Το χρονικό ενός δυσλεκτικού (της Δέσποινας Καϊτατζή-Χουλιούμη)

0
726

 

της Δέσποινας Καϊτατζή-Χουλιούμη (*)

 «Έμαθε να πετάει, και δε μετάνιωνε για το τίμημα που είχε πληρώσει»,                              Richard Bach, Ο Γλάρος Ιωνάθαν Λίβινγκστον [1]                                                                                

Το βιβλίο του Γιάννη Πάσχου «Το χρονικό ενός δυσλεκτικού»( εκδόσεις Περισπωμένη, 2022), αποτελεί μια αυτοβιογραφική νουβέλα που διαβάζεται απνευστί και συγκλονίζει με την ωμή αλήθεια της, περιγράφοντας την σχολική πορεία μέχρι και την ενηλικίωση και τον επαγγελματικό θρίαμβο του δυσλεκτικού ομότιμου καθηγητή πλέον και λογοτέχνη.

Το εξώφυλλο του καλαίσθητου βιβλίου κοσμεί πορτρέτο του συγγραφέα από τα μαθητικά του χρόνια, όπου τα δύσθυμα κλειστά χείλη και τα μάτια προσηλωμένα εμπρός, με κάποια αδιόρατη θλίψη ενδεχομένως, σκιαγραφούν τη θέληση και τη βεβαιότητα του μαθητή, πως δεν θα ενδώσει στις δυσκολίες. Ο ίδιος, αναφέρει προς το τέλος του βιβλίου: «Κοιτάζοντας σήμερα πίσω, δεν μπορώ παρά να απορήσω για την επιμονή και την αποφασιστικότητά μου, η οποία έφτανε πιθανόν στο όριο της εμμονής. […] Η αλήθεια είναι ότι ποτέ δεν είχα σκοπούς και στόχους για τίποτε, όλα, μα όλα, τα έφερε η ζωή. Προσπαθούσα για κάτι χωρίς να είναι στόχος, κι ερχόταν το επόμενο. […] ίσως όλα να ήταν γέννημα των επιθυμιών μου ή των επιθυμιών των δικών μου ανθρώπων που βαθιά αγαπούσα, ίσως όλα να έγιναν μια μόνιμη ανάγκη αναζήτησης.» (σ. 93).

Από την αρχή ακόμη του βιβλίου ο Γιάννης Πάσχος μοιράζεται με τους αναγνώστες την σκληρή πραγματικότητα της άγνοιας της αιτίας των δυσκολιών του: «… η δυσλεξία μου «διαγνώστηκε» όταν ήμουν ήδη στα σαράντα πέντε (!).» (σ. 7). Πώς είναι αλήθεια να χτυπιέσαι με σαράντα κύματα μια ζωή για να μπορέσεις ν’ αποδείξεις στον εαυτό και στους άλλους ότι κι εσύ μπορείς, παλεύοντας με ένα άγνωστο θηρίο και κατά συνέπεια ανύπαρκτο για τους άλλους που υποσκάπτει τις προσπάθειές σου και έρχεται η ώρα που το άγνωστο και αόρατο θηρίο, αποκτά όνομα καθώς τίθεται η διάγνωση; Τότε, στα χρόνια της  σχολικής του ζωής του κανείς δεν γνώριζε για τη δυσλεξία, τις ειδικές δυσκολίες μάθησης, οπότε όχι μόνο δεν υπήρχε κατανόηση και ανάλογη υποστήριξη αλλά ο μαθητής βίωνε την ενοχοποίηση, τον στιγματισμό, την τιμωρία. Και πως επιβιώνει ένας μαθητής σε μια τέτοια σχολική συνθήκη; «… είχα μάθει τον τρόπο να ελίσσομαι στον χώρο του σχολείου όπως οι ισοβίτες στη φυλακή.» (σ. 53), γράφει ο Πάσχος, ενώ στη συνέχεια αναφέρει: «Το λύκειο ήταν σαν μια πελώρια, ακαθόριστων ορίων κατάψυξη, σε έβαζαν μέσα και ξεπάγιαζες με όση θέρμη για μόρφωση κι αν είχες.» (σ. 55).

Πώς νιώθει ένα παιδί ακούγοντας συνεχώς τη «… γνώμη του πατέρα προς τη μητέρα (μου): Εσύ θα τον καταστρέψεις… Εσύ τον κατέστρεψες.» (σ. 12);

Ο Πάσχος περιγράφει και αναπαριστά εύγλωττα τις δυσκολίες του στο γραπτό λόγο, όπως αυτή της δυσανγνωσίας, για την οποία γράφει: «Όταν επιχειρούσα να συλλαβίζω μια λέξη, τα γράμματα ήταν σαν να χτυπούσαν με ορμή το ένα πάνω στο άλλο και να διακτινίζονταν, να εξαφανίζονταν, δυο γράμματα μαζί ήταν ένα μικρό πρόβλημα για να τα συλλαβίσω, τρία μαζί μεγάλο πρόβλημα, τέσσερα μαζί μαρτύριο, πόλεμος.» (σ. 13).

Μιλά για το στιγματισμό και τη χλεύη που υπέστη από τους συμμαθητές του.

«… οι συμμαθητές μου περίμεναν πότε θα έρθει η σειρά μου να διαβάσω για να γελάσουν.» (σ. 16), αλλά και από τους καθηγητές του επίσης οι οποίοι, όπως και οι γονείς, καθώς δεν γνώριζαν τις εγγενείς δυσκολίες του, τον επέκριναν για την αποτυχία του στη μάθηση.

Οι ματαιώσεις, οι ταπεινώσεις, η χλεύη, η έλλειψη γνώσης για την ιδιαιτερότητα της δυσλεξίας, η έλλειψη κατανόησης και στήριξης στη σχολική ζωή και μάθηση ήταν σε ημερήσια διάταξη και ο αγώνας αδυσώπητος στα πλαίσια μιας εκπαίδευσης άσχετης σε θέματα ψυχοπαιδαγωγικής ετοιμότητας και σεβασμού του αναπτυσσόμενου ατόμου, μιας αυταρχικής και χουντοκρατούμενης εκπαίδευσης και κοινωνίας που κουρέλιαζε την αυτοεκτίμηση του μαθητή με ειδικές δυσκολίες μάθησης με κίνδυνο να καταστρέψει την εξελικτική του πορεία στη ζωή. Η ντροπή, η ενοχή, η αγωνία, ο θυμός και στο βάθος μια βαθιά πίκρα κι ένας βαθύς πόνος, αλλά και οι ισχυροί ψυχικοί μηχανισμοί άμυνας με χιούμορ και φαντασία και επιμονή που την τόνωνε η αγάπη των δικών και η ασύνειδη εν πολλοίς επιθυμία του να τους δικαιώσει και να τους προσφέρει αντίδωρο την επιτυχία του περιγράφονται με σθένος και παρρησία στη νουβέλα, όπως και ο αγώνας του χαρισματικού «Ιοανίς» που όχι μόνο τον δικαίωσε, αλλά τον έβγαλε νικητή και τον έφτασε να πατήσει τις κορυφογραμμές του όρους Τόμαρου, της επιστήμης, της λογοτεχνίας και της ζωής πραγματώνοντας τις επιθυμίες του και προφέροντας σημαντικό επιστημονικό έργο και γνώση αλλά και λογοτεχνικό και ποιητικό έργο.

Ο χαρισματικός «Ιοανίς» πάλεψε σκληρά και βγήκε νικητής, αλλά αναρίθμητα χαρισματικά παιδιά με ειδικές δυσκολίες μάθησης χάθηκαν χωρίς να πραγματώσουν τους πόθους και το όνειρό τους, να κερδίσουν την καταρρακωμένη αυτοεκτίμησή τους έστω. Υπάρχει ένα μαγικός κανόνας στην ειδική αγωγή και εκπαίδευση: “Όταν ένας μαθητής δυσκολεύεται να μάθει με τον τρόπο που τον διδάσκεις, δίδαξέ τον με τον τρόπο που μαθαίνει”, μακάρι να εδραιωθεί σε κάθε γονιό και εκπαιδευτικό αυτός ο κανόνας. Μακάρι οι γονείς και οι εκπαιδευτικοί που πλάθουν ή βλάπτουν ανεπανόρθωτα ή ακόμη και καταστρέφουν το αναπτυσσόμενο άτομο, ν’ αντιμετωπίζουν τα “δύσκολα” παιδιά τους με τον αφουγκρασμό, την αγάπη και την υπομονή των γονιών του Γιάννη Πάσχου και των μετρημένων στα δάχτυλα πραγματικών δασκάλων του. Είναι πολύτιμοι, ιδιαίτερα όταν δεν υπάρχει η απαιτούμενη ψυχοπαιδαγωγική γνώση.

Η αυτογραφική νουβέλα «Το χρονικό ενός δυσλεκτικού» του Γιάννη Πάσχου έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον ως λογοτεχνικό ανάγνωσμα και συγκινεί τον αναγνώστη με την αλήθεια του, την  καταγραφή των εσωτερικών και εξωτερικών συγκρούσεων του μαθητή, την καταγραφή της αντιπαιδαγωγικής ψυχοπαιδαγωγικής συνθήκης της ωμής σχολικής πραγματικότητας εκείνης της εποχής. Το ύφος της γραφής και ο στιβαρός λόγος, από απόσταση χωρίς συναισθηματισμούς και πλατειασμούς και η γενναιότητα με την οποία ο Πάσχος μιλά ανοιχτά εκθέτοντας τα ελλείμματα και τις πληγές του, όπως και ο αγώνας του, η συμφιλίωση και η  λύτρωση συνάμα και τέλος η δικαίωση συγκλονίζουν.

 

  «Έμαθε να πετάει, και δε μετάνιωνε για το τίμημα που είχε πληρώσει»

Richard Bach, Ο Γλάρος Ιωνάθαν Λίβινγκστον [1]                                                                                

Η ανάπτυξη της γνώσης μας για τη δυσλεξία και της ενσυναίσθησης  όλων μας απέναντι στα άτομα με ειδικές δυσκολίες μάθησης έχουν να επωφεληθούν πολύ από το βιβλίο του Πάσχου.

Θεωρώ ότι ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχουν επίσης από ψυχοπαιδαγωγική άποψη και αξίζει να αξιοποιηθούν στον σχεδιασμό των ειδικών εκπαιδευτικών δράσεων υποστήριξης του μαθητή στη σημερινή εκπαιδευτική διαδικασία οι διαισθητικές τεχνικές αυτοβοήθειας που επινόησε ο μικρός «Ιοανίς» για να διαχειριστεί και να αντεπεξέλθει στις σοβαρές δυσκολίες μάθησης που αντιμετώπιζε στην διαδικασία μάθησης και εδραίωσης γνώσης, όπως οι ακόλουθες πχ: «Αν δεν έφτιαχνα στο μυαλό μου μια εικόνα, δεν θυμόμουν τίποτε απολύτως.» (σ. 19). «Σε όποια μαθήματα κατανοούσα τον μηχανισμό τους και μπορούσα να φανταστώ πώς περίπου αυτός λειτουργεί, κατάφερνα να κάνω βήματα προόδου και να καλύπτω κάποια από τα πολύ μεγάλα κενά μου, αλλιώς με έτρωγε το σημειωτόν κι έτσι, σταδιακά χωρίς να το καταλαβαίνω, βάλτωνα, απογοητευόμουν κι ένιωθα ανίκανος για οτιδήποτε. […] Επίσης, κατάλαβα εκ των υστέρων ότι, για να κατανοήσω κάτι, με διευκόλυνε πολύ να έχω καταγεγραμμένη στη μνήμη μου μια ανάλογη εικόνα από παλιά, ακόμη και αν ήταν τέλειος διαφορετικού περιεχομένου. […] η εικόνα της Χατζηαργύρη […] Αν έκανα προσεκτικά βήματα σαν κι εκείνη, αν δεν βιαζόμουν και συγκεντρωνόμουν, κάτι κατάφερνα. Τη μέθοδο αυτή την ονόμασα μέθοδο Χζατζηαργύρη, πράγμα που είπα και στον μαθηματικό μου όταν με ρώτησε με ποια μεθοδολογία δούλεψα, κι εκείνος με κοίταξε αγριεμένος και με έβγαλε έξω από την τάξη. Αδικία. » (σ. 67-68). «Είχα μάθει να προσπαθώ, η προσπάθεια ήταν πλέον μια φιλική κατάσταση για μένα, για όλα προσπαθούσα από μικρός, πάντα προσπαθούσα διπλάσια και τριπλάσια από κάποιον άλλο, αγωνιζόμουν, προσπαθούσα για όλα, ακόμη και γι’ αυτά που κάποιος τα φέρνει σε πέρας χωρίς καμιά προσπάθεια» (σ. 91).

Το βιβλίο με άγγιξε, με συγκίνησε βαθιά, ένιωσα μεγάλη χαρά και ικανοποίηση, αλλά και θυμό. Ωστόσο το συναίσθημα που κυριάρχησε κλείνοντας το βιβλίο ήταν η αναβίωση ενός βαθύ κι ανομολόγητου πόνου που έχει θρονιαστεί μέσα μου από τα μαθητικά μου χρόνια γιατί ήμουν κι εγώ ένα δυσλεκτικό παιδί, εκείνα ακριβώς τα πέτρινα χρόνια όπου κυριαρχούσε η ψυχοπαιδαγωγική άγνοια σ’ αυτά τα θέματα και όχι μόνο. Ένιωσα συμπόνια για τον μικρό «Ιοανίς» και για κάθε παιδί με παρόμοιες δυσκολίες, όπως ήμουν κι εγώ, και όπως όλα αυτά που συνάντησα και πάλεψα να στηρίξω εργαζόμενη για δεκαετίες ως ψυχολόγος στην Ελληνική Ειδική Αγωγή και Εκπαίδευση. Ναι, το βιβλίο του Γιάννη Πάσχου πρέπει να μπει σε κάθε σχολική βιβλιοθήκη και όχι μόνο, για να ενισχύσει τις προσπάθειες κατανόησης των ιδιαιτεροτήτων του μαθητή με ειδικές δυσκολίες μάθησης και την ανάπτυξη ενσυναίσθησης και υποστήριξης. Υποστηρίζοντας μαθητές με ειδικές εκπαιδευτικές ανάγκες αναρίθμητες φορές ήρθα αντιμέτωπη με βουρκωμένους σε απόγνωση μαθητές και γονείς για την έλλειψη κατανόησης, για τις εμπειρίες στιγματισμού που βίωσαν στην τάξη, τόσο από μαθητές, όσο και από εκπαιδευτικούς. Σήμερα έχουν αλλάξει πολλά στην Εκπαίδευση αλλά ακόμη υπάρχουν θέματα για την καλύτερη δυνατή σχολική ζωή και μάθηση των μαθητών με ιδιαιτερότητες.

Θα κλείσω παραθέτοντας ένα απόσπασμα της υπέροχης αλληγορίας με την οποία τελειώνει την αυτογραφική νουβέλα του ο Γιάννης Πάσχος:

«Ένας μικρός στεκόταν στους πρόποδες ενός βουνού και κοιτούσε την κορυφή. Το βουνό ήταν τεράστιο, απόκρημνο και τρομαχτικό, αλλά ένας άγνωστος με μορφή αγγέλου του έδειχνε συνέχεια την κορυφή. Ο μικρός άρχισε την ανάβαση. Γλιστρούσε, έπεφτε και σηκωνόταν πάλι, και ο άγνωστος, που τον ακολουθούσε κατά πόδας, του έδειχνε συνεχώς την κορφή. Σαν έφτασε ο μικρός στην κορφή, μετά από πολύ κόπο και χίλια βάσανα, ο άγνωστος χάθηκε, πέταξε σαν πουλί, κι αυτός ήταν πλέον άντρας. Αγνάντεψε ανακουφισμένος τη θέα κι αισθάνθηκε ευγνώμων που μπόρεσε να δει κάτι από το θαύμα που απλωνόταν μπροστά του.» (σσ. 96-97).

 

[1]    Richard Bach, Ο Γλάρος Ιωνάθαν Λίβινγκστον, Εκδόσεις διόπτρα, Αθήνα 1992, σ.40.

 

(*) Η Δέσποινα Καϊτατζή-Χουλιούμη είναι Κλινική Ψυχολόγος (Msc), μέλος της Εταιρείας Λογοτεχνών Θεσσαλονίκης και εγκεκριμένη μεταφράστρια στο μητρώο του Εθνικού Συμβουλίου Πολιτισμού της Σουηδίας (Kulturrådet).

 

 

Γιάννης Πάσχος, , Το χρονικό ενός Δυσλεκτικού, Νουβέλα, Εκδόσεις Περισπωμένη, 2022.

 

Προηγούμενο άρθροΣαλπάροντας με προορισμό τη ζωή (του Ηλία Καφάογλου)
Επόμενο άρθροΗ «φεμινιστική» συνείδηση της Μουτζάν-Μαρτινέγκου (της Βίκυς Πάτσιου)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ