συνέντευξη στην Αλεξάνδρα Χαΐνη
Λένε ότι πρέπει να μεγαλώσουμε τα παιδιά μας για να απογαλακτιστούν, να φύγουν από την οικογενειακή εστία χωρίς βαρίδια και να μπορέσουν να κάνουν τη ζωή τους όπως εκείνα θέλουν. Δεν λένε ποτέ για την πιθανότητα αυτός ο δεσμός να διαρραγεί – να σπάσει. Δεν συζητάει κανένας την πιθανότητα το παιδί να μην θελήσει ποτέ να ξαναδεί τους γονείς του. Οι περισσότερες/οι από εμάς, υποθέτω, δεν θα μπορούσαμε να το διανοηθούμε καν.
Και όμως. Διαβάστε το ρεπορτάζ που έκανε η Λίνα Γιάνναρου για την Καθημερινή (Μπαμπά, δεν θέλω να μιλάμε πια, 28/1/26), με αφορμή την εκούσια απομάκρυνση του υιού Μπέκαμ από τους γονείς του, ένα θέμα που πήρε μεγάλη δημοσιότητα. Η δημοσιογράφος συζήτησε με ανθρώπους που έκαναν αυτό το -για κάποιους απονενοημένο- βήμα: ένας της μιλά για απεξάρτηση, ένας άλλος για απελευθέρωση, για λύτρωση. «Οι νεότερες γενιές δεν βλέπουν πια την οικογένεια ως ιερή υποχρέωση, αλλά ως σχέση που πρέπει να είναι ασφαλής, υποστηρικτική, επιλεγμένη, όχι δεδομένη» γράφει χαρακτηριστικά η Γιάνναρου.
Αυτήν ακριβώς τη συνθήκη φωτίζει και το τελευταίο μυθιστόρημα του Ιταλού συγγραφέα Andrea Bajani «Η επέτειος», το οποίο κυκλοφόρησε το προηγούμενο διάστημα από τις εκδόσεις Ίκαρος, σε μετάφραση Δήμητρας Δότση. Με δυο λόγια, το βιβλίο αναφέρεται στην επέτειο των δέκα χρόνων από τότε που ο αφηγητής, ο γιος, έκλεισε την πόρτα του πατρικού του σπιτιού και δεν ξαναείδε ποτέ τους γονείς του. Ο Bajani αφηγείται μια σπαρακτική ιστορία οικογενειακής βίας και κακοποίησης με θύτη τον πατέρα-φαμίλια, όμως στο επίκεντρο του μυθιστορήματος βάζει τη μητέρα, μια μορφή φαινομενικά άβουλη, χωρίς φωνή και σθένος.
Όπως λέει ο ίδιος, έγραψε την «Επέτειο» το 2021 «σε πυρετώδη κατάσταση», σε μόλις 20 ημέρες και μετά, επί τρία χρόνια έκοβε και έραβε. Συνολικά έγραψε 22 βερσιόν μέχρι να καταλήξει στην τελική εκδοχή του βιβλίου, η οποία και εκδόθηκε το 2025.
Το μυθιστόρημα, που έχει ήδη μεταφραστεί σε πολλές γλώσσες και πρόκειται να κυκλοφορήσει σε περισσότερες από 30 χώρες, κέρδισε το βραβείο Strega 2025 και στο πλαίσιο της προώθησής του ο Andrea Bajani βρέθηκε προ ημερών στην Αθήνα.
Τον συνάντησα στον φιλόξενο χώρο της βιβλιοθήκης του Ιταλικού Μορφωτικού Ινστιτούτου. Μαζί μας ο διερμηνέας και καθηγητής ιταλικής γλώσσας Βασίλης Τριανταφύλλου, πάντα εύστοχος και βοηθητικός στις επισημάνσεις του. Η συζήτηση εξελίχθηκε λίγο διαφορετικά απ’ ό,τι υπολόγιζα και κάπως αναπάντεχα, και ενώ δεν πρόλαβα να κάνω όλες τις ερωτήσεις μου, έλαβα απαντήσεις σε άλλες πιο αυθόρμητες και τελικά είχαμε μια κουβέντα χορταστική και αρκούντως εξομολογητική.
*
(Απολογούμαι για τη μακροσκελή εισαγωγή, αν και όπως θα δείτε, στην πορεία αποδεικνύεται ότι όσα είπα άγγιξαν μια ευαίσθητη χορδή του συγγραφέα.)
- Διάβασα κάπου μια φράση που μου άρεσε και θα ήθελα να αρχίσω την κουβέντα μας με αυτήν: «Κάθε βιβλίο αξίζει τελετουργικό κλείσιμο και μερικά περισσότερο.» Την αναφέρω γιατί συνήθως έχω μια τελετουργία όταν τελειώνω ένα βιβλίο, ειδικά όταν ξέρω ότι θα γράψω γι’ αυτό. Όμως μετά την «Επέτειο» δεν μπόρεσα να την ακολουθήσω. Δεν έσπευσα για παράδειγμα να πιάσω το μολύβι για να σημειώσω 4-5 πράγματα που ήθελα οπωσδήποτε να θυμηθώ. Ούτε όμως άφησα το βιβλίο στο τραπέζι για να το ξαναδώ αργότερα με πιο ήρεμο μυαλό. Δεν σηκώθηκα καν από το σημείο όπου καθόμουν αλλά κράτησα το βιβλίο στα χέρια μου για αρκετή ώρα χωρίς να κουνηθώ. Αισθάνθηκα ταραχή. Τέτοια συναισθήματα μου έχουν προκαλέσει πρόσφατα μόνο τρία βιβλία: Το «Χωριστά δωμάτια» του Ιταλού Pier Vittorio Tondelli (μετ. Δέσποινα Γιαννοπούλου, εκδ. Πόλις), το «Ας πούμε πως είμαι εγώ» της επίσης Ιταλίδας Veronica Raimo (μετ. Δήμητρα Δότση, εκδ. Δώμα) και το «Ο μεγάλος Ρέι» του Αμερικανού Michael Kimball (μετ. Άκης Παπαντώνης, εκδ. Κίχλη). Και οι τρεις συγγραφείς ασχολούνται με τραυματικά, προσωπικά και οικογενειακά θέματα – ο καθένας με τη βαρύτητα και το στιλ που επιλέγει. Η ερώτησή μου λοιπόν είναι η εξής: Ζείτε στις ΗΠΑ εδώ και χρόνια. Θεωρείτε ότι υπάρχουν διαφορές στον τρόπο που οι συγγραφείς ένθεν κακείθεν γράφουν για το τραύμα;
Θέσατε πολλά σημαντικά ζητήματα, οπότε θα προσπαθήσω να απαντήσω στο καθένα χωριστά. Θα ξεκινήσω από την αίσθηση που σας προκάλεσε το βιβλίο, από το γεγονός ότι δεν μπορούσατε να κουνηθείτε αφότου το διαβάσατε. Η πρώτη αντίδραση του εκδότη και του ατζέντη μου όταν διάβασαν το χειρόγραφο ήταν αντίστοιχη. Μου έστειλαν ένα μήνυμα ότι ένιωσαν ταραχή, μια ανησυχία, και ότι δεν μπορούσαν να μου μιλήσουν. Πέρασε κάποιο διάστημα και δεν είχα με ποιον να συνεννοηθώ, δεν ήξερα τι θα γίνει. Γιατί όλοι ήταν πραγματικά συγκλονισμένοι. Πιστεύω ότι το βιβλίο ενεργοποιεί στον κάθε αναγνώστη πράγματα τα οποία είναι σημαντικά για εκείνον, αγγίζει ταμπού που κουβαλάει μέσα του. Στην αρχή νόμιζα ότι επρόκειτο για ένα ιταλικό ταμπού μόνο, το θέμα της οικογένειας εννοώ. Όμως ξεφεύγει από την ιταλική πραγματικότητα, ξεπερνάει τα σύνορα της χώρας μου.
Ο Tondelli με έκανε πεζογράφο
Θέλω να πω δυο πράγματα για τον Pier Vittorio Tondelli τώρα, γιατί μου έκανε εντύπωση που τον αναφέρατε. Ξέρετε, λόγω του Tondelli αποφάσισα να γράψω πεζογραφία. Πριν έγραφα μόνο ποίηση, στίχους. Όταν διάβασα το «Χωριστά δωμάτια», ήταν μια αποκάλυψη για μένα. Δεν είχα διαβάσει ποτέ πριν κάτι τόσο γυμνό και εύθραυστο, και ταυτόχρονα τόσο θαρραλέο. Ήμουν 20 χρονών και δεν είχα νιώσει ποτέ πριν τη δύναμη που έχει η λογοτεχνία. Ο Tondelli με έκανε πεζογράφο και ο Pasolini ποιητή, πιστεύω – δυο σκανδαλώδεις συγγραφείς που αμφισβητούσαν την επίσημη εκδοχή της κοινωνίας.
Ωστόσο ο Tondelli, όταν τον ανακάλυψα, κυριολεκτικά με κυρίεψε. Πήγα μάλιστα στο Κορέτζιο, στη γενέτειρά του, για να συναντήσω τους φίλους του και τη μητέρα του, με το πρόσχημα ότι έκανα την πτυχιακή μου με θέμα το έργο του. Σε δεύτερο χρόνο ενημέρωσα και τον καθηγητή μου στο πανεπιστήμιο και έγραψα για εκείνον.
- Χωρίς να το ξέρω άγγιξα μια ευαίσθητη χορδή λοιπόν.
Πράγματι, δεν είχα μιλήσει ποτέ γι’ αυτό.
Όσο για το τραύμα, πιστεύω ότι η αμερικανική λογοτεχνία μιλάει πλέον για αυτό κυρίως με πολιτικούς όρους. Δηλαδή, για το τραύμα των μειονοτήτων, των φύλων. Δεν θέλω να πω ακριβώς ότι είναι πιο εμπορικός αυτός ο τρόπος, αλλά η αλήθεια είναι πως πουλάει. Και υπάρχει ο κίνδυνος, στις ΗΠΑ τουλάχιστον, να γίνει μανιέρα. Όμως η λογοτεχνία πραγματεύεται την ανθρώπινη συνθήκη συνολικά, όχι μόνο εκείνην ενός συγκεκριμένου ατόμου.
- Στην «Επέτειο» περιγράφετε μια σκληρή αλλά δυστυχώς όχι τόσο ασυνήθιστη κατάσταση. Παρόλο που σε αυτή την πλευρά του πλανήτη οι γονείς παραμένουν υποστηρικτικοί προς τα παιδιά τους, ειδικά οικονομικά, ο θεσμός της οικογένειας περνάει κρίση. Θα μπορούσε αυτή η κρίση να σημάνει το τέλος της και πόσο ταμπού είναι εν τέλει να μιλάμε γι’ αυτό το ενδεχόμενο;
Σε πολλές περιοχές του κόσμου, και προφανώς στην Ιταλία στην οποία αναφέρομαι στο βιβλίο, η οικογένεια προηγείται του κράτους. Δηλαδή, ο νόμος της οικογένειας είναι πιο σημαντικός από το εκάστοτε νομοθετικό πλαίσιο. Υπάρχει ένα αρχαϊκό στοιχείο σε αυτό, ειδικά στην παρούσα χρονική περίοδο που το κράτος κονιορτοποιείται και σταδιακά καταρρέει. Η οικογένεια παραμένει, απορροφώντας όλη την κοινωνική βία και τη μοναξιά. Παρότι σε κάποιες περιπτώσεις και αυτός ακόμη ο προστατευμένος χώρος καταλήγει να είναι καταστροφικός.
Η «Επέτειος» εκεί ακριβώς εστιάζει, στο ότι το ταμπού της οικογένειας παραμένει ζωντανό. Ταμπού δεν σημαίνει όμως να κακολογούμε την οικογένεια – αυτό έχει γίνει εθνικό σπορ στην Ιταλία, το να θέτεις δηλαδή υπό αμφισβήτηση μια μορφή οικογένειας. Αυτό που συνέβη ουσιαστικά με το βιβλίο στην Ιταλία ήταν σα να βγήκε στο φως η απαγορευμένη φράση που κανένας δεν μπορούσε να ξεστομίσει. Η ιστορία που όλοι ήθελαν, αλλά δεν μπορούσαν να αφηγηθούν.
Από το ταμπού στο δικαίωμα
- Σα να βρήκαν πολλοί άνθρωποι τη φωνή τους, δηλαδή.
Χωρίς καν μάλιστα να υποχρεωθούν να μιλήσουν οι ίδιοι, είχαν βρει τη φωνή τους. Έτσι λειτουργεί η λογοτεχνία· περνάει από το ταμπού στο δικαίωμα· από την ενοχή, από το σφάλμα, από το τίμα τον πατέρα σου και τη μητέρα σου ακόμη κι αν σου κάνουν κακό, στο δικαίωμα να φύγεις από το κακοποιητικό πλαίσιο και να νιώσεις και πάλι ασφαλής. Γιατί η πατριαρχική οικογένεια είναι ακόμη παρούσα και δύσκολα την αγγίζουμε, ειδικά στην επαρχία.
- Δεν νιώθετε μια ευθύνη, ένα βάρος για όλο αυτό;
Ευχαριστώ για την ερώτηση. Λοιπόν, λίγες μόλις ημέρες μετά την κυκλοφορία του βιβλίου, διαπίστωσα ότι είχε πολιτικό και συλλογικό χαρακτήρα. Και ένιωσα τεράστια ευθύνη γιατί ήταν κάτι που δεν είχα στο μυαλό μου όταν το έγραφα. Προφανώς και έχω πολιτική θέση, αλλά είμαι ένας υπαρξιστής συγγραφέας.
Όταν κατάλαβα πόσο σημαντικό ήταν το βιβλίο για πάρα πολλούς ανθρώπους, συνειδητοποίησα ότι δεν μπορώ να κάνω πίσω. Τη βραδιά που μου απονεμήθηκε το βραβείο Strega και ανέβηκα στη σκηνή για να το παραλάβω έπρεπε να μιλήσω, και παρόλο που δεν είμαι προκλητικός εκ φύσεως, πήρα το μικρόφωνο και ένιωσα ότι έπρεπε να πω κάτι που δεν αφορούσε μόνο εμένα αλλά και όλους και όλες τους αναγνώστες και τις αναγνώστριες. Και αυτό έγινε σε απευθείας τηλεοπτική μετάδοση. Είπα ότι η λογοτεχνία αμφισβητεί πάντα την επίσημη εκδοχή της εξουσίας και ότι θα πρέπει σε αυτή τη συγκυρία να αμφισβητήσει και την πατριαρχική δομή και εκδοχή της οικογένειας. Είπα επίσης ότι αυτή η αμφισβήτηση έπρεπε να γίνει από τους ίδιους τους άντρες. Και αυτό εξόργισε πολλούς άντρες.
- Και τι συνέβη, πώς αντέδρασαν;
Ένιωσαν ότι έβαζα χέρι στα κυριαρχικά τους δικαιώματα.
- Και είναι ακόμη χειρότερο όταν το κάνει ένας άντρας.
Ακριβώς.
Η αποδόμηση των βεβαιοτήτων
- Θα ήθελα να μιλήσουμε για τη μητέρα, που είναι το κεντρικό πρόσωπο στην αφήγηση. Προσπάθησα να δω αυτή τη γυναίκα. Μια πολύ δυνατή παρουσία μέσα από τις αδυναμίες της στην ουσία, και την ανικανότητά της να αγαπήσει, να ζήσει εν τέλει. Θυμίζει γυναίκες άλλης εποχής, παραπέμπει σε ιταλικό νεορεαλισμό. Τι θέλατε να δώσετε μέσα από εκείνην;
Η διαδικασία της συγγραφής είναι για μένα μια διαδικασία γνώσης. Η «Επέτειος» ακολουθεί έναν τρόπο γραφής πολύ συγκεκριμένο. Δηλαδή, κάθε συμπέρασμα στο οποίο καταλήγει, αμέσως μετά θα πρέπει να αποδομηθεί. Κάθε βεβαιότητα, κάθε φορά που καταλήγουμε σε ένα συμπέρασμα για κάποιον χαρακτήρα, εγώ θέλω να το θέσω εν αμφιβόλω. Είναι μια διαδικασία αμφιβολιών. Η οποία ξεκινά από το ότι πρέπει να αρνηθούμε κάθε υπεραπλούστευση της σκέψης. Άρα, ειδικά στην περίπτωση της μητέρας, να μην την χαρακτηρίσουμε ως θύμα. Θα ήταν κάτι πολύ εύκολο αλλά ταυτόχρονα θα ήταν το αντίθετο από τον σκοπό της λογοτεχνίας.
- Εγώ πάντως την είδα ως ένοχη.
Ναι, αλλά εμένα με ενδιαφέρει να σταματήσω πριν τη δίκη. Πριν δηλαδή την ετυμηγορία αν είναι ένοχη ή όχι. Αυτό με ενδιαφέρει, εξού και η μορφή της μητέρας μέχρι το τέλος του βιβλίου παραμένει μια μορφή μυστηριώδης. Και είναι στο χέρι των αναγνωστών να δώσουν τη δική τους εκδοχή.
Έχει ενδιαφέρον το ότι λαμβάνω καθημερινά μηνύματα από αναγνώστες που μου λένε δύο πράγματα: πρώτον ότι το βιβλίο είναι μια πράξη αγάπης προς τη μητέρα και δεύτερον ότι είναι μια επίθεση κατά της μητρότητας. Θεωρώ ότι το να αφηγηθείς μια ιστορία είναι να έχεις το θάρρος και τη δύναμη να σταματήσεις πριν. Αφήνοντας όλες τις αντιφάσεις ζωντανές. Γιατί όλες οι αντιφάσεις μας είναι ζωντανές κι εμείς επιβιώνουμε επιλέγοντας μια εκδοχή τους. Αλλά η λογοτεχνία δεν χρειάζεται να το κάνει αυτό.
- «Η επέτειος» είναι ένα συγκλονιστικό βιβλίο όμως και λόγω του ύφους του. Πώς καταφέρατε να παραμείνει ο λόγος σας λιτός και στεγνός -παρότι ποιητής- ενώ περιγράφετε μια τόσο φορτισμένη συναισθηματικά κατάσταση. «Η επέτειος» είναι ένα ήσυχο βιβλίο, υπόκωφο, κυριαρχείται από σιωπές, όμως ταυτόχρονα είναι ένα εκκωφαντικό βιβλίο, ένα βιβλίο που φωνάζει.
Το ύφος για μένα προηγείται. Το να καταφέρεις να διατηρήσεις τη φωτιά των πρωταρχικών, των πρωτόγονων ανθρώπινων συναισθημάτων, να μπορέσεις να τα ντύσεις με την ομορφιά που έχουν τα άλυτα προβλήματα. Την ομορφιά των πραγμάτων που μόνο η σιωπή μπορεί να διατηρήσει.
Η πιο δύσκολη φράση του βιβλίου, για μένα, ήταν η τελευταία, η οποία προέκυψε απολύτως φυσικά. Στα ιταλικά είναι «e non fa bene e non fa male». Νομίζω ότι όλο το ύφος αυτού του βιβλίου συνίσταται στο να καταφέρουμε να σταθούμε απέναντι σε κάτι που δεν κάνει ούτε καλό ούτε κακό.
- Συγχώρεση υπάρχει;
Το θέμα της συγχώρεσης σηκώνει άλλες δυο ώρες συζήτησης!
Who is who
O Andrea Bajani (Αντρέα Μπαγιάνι) γεννήθηκε στη Ρώμη το 1975. Είναι συγγραφέας, ποιητής και καθηγητής δημιουργικής γραφής στο Rice University του Χιούστον, στο Τέξας. Αρθρογραφεί συστηματικά σε μεγάλες ιταλικές και αμερικανικές εφημερίδες. Πρωτοεμφανίστηκε στα ιταλικά γράμματα το 2002. Έχει γράψει δεκατρία μυθιστορήματα, τρία δοκίμια και τρεις ποιητικές συλλογές. Καθιερώθηκε στο λογοτεχνικό στερέωμα με το μυθιστόρημά του «Se consideri le colpe» (2007), που τιμήθηκε με τα βραβεία Super Mondello, Brancati, Recanati και Lo Straniero, ενώ το 2010 με το «Ogni promessa» έλαβε το βραβείο Bagutta. Το 2021 το μυθιστόρημά του «Il libro delle case» βρέθηκε στη βραχεία λίστα των βραβείων Strega και Campiello. Το μυθιστόρημα «Η επέτειος» τιμήθηκε με το βραβείο Strega 2025, τη μεγαλύτερη λογοτεχνική διάκριση στην Ιταλία, και πρόκειται να κυκλοφορήσει σε περισσότερες από 30 χώρες.
Info
- Βρείτε το βιβλίο του Andrea Bajani «Η επέτειος» (μετ. Δήμητρα Δότση, εκδ. Ίκαρος) στο βιβλιοπωλείο Evripidis.
- Δείτε το ρεπορτάζ της Rai από την απονομή του Βραβείου Strega 2025: Premio Strega, il vincitore Andrea Bajani: “Il mio romanzo contro il patriarcato”.
- Περισσότερα για τον Tondelli, που ενέπνευσε τον Bajani, εδώ: Pier Vittorio Tondelli: Ένα δικό του δωμάτιο.



















