Τετάρτη, 12 Αυγούστου, 2026
ΑΡΧΙΚΗ ΚΕΙΜΕΝΑ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΣ ΔΙΗΓΗΜΑΤΑ 2026 Το ψάθινο καπέλο (διήγημα της Πόπης Κτιστάκη)

Το ψάθινο καπέλο (διήγημα της Πόπης Κτιστάκη)

0
47

Πόπη Κτιστάκη

Όλο το χειμώνα σχεδίαζα ταξίδια. Είχα ένα μπλε ντοσιέ, από αυτά με το πλαστικό εξώφυλλο και εκεί μέσα τοποθετούσα με προσοχή αποκόμματα εφημερίδων και περιοδικών. Μου άρεσαν μικρές δυσπρόσιτες  παραλίες και νησιά με λίγο κόσμο. Φρόντιζα να φεύγω αρχές Αυγούστου, ημέρες που τα παιδιά ήταν με τον πατέρα τους.

Μέλημά μου ήταν να βρω ένα δωμάτιο κοντά  στη θάλασσα, με αυλή. Ετοίμαζα το σάκο μου με λίγα πράγματα, το τζιν , τα μαγιό, μερικά  μπλουζάκια και τα βιβλία μου. Δεν παρέλειπα το ψάθινο καπέλο μου, που  από την χρήση και τα χρόνια είχε φθαρεί ,τα ξέφτια κρέμονταν στις άκρες του, δεξιά και αριστερά . Το είχα καταχωνιασμένο στην ντουλάπα πάνω στην ντάνα, με τα παλιά, αχρησιμοποίητα πια, εργόχειρα της μάνας μου. Στο τέλος του καλοκαιριού υποσχόμουν, ότι αυτή  θα είναι η τελευταία χρονιά που το φορούσα, αλλά κάτι με κρατούσε και αντί για τα σκουπίδια το τοποθετούσα στην ντουλάπα και μάλιστα αμπαλαρισμένο πολύ προσεχτικά.

Ποτέ δεν έβγαζα εισιτήριο με καμπίνα, όχι μόνο γιατί τα οικονομικά μου δεν το επέτρεπαν, αλλά γιατί προτιμούσα να τριγυρνώ στο κατάστρωμα. Είχα την ευκαιρία έτσι να κάνω τις γνωριμίες μου προτού φτάσω στο νησί και να  κάνω παρέες. Αλλά και για ένα άλλο λόγο, η κουβέντα με τους συνεπιβάτες  ήταν ανέλπιστα  ειλικρινής και με ευκολία ο καθένας  αράδιαζε την προσωπική του  ιστορία, που σε άλλες περιπτώσεις  δεν θα το έκανε. Όσο και να με παραξένευε η περισσή οικειότητα, την απολάμβανα .

Έτσι και με την Μαρία. Καθόταν σε ένα παγκάκι, τα χέρια της ακουμπούσαν την κουπαστή, το βλέμμα της, ήταν στραμμένο στη θάλασσα και ακολουθούσε με τα μάτια  την κίνηση των κυμάτων. Χωρίς να την ρωτήσω κάθισα δίπλα της. Ξαφνιάστηκε. Έπειτα με κοίταξε διερευνητικά.

Μαρία μου είπε , με ένα διστακτικό χαμόγελο.

Στέλλα, της είπα και της  έτεινα το χέρι.

Είπαμε τα τυπικά. Εκείνη πήγαινε πρώτη φορά στο νησί, εγώ δεύτερη. Μιλήσαμε για τις παραλίες, τις ταβέρνες με το καλό φαγητό, τα μπαρ με την ροκ μουσική που όπως διαπίστωσα άρεσε και στις δύο μας. Παρατήρησα πως στην άκρη του σάκου της υπήρχε μια μεταλλική υποδοχή για να περνά το λουρί του σκύλου. Κοίταξα διερευνητικά την αλυσίδα και έπειτα την Μαρία. Με θλιμμένο ύφος, μου έγνεψε καταφατικά. Δεκατέσσερα χρόνια μου είπε, Ζίκι τον έλεγαν. Δεν χρειάστηκε να πούμε περισσότερα. Δώσαμε ραντεβού στον Αστρολάβο την επαύριον.

Το δωμάτιο ήταν πάνω στην θάλασσα και για καλή  μου τύχη είχε μπροστά ένα μικρό κήπο που μοσχοβολούσε ρίγανη, βασιλικό και θυμάρι και στην πίσω μεριά μποστάνι. Το χώμα γύρω από τα φυτά ήταν γκρίζο και σκληρό με βαθιές ρωγμές, διψούσε  για λίγο νερό. Οι ντοματιές ήτα χαμηλές , τα φύλλα τους ήταν γυρισμένα προς τα μέσα, οι ντομάτες πάνω στα φυτά, κατακόκκινες με σφιχτή σάρκα μοσχοβολούσαν καλοκαίρι. Πιο δίπλα οι κολοκυθιές με μεγάλα γκριζοπράσινα φύλλα είχαν απλωθεί πάνω στη μάντρα και το βράχο, χωρίς να αφήνουν ελεύθερη σπιθαμή γης, για την αδύναμη ξυλαγγουριά.

Κοίταξα το ξερό τοπίο, και ένιωσα μια παράξενη επιθυμία για νερό. Ηταν απορίας άξιο πως  επιβίωναν φυτά και άνθρωποι σε ένα τόπο άνυδρο. Η φύση έχει τα δικά της αντανακλαστικά σκέφτηκα. Υποσχέθηκα στον ιδιοκτήτη να φροντίζω το μποστάνι και εκείνος χαμογελώντας μου είχε πει, εμ τότε,θα μοιραστούμε τη σοδειά

Μου άρεσε να μένω στη θάλασσα τα μεσημέρια όταν η ζέστη φούντωνε και οι υπόλοιποι αποσύρονταν στα δωμάτια τους. Χωρίς το πλήθος, η θάλασσα άλλαζε πρόσωπο γινόταν περισσότερο γαλήνια, με το κύμα συνήθως ήρεμο, να  με νανουρίζει  ξαπλωμένη στην άμμο και παραδομένη στο δικό του σκοπό. Απολάμβανα  τον ήλιο που τσουρούφλιζε τα πάντα και επέβαλε την δική του σιωπή, σε όλα εκτός από τα τζιτζίκια. Εκείνα με το μονότονο πριόνισμα τους γέμιζαν με το έτσι θέλω, το καυτό αέρα. Κάπου κάπου ο απόμακρος ήχος από το μοτοράκι που πήγαινε για ψάρεμα διέκοπτε βίαια το τραγούδι τους, για να το αρχίσουν αμέσως μετά, όταν η βάρκα θα  είχε απομακρυνθεί και ο ήχος της θα είχε  σβήσει.

Μια από εκείνες τις μέρες που η ζέστη με είχε τυλίξει τρυφερά, έκλεισα τα μάτια μου και ένοιωσα την μυρωδιά της πυρωμένης άμμου. Περπάτησα αργά προς το νερό. Μόλις το κύμα αγκάλιασε τους αστραγάλους μου, βούτηξα μέσα. Απόλυτη σιωπή. Το νερό ήταν καθαρό και διάφανο. Απέραντα  καταπράσινα λιβάδια Ποσειδωνίας λικνίζονταν νωχελικά με το ρεύμα. Τα πόδια μου μπλέκονταν  στα φύκια και ένοιωθα το βυθό να με κρατάει κάτω. Ένα μικρό διάφανο καβούρι προσπαθούσε να βγει από το παλιό, στενό του κέλυφος. Πάλευε, έσπρωχνε, αλλά έμενε εκεί, γαντζωμένο. Σκέφτηκα πως το κρατούσε ο φόβος να βγει μόνο και απροστάτευτο. Σίγουρα ασφυκτιούσε μέσα στο κέλυφος, αλλά ήταν το μόνο σπίτι που ήξερε.

Συνέχισα να παρατηρώ τη μάχη που έδινε. Οι μικρές του κινήσεις δημιουργούσαν  μια μικρή δίνη και ένα σύννεφο από λευκή άμμο. Ακούστηκε ένας ανεπαίσθητος ήχος . Μια τελευταία συστροφή και το σώμα του γλίστρησε έξω από το κέλυφος. Το είδα  να ανοίγει τις δαγκάνες του και να περπατάει προς τα ανοιχτά. Την ίδια στιγμή, ένιωθα το δικό μου σώμα ελαφρύ, σαν να μου έφυγε ένα βάρος. ‘Ένιωθα γυμνή, αλλά ελεύθερη.

Ανέβηκα στην επιφάνεια με μια ανάσα. Το λιοπύρι με τύλιξε ξανά. Μάζεψα βιαστικά τα πράγματά μου. Το χέρι μου σταμάτησε στο ψάθινο καπέλο. Ήταν το δώρο, του πρώην  άνδρα μου, στο ταξίδι του μέλιτος. Το άφησα απαλά, πάνω στο μεγάλο λευκό βράχο. ’Άνοιξα το βήμα μου, έπρεπε να βιαστώ, η Μαρία με περίμενε μαζί με το νέο της απόκτημα. Ένα αδέσποτο, Κοκόνι,  που κάποιοι είχαν ξεχάσει, το προηγούμενο καλοκαίρι στο νησί.

 

Προηγούμενο άρθροΔυο λόγια για το «The Correspondent», που κέρδισε το Women’s Prize for Fiction 2026 (Από την Αλεξάνδρα Χαΐνη)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ