Τζόχα Αλχάρθι, Στο μεταίχμιο δύο κόσμων και δύο ταυτοτήτων (της Δήμητρας Ρουμπούλα)

0
436
Spread the love

 

της Δήμητρας Ρουμπούλα

Τρυφερό, στοχαστικό και μελαγχολικό, το «Νεραντζιά» μοιάζει με τη λυρική συνέχεια του προηγούμενου μυθιστορήματος της Τζόχα Αλχάρθι, «Οι κόρες της Σελήνης», το πρώτο βιβλίο από χώρα του Κόλπου, το Ομάν, στο οποίο απονεμήθηκε το Διεθνές Βραβείο Man Booker 2019, έχοντας μάλιστα απέναντί του ως πιο σκληρό αντίπαλο εκείνη τη χρονιά το «Οδήγησε το αλέτρι σου πάνω από τα οστά των νεκρών» της Όλγκα Τοκάρτσουκ.

Η κριτική επιτροπή του Μπούκερ είχε δει στις συγκλονιστικές «Κόρες της Σελήνης» «ένα πολύ συναρπαστικό και ποιητικό περίγραμμα για μια κοινωνία σε μετάβαση», από το τελευταίο κράτος που, μόλις στα 1970, κατήργησε τη δουλεία. Σε εκείνο το μυθιστόρημα, παρακολουθούμε, μέσα από τη δυστυχισμένη ζωή τριών γυναικών και των οικογενειών τους, την εξέλιξη του Ομάν από μια κοινωνία σκλάβων σε ένα πλούσιο σε πετρέλαιο παρόν, τους ιλιγγιώδεις μετασχηματισμούς και τις τεράστιες αντιθέσεις ανάμεσα στο παλιό και στο νέο, την πατριαρχία και τον κοινωνικό (ισλαμικό) έλεγχο.

Το Ομάν έχει δει τεράστιες αλλαγές σε μια συμπιεσμένη χρονική περίοδο και η Αλχάρθι πατάει πάνω σε αυτές για να διερευνήσει τις ζωές κυρίως των γυναικών και το πώς αυτές επηρεάζονται από τις προηγούμενες γενιές. Το «Νεραντζιά» είναι το τρίτο μυθιστόρημά της και το δεύτερο που κυκλοφορεί στη χώρα μας, από τις εκδόσεις  Gutenberg και σε μετάφραση Ελένης Καπετανάκη. Γλιστρώντας από το παρελθόν στο παρόν και  αντιστρόφως, το όνειρο και την πραγματικότητα, τη ζωντανή μνήμη και την παράδοση, εξετάζει ξανά την κοινωνική θέση της γυναίκας τότε που ο ρόλος της ήταν προδιαγεγραμμένος και τώρα που οι ορίζοντες είναι πιο ανοικτοί, αφού μπορεί να σπουδάζει και να έχει μια πιο ανεξάρτητη ζωή. Ωστόσο, το τότε και το τώρα συνδέουν ένας καλός γάμος, αλλά και μνήμες και τραύματα.

Η αφηγήτρια, η Ζουχούρ, είναι μια φοιτήτρια από το Ομάν σε μια χιονισμένη πόλη του Ηνωμένου Βασιλείου, ίσως το Εδιμβούργο όπου η Αλχάρθι  απέκτησε το διδακτορικό της στην αραβική λογοτεχνία, πριν επιστρέψει για να διδάξει στο Πανεπιστήμιο της πρωτεύουσας Μουσκάτ. Μακριά από το σπίτι της και απομονωμένη σε μια ξένη γλώσσα, η κοπέλα προσπαθεί να συμφιλιώσει το παρελθόν με το παρόν, να βρει την ταυτότητά της ανάμεσα σε διαφορετικές κουλτούρες. Νιώθει θλίψη και ενοχές για το πιο αγαπημένο της πρόσωπο, τη γιαγιά της που πέθανε αμέσως μετά την αναχώρησή της για σπουδές. Δεν είχε νοιαστεί όσο έπρεπε για εκείνη, ούτε είχε δώσει σημασία όταν της έλεγε «Μη φεύγεις», δύο λέξεις που τώρα τη στοιχειώνουν. Σε μια μακρινή χώρα πλέον αναζητά τους δεσμούς της με την πατρίδα ανακαλώντας τη θλιβερή ζωή της Μπιντ Αάμιρ, που δεν ήταν βιολογική γιαγιά της, αλλά ήταν επί της ουσίας γιαγιά της, αφού αυτή μεγάλωσε τον πατέρα της και εν συνεχεία τα δικά του παιδιά, άρα και την ίδια.

Τα πιο συναρπαστικά κομμάτια του βιβλίου αφορούν στην ιστορία της γιαγιάς, η οποία μετά τον θάνατο της μητέρας της, κατά τη διάρκεια του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου και της επακόλουθης οικονομικής κρίσης διώχτηκε από τον πατέρα της, κατ΄απαίτηση της δεύτερης συζύγου του, για να καταλήξει σε ένα συγγενικό σπίτι όπου βρήκε στέγη και θαλπωρή. Εκεί έγινε στυλοβάτης του νοικοκυριού και ανέθρεψε σαν μάνα και γιαγιά δύο γενιές. Δεν βίωσε ποτέ προσωπική ευτυχία, αλλά εκείνη που «προερχόταν από την ευτυχία αυτών που φρόντιζε και νοιαζόταν». Τα δικά της όνειρα ουδέποτε εκπληρώθηκαν: δεν κατάφερε να αποκτήσει ένα δικό της χωράφι για να ζει απ΄αυτό, αλλά φύτεψε στην αυλή μια νεραντζιά που τα αρώματά της αναδύονται μέσα από τις σελίδες. Ούτε κατάφερε να αποκαταστήσει την όρασή της, μετά την ανεπανόρθωτη βλάβη που της προκάλεσαν τα βότανα των θαυματοποιών. Το μοναδικό ταξίδι της ζωής της με φορτηγό για να θεραπευτεί από κάποιον ιεραπόστολο γιατρό, την εποχή που οι χωρικοί χρειάζονταν την άδεια του αποικιακού κυβερνήτη για να επισκεφτούν τη Μουσκάτ, είχε αποβεί άκαρπο.

Τις συγκλονιστικές αναμνήσεις της Ζουχούρ διανθίζουν οι νέες φιλίες με φοιτητές και φοιτήτριες, όπως η βίγκαν Κριστίν και δύο πλούσιες Πακιστανές αδερφές. Η μία, η Σορούρ, μιλώντας αγγλικά από μικρή στην πολυτελή βίλα των γονιών της στο Καράτσι και έχοντας χρήματα, ζει μια ανέμελη σνομπ ζωή που έρχεται σε απόλυτη αντιδιαστολή με ό,σα θυμάται η κεντρική ηρωίδα για τη γιαγιά της που έζησε μόνο με στερήσεις. Η άλλη αδερφή, η Κοχλ, έχει κάνει την ανατροπή συνάπτοντας έναν προσωρινό γάμο μουτάα (κάτι σαν συμβόλαιο με ημερομηνία λήξης) με τον φοιτητή ιατρικής Ιμράν, τον οποίο κρατά κρυφό από τους γονείς της, αφού οι τελευταίοι δεν θα ενέκριναν ποτέ τον φτωχό φελάχο από τα βουνά του Πακιστάν. Όσο εξελίσσεται η ιστορία, η πρωταγωνίστρια, λόγω των δικών της οικονομικών και κοινωνικών καταβολών, νιώθει να ταυτίζεται περισσότερο με τον Ιμράν, με το ενδιαφέρον της μάλιστα για αυτόν να μεγαλώνει.

Σε αντίθεση με ένα οικογενειακό έπος, η συγγραφέας επιλέγει να συνδυάσει ιστορίες γυναικών τριών γενεών και μαζί διαφορετικές πολιτισμικές ταυτότητες. Μερικές φορές οι αλλαγές στη σκηνή φαίνονται τυχαίες κι άλλες παρακινούνται από τις σκέψεις ή τα όνειρα της Ζουχούρ, κάτι που δίνει έναν αέρα μαγικού ρεαλισμού, ενώ σε κύριο θέμα αναδεικνύεται το πώς οι πράξεις και οι εμπειρίες των προηγούμενων γενεών επηρεάζουν τις επόμενες. Αναπτυγμένο σε σαράντα τέσσερα μικρά κεφάλαια λίγων σελίδων το καθένα, το βιβλίο είναι περισσότερο ένας στοχασμός παρά ένα μυθιστόρημα βασισμένο στην πλοκή. Κυλάει αργά και μεθοδικά, με την Ζουχούρ να προσπαθεί να ενταχθεί στη συνθήκη του βρετανικού πανεπιστημιακού περιβάλλοντος, από το οποίο δεν λείπουν και τα ρατσιστικά στοιχεία. Μόνη, με τις αναζητήσεις της να μη συγκλίνουν με εκείνες των φίλων της που προέρχονται από διαφορετικό πολιτισμικό πλαίσιο ο καθένας.

Όμως το πραγματικό επίκεντρο του βιβλίου είναι η Μπιντ Αάμιρ που αποδεικνύεται ότι έχει καθορίσει τη ζωή της Ζουχούρ. Μας παρουσιάζεται το βασανισμένο παρελθόν της, η ανθεκτικότητά της απέναντι στον μισογυνισμό και τη βία, η περηφάνια και το ακλόνητο πνεύμα της παρά τη συνεχή θλίψη, η άνευ όρων αγάπη της για τα πρόσωπα της «θετής» οικογένειάς της. «Η αγάπη της ήταν εκεί, παρούσα, εύκολη και απλή, όπως ο ήλιος που πρόσφερε το φως του για να βλέπω τον δρόμο μου», ομολογεί η Ζουχούρ. Η Αλχάρθι με ευαισθησία και τρυφερότητα αντιπαραθέτει την περίπτωσή της με τις ζωές άλλων γυναικών. Η Μπιντ Άάμιρ άφησε τον κόσμο «όπως ακριβώς τον είχε ζήσει, χωρίς σπίτι, χωρίς ένα χωράφι, χωρίς αγαπημένο να την παίρνει αγκαλιά, …, χωρίς παιδιά να έχουν βγει απ΄ την κοιλιά της». Από την άλλη, η δυτικοποιημένη μητέρα των Σορούρ και Κοχλ, με τις ματαιωμένες φιλοδοξίες για το θέατρο, έχει αποδεχτεί απρόθυμα την ιδιότητα της μητέρας, ενώ η αδελφή της Ζουχούρ, η Σομάγια, έχει καταφέρει να απαλλαγεί από έναν κακοποιητικό σύζυγο και γι΄ αυτό την αποκαλούν «Δυναμό».

Η ικανότητα της Αλχάρθι είναι ότι επιτρέπει σε όλους αυτούς τους αλλιώτικους κόσμους και τις διαφορετικές πολιτισμικές ταυτότητες να συνυπάρχουν σε έναν μεγαλύτερο κόσμο με ακραίες αντιθέσεις. Αν και η ζωή της Ζουχούρ είναι γεμάτη δυνατότητες και ευκαιρίες, σε αντίθεση με τις ανεκπλήρωτες επιθυμίες της γιαγιάς και άλλων γυναικών, καθώς περνάει χρόνο με τους φίλους της συνειδητοποιεί με θλίψη ότι «είμαστε μόνο κόκκοι άμμου σ΄ αυτό το σύμπαν» και το μόνο καταφύγιό της είναι, ίσως, η γιαγιά της που δεν είχε τίποτα δικό της, παρά μόνο τη νεραντζιά που φύτεψε στην αυλή και στη σκιά της έβρισκε παρηγοριά. Μαζί με τη γιαγιά έσβησε και η νεραντζιά, αναδύοντας «τη μυρωδιά του αποχαιρετισμού».

Καθ΄όλη τη διάρκεια του μυθιστορήματος, δεν μαθαίνουμε ποτέ το πραγματικό όνομα της γιαγιάς, απλώς τη γνωρίζουμε ως Μπιμπ Αάμιρ που σημαίνει Κόρη του Αάμιρ. Ωστόσο η ζωή της δεν ισοπεδώνεται από αυτό το πατρώνυμο και η Αλχάρθι σκιαγραφεί με σεβασμό και αγάπη την παρουσία της, καθώς το παράδειγμά της χαρτογραφεί πολλές μεταβάσεις στη χώρα. Η συγγραφέας συνδέει τις γυναίκες του μυθιστορήματος με μια αδιόρατη θλίψη που παίρνει πολλές μορφές και δεν αφορά αποκλειστικά τον θάνατο ενός ανθρώπου αλλά την απουσία του με άλλους τρόπους. Η Μπιμπ Αάμιρ θρηνεί που παραμένει αουτσάιντερ μέσα σε μια οικογένεια εντός της οποίας είναι όμως πρωταγωνίστρια. Η Ζουχούρ θρηνεί για τη γιαγιά που έχασε και δεν βοήθησε όσο ζούσε, αλλά και για άλλες απώλειες. Το πανεπιστήμιο είναι φυσικά μια πολυπολιτισμική εμπειρία αλλά δεν είναι το «σπίτι». Είναι ένα  μέρος όπου διαμορφώνονται ταυτότητες, αλλά η ίδια βρίσκεται στο μεταίχμιο ή εγκλωβισμένη ανάμεσα στο άτομο που ήταν πριν φύγει από το Ομάν και το άτομο που βρίσκεται στη διαδικασία να γίνει κάτι άλλο, ανάμεσα στο πρόσωπο όταν ζούσε η Μπιμπ Αάμιρ και εκείνο μετά τον χαμό της.

Με τα μοτίβα της νεραντζιάς και του χαρταετού να υποδηλώνουν τις ρίζες που χάνονται και την ελευθερία αντίστοιχα, με αναμνήσεις να γίνονται μυρωδιές που ξεθυμαίνουν, η «Νεραντζιά»  που αφορά μορφές θλίψης και τραύματος, εκπληρωμένα και ματαιωμένα όνειρα, τελειώνει χωρίς εξάρσεις με γλυκόπικρη γεύση, σαν τους χυμούς του δέντρου του τίτλου, κάνοντας περισσότερο αξέχαστες τις ηρωίδες του.

 

Τζόχα Αλχάρθι,Νεραντζιά, μτφρ, Ελένη Καπετανάκη, εκδόσεις Gutenberg

 

Προηγούμενο άρθροΤα in & out της φετινής 21ης Διεθνούς Έκθεσης Βιβλίου Θεσσαλονίκης (από την Αλεξάνδρα Χαΐνη)
Επόμενο άρθροΕθνικό Θέατρο 2025-26: με όχημα τη γλώσσα. Συνοδηγοί: φαντασία και ευαισθησία (της Όλγας Σελλά)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ