σε επαφή με την μπάλα ο Hoddle και ο Waddle τραγουδούσαν με γερές δόσεις ειρωνείας το «Diamond Lights» ενώ οι οπαδοί της Τόττεναμ το αγκάλιασαν κάνοντάς το ένα διαχρονικό τραγούδι του συλλόγου.

Το δεύτερο 45άρι του ντουέτου ήταν το «It’s Goodbye» (1987) που όμως λόγω της μεταγραφής του Hoodle στη Μονακό και της αδυναμίας του να το υποστηρίξει διαφημιστικά, τελικά αποσύρθηκε.
Ο Hoddle έχει ηχογραφήσει και άλλα κομμάτια. Αλλά και ο Waddle μόλις πήρε μεταγραφή στη γαλλική Μαρσέιγ (1989) συνεργάστηκε με τον Γάλλο αμυντικό και συμπαίκτη του Basile Boli και κυκλοφόρησαν το 45άρι «We’ve Got a Feeling» το 1991 και ενώ ο Waddle είχε ήδη μια λαμπρή πορεία στη γαλλική ομάδα. Το ομώνυμο κομμάτι ήταν χορευτικό και έγινε επιτυχία στη Γαλλία.
Kevin Keegan
Ο Kevin Keegan από την πλευρά του, που άφησε εποχή με τη Λίβερπουλ και το Αμβούργο και την Εθνική Αγγλίας, αλλά εμφανίστηκε μόνο μια φορά σε Παγκόσμιο Κύπελλο (1982) για μισή περίπου ώρα αφού ένας τραυματισμός του τον ανάγκασε άδοξα να αποσυρθεί, ηχογράφησε το 1979 το επτάιντσο 45άρι «Head Over Heels in Love» (ΕΜΙ) σε ύφος soft rock και pop.

Στη δεύτερη πλευρά του δίσκου ο Kevin Keegan τραγούδησε το «Move On Down». Το «Head Over Heels in Love», μια pop ρομαντική μπαλάντα σημείωσε μεγάλη επιτυχία φτάνοντας στο Top 10 της Γερμανίας και στο Νο. 31 της Μεγάλης Βρετανίας. Τη χρονιά εκείνη ο Keegan έπαιζε στο Αμβούργο. Την επόμενη χρονιά, το 1980 ο Keegan ηχογράφησε το επτάιντσο «England» (Goal) με το ομώνυμο τραγούδι, γραμμένο από τους D. Bugatti, F. Musker και S. Myers να συνοδεύεται στη δεύτερη πλευρά από το τραγούδι «Somebody Needs», μια σύνθεση των Harder και Reinecke. Ωστόσο το πρώτο επτάιντσο του Kevin Keegan ήταν το «It Ain’t Easy» (ΜΑΜ, 1972). Το ομώνυμο γραμμένο από τους O’Hara και Uccellini, ενώ το δεύτερο κομμάτι ήταν το «Do I Know You» με συνθετική υπογραφή O’Hara.
Paul Gascoigne
Ποδοσφαιριστής που αγωνίστηκε στη θέση του κέντρου με ξεχωριστές ικανότητες και θυελλώδη προσωπικότητα, ο Paul Gascoigne που του αποδόθηκε το χαϊδευτικό προσωνύμιο «Gazza», ακολούθησε θρυλική πορεία στα βρετανικά γήπεδα ενώ εκπροσώπησε την Εθνική Αγγλίας με ιδιαίτερες αξιώσεις στις διεθνείς αναμετρήσεις του. Το 1990 μάλιστα προσέλκυσε όλα τα βλέμματα πάνω του με μια εκρηκτική αντίδρασή του στο Παγκόσμιο Κύπελλο που έγινε στην Ιταλία. Η ομάδα του κατατάχτηκε τέταρτη κάνοντας μια εξαιρετική πορεία στη διοργάνωση ωστόσο ο ίδιος όταν στον ημιτελικό με τη Δυτική Γερμανία παρατηρήθηκε από τον διαιτητή με κίτρινη κάρτα ξέσπασε σε κλάματα τρέμοντας σύγκορμος γιατί αυτή η παρατήρηση τον έφερνε εκτός τελικού αν η Αγγλία κέρδιζε τη Δυτική Γερμανία και προκρινόταν. Ήταν μια συναισθηματική έκρηξη του εκλεκτού Άγγλου ποδοσφαιριστή που ζούσε σε όλη την έντασή του τον πυρετό του αγώνα ενώ παράλληλα πραγματοποιούσε μια συγκλονιστική εμφάνιση από την αρχή έως το τέλος. Όμως τελικά ανεξαρτήτως της κίτρινης κάρτας που δέχτηκε, τελικά η Αγγλία δεν έφτασε στον τελικό αφού η Δυτική Γερμανία επικράτησε με 4-3 στα πέναλτι (κανονική διάρκεια αγώνα: 1-1). Ήταν η χρονιά που η Δυτική Γερμανία σήκωσε το τρόπαιο επικρατώντας στον τελικό της Αργεντινής με 1-0.
Αυτή τη χρονιά λοιπόν, αμέσως μετά τη λήξη του Παγκόσμιου Κυπέλλου του 1990, που ο Paul Gascoigne έγινε highlight της διοργάνωσης εκτός των απίθανων πραγμάτων που έκανε με την μπάλα στα πόδια και για την αστείρευτη καρδιά του, έγινε γνωστός και ως τραγουδιστής μέσω της ερμηνείας του στην ηλεκτρονική (synth pop) διασκευή του κλασικού folk-rock κομματιού «Fog on the Tyne (Revisited)» που παρουσίασε συμπράττοντας με το συγκρότημα Lindisfarne. Η διασκευή υπογράφηκε από τους Alan Hull και Marty Craggs οι οποίοι μεταμόρφωσαν το κλασικό κομμάτι προσαρμόζοντάς το στον τρόπο ερμηνείας και στην προσωπικότητα του Paul Gascoigne. Το τραγούδι σημείωσε τεράστια εμπορική επιτυχία φτάνοντας τον Νοέμβριο του 1990 στη δεύτερη θέση των βρετανικών charts και παραμένοντας στα charts για 9 εβδομάδες. Το δωδεκάιντσο 45άρι που κυκλοφόρησε στη Best Records, περιείχε στη δεύτερη πλευρά μια ινστρουμένταλ εκδοχή του κομματιού.
Το δεύτερο επτάιντσο 45άρι του με τίτλο «Geordie Boys» σε pop ύφος το κυκλοφόρησε την ίδια χρονιά (1990) επίσης στην Best. Εδώ ο Paul Gascoigne (Gazza) κάνει rap φωνητικά. Στον δίσκο εμπεριέχονται το «Geordie Boys Gazza Rap» και η προηγούμενη μεγάλη του επιτυχία «Fog On The Tyne Revisited Gazza Golden Goals Mix/Capital Mix» με τους Lindisfarne. Επίσης σημείωσε εμπορική επιτυχία φτάνοντας στο Νο. 31 των βρετανικών charts τον Δεκέμβριο του 1990, παραμένοντας στην κατάταξη για 5 εβδομάδες.

Την ίδια χρονιά συμμετείχε στο εμβληματικό ποδοσφαιρικό τραγούδι «World in Motion» της Εθνικής Αγγλίας με τους New Order, το οποίο κατέκτησε το Νο. 1 των charts το καλοκαίρι του 1990. Η ηχογράφηση πραγματοποιήθηκε πριν από τη συγκέντρωση της ομάδας το απόγευμα της 25ης Μαρτίου 1990, ενόψει διεθνούς αγώνα στο Γουέμπλεϊ. Εκτός από τον Paul Gascoigne, συμμετείχαν οι Άγγλοι ποδοσφαιριστές John Barnes, Peter Beardsley, Steve McMahon, Chris Waddle και Des Walker.
Τέλος, «Let’s Have a Party» είναι ο τίτλος του pop άλμπουμ με έντονα ψυχαγωγική διάσταση που ο Paul Gascoigne κυκλοφόρησε ως Gazza and Friends τον Μάρτιο του 1991. Περιλαμβάνονται η μεγάλη του επιτυχία «Fog On The Tyne (Revisited)», το «Geordie Boys» αλλά και ένα μείγμα από medley για πάρτι, καθώς και κομμάτια καλλιτεχνών όπως ο Elvis Presley, ο Gilbert O’Sullivan και κομμάτια μουσικών της θρυλικής funk δισκογραφικής εταιρείας Motown. Το δημοφιλές άλμπουμ είναι αντιπροσωπευτικό του ανάλαφρου εορταστικού κλίματος που χαρακτήρισε τη διοργάνωση του Παγκοσμίου Κυπέλλου Ποδοσφαίρου του 1990.
Eric Cantona
Κλείνουμε την αναφορά μας με έναν σπουδαίο Γάλλο ποδοσφαιριστή που ακολούθησε και μια ενδιαφέρουσα συνεπή πορεία στον μουσικό χώρο. Ο λόγος για τον Eric Cantona. Ο «Βασιλιάς Έρικ» όπως τον αποκαλούσαν οι οπαδοί της Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ, της ομάδας που μεγαλούργησε φορώντας τη φανέλα με το τιμημένο Νο 7, με τον συχνά απότομο και ευέξαπτο χαρακτήρα, παρότι έπαιξε με την Εθνική Γαλλίας από το 1987 έως το 1995, δεν εμφανίστηκε σε κανένα Παγκόσμιο Κύπελλο αφού την περίοδο της ακμής του, στα Παγκόσμια Κύπελα του 1990 και του 1994 η Γαλλία δεν κατάφερε να προκριθεί. Ωστόσο η σχέση του με το Παγκόσμιο Κύπελλο ήταν έντονη αλλά εξωγηπεδική και αναπτύχθηκε σε επίπεδο ανελέητης κριτικής, αφού για το προηγούμενο Παγκόσμιο Κύπελλο, αυτό του Κατάρ που πραγματοποιήθηκε Νοέμβριο και Δεκέμβριο του 2022, ο Eric Cantona επιτέθηκε με εμπρηστική κριτική και σφοδρότητα θέτοντας στο στόχαστρό του τις συνθήκες θανάτου των εργατών στα εργοτάξια των γηπέδων. Με δηλώσεις του είχε χαρακτηρίσει τη συγκεκριμένη διοργάνωση «παρέκκλιση και «ανθρώπινη φρίκη» επισημαίνοντας ότι δεν θα παρακολουθήσει κανέναν αγώνα και ότι θα μποϊκοτάρει τους αγώνες. Αυτή ήταν μια από τις πολλές φορές που ο Cantona με δηλώσεις του και ενέργειές του είχε αντισυμβατική και αντισυστημική συμπεριφορά.
Από τo 2017 ο Eric Cantona έγραψε τους στίχους για ένα τραγούδι του γαλλικού συγκροτήματος Lady Sir που είχε μέλη τη σύζυγο του Cantona, Rashida Bakni, και τον Gaëtan Roussel. Τρία χρόνια αργότερα, το 2020 ο Cantona εμφανίστηκε στο βίντεο κλιπ του τραγουδιού «Once» του Liam Gallagher των Oasis, που σκηνοθέτησε ο Charlie Lightening. Ο Cantona εμφανίζεται ως «Βασιλιάς Eric» και για λίγο ο Liam Gallagher ως σοφέρ και μπάτλερ του Βασιλιά. Επίσης ο Cantona συμμετείχε στη μεγάλη συναυλία «Together For Palestine» που πραγματοποιήθηκε στις 17 Σεπτεμβρίου 2025 στο στάδιο Γουέμπλεϊ με τη διοργανωτική φροντίδα του Brian Eno. Στόχος της συναυλίας ήταν η συγκέντρωση πόρων και η ευαισθητοποίηση της κοινής γνώμης για τους Παλαιστίνιους αμάχους που πλήττονταν από τη συνεχιζόμενη σύγκρουση στη Γάζα, με το σύνολο των εσόδων από τα εισιτήρια, τα αναμνηστικά είδη και τις δωρεές να διατίθεται σε οργανώσεις υπό παλαιστινιακή ηγεσία. Συμμετείχαν και συνεισέφεραν καλλιτεχνικά 69 καλλιτέχνες, μουσικοί, ηθοποιοί, ακτιβιστές και προσωπικότητες του πολιτισμού, μεταξύ των οποίων οι Annie Lennox, Brian Eno, Damon Albarn, Gorillaz, James Blake, London Community Gospel Choir, Neneh Cherry, Paul Weller, Portishead, Francesca Albanese, Joaquin Phoenix, Cillian Murphy, Paloma Faith κ.α. Η εκδήλωση προσέλκυσε κοινό περίπου 12.500 ατόμων και μεταδόθηκε ζωντανά στο διαδίκτυο σε περισσότερους από 200.000 θεατές παγκοσμίως.

Η καθοριστική στροφή της καριέρας του Eric Cantona προς τη μουσική συντελέστηκε τον Δεκέμβριο του 2023 με το ΕP, δεκάιντσο 45άρι «I’ll Make My Own Heaven» (Barclay). Και τα τέσσερα κομμάτια του δίσκου, μεταξύ των οποίων το ομώνυμο και το «The Friends We Lost» που χαιρετίστηκε με θέρμη από τον Guardian, φέρνουν τη συνθετική υπογραφή του, ενώ ο Cantona κάνει φωνητικά. Μουσικοί συμπαραστάτες του οι François Poggio (ακουστική και ηλεκτρική κιθάρα), Rodolphe Liskowitch (τσέλο), Raphael Chassin (ντραμς και κρουστά) και Johan Dalgaard (πιάνο, αρμόνιο, όργανο, ηλεκτρικό πιάνο, προγραμματισμοί).
Τα κομμάτια του Cantona, σαφώς μαρτυρούν το προσωπικό του ύφος, ωστόσο είναι επηρεασμένα από καλλιτέχνες όπως ο Leonard Cohen και οι Doors διατηρώντας μια γνήσια όσο και ιδιαίτερη ροκ έκφραση. Τα ηχογράφησε και τα υποστήριξε ζωντανά κάνοντας συναυλίες και ευρωπαϊκές περιοδείες. Παράλληλα έχει συνεργαστεί και με άλλους καλλιτέχνες, όπως ο Άγγλος τραγουδιστής της jazz και της pop, πιανίστας, τραγουδοποιός και ραδιοφωνικός παραγωγός Jamie Cullum.

Από την ίδια δισκογραφική εταιρεία, την Barclay τον Μάρτιο του 2024 κυκλοφόρησε ο διπλός δίσκος βινυλίου του «Cantona Sings Eric – First Tour Ever» σε ύφος εναλλακτικού ροκ όπου αποτυπώνονται αποσπάσματα σημαντικών ευρωπαϊκών συναυλιών του κατά τη διάρκεια του 2023.
Μια ακόμη ασυνήθιστη δισκογραφική κατάθεση από τον Eric Cantona είχαμε πριν λίγο καιρό με την κυκλοφορία του ολοκληρωμένου άλμπουμ του «Perfect Imperfection» στις 13 Μαρτίου 2026 στην Barclay. Έντεκα εναλλακτικά pop και rock κομμάτια που συνδυάζουν τολμηρά ετερόκλητα μουσικά είδη και συνοδεύονται από εξαιρετικούς στίχους, αφήνουν πολύ καλές εντυπώσεις.
Όλοι τους ποδοσφαιριστές που μάγεψαν κλωτσώντας την μπάλα, που αγαπήθηκαν με πάθος στο πιο δημοφιλές, λαϊκό άθλημα, που μας πρόσφεραν δυνατές συγκινήσεις, που μας ανάγκασαν να τιναχτούμε από τις αναπαυτικές πολυθρόνες μας και να τους χειροκροτήσουμε και έκαναν συχνά την καρδιά μας να χτυπά με αυξημένους παλμούς. Όχι όλοι τους όμως τραγουδιστές αξιώσεων που μας «κόλλησαν» κάποια μελωδία και κάποιους στίχους στα χείλη μας να την τραγουδάμε. Κάποιοι από αυτούς καλοί, κάποιοι άλλοι αδιάφοροι. Όλοι τους όμως τόλμησαν να περάσουν στην αντίπερα όχθη, εκεί που τπάρχει ένα άλλο θέαμα, αυτό του τραγουδιού, κυρίως όταν οι ίδιοι μεσουρανούσαν στο δικό τους, το αγαπημένο θέαμα που πρόσφεραν αφειδώς.





















