Η «φεμινιστική» συνείδηση της Μουτζάν-Μαρτινέγκου (της Βίκυς Πάτσιου)

0
200

 

 

της Βίκυς Πάτσιου (*)

 

Η Ελισάβετ Μουτζάν-Μαρτινέγκου (1801-1832) χαρακτηρίζεται, όπως είναι γνωστό, ως η πρώτη Ελληνίδα πεζογράφος, η οποία όμως δεν είδε κανένα από τα πολλά έργα της γραμμένα στα ελληνικά και τα ιταλικά (πραγματείες, κωμωδίες, τραγωδίες, δράματα) να δημοσιεύεται∙ μόλις μισόν αιώνα μετά τον θάνατό της (1881), ο γιος της Ελισαβέτιος Μαρτινέγκος εξέδωσε, με περικοπές, την αυτοβιογραφία της, μαζί με δικά του ποιήματα, ενώ για την ιστορία της λογοτεχνίας μας παρέμενε για αρκετές δεκαετίες σχετικά άγνωστη. Ωστόσο με βάση το εκτενές αυτοβιογραφικό της έργο που διακρίνεται από αναμφισβήτητες αφηγηματικές αρετές, πάθος και ένταση και τις γνωστές επιστολές της είναι δυνατό έως ένα βαθμό να αποτυπωθεί η διαδρομή τής σύντομης ζωής της.

Από σημαντικές αρχοντικές οικογένειες της Ζακύνθου παραμένει περιορισμένη στο κλειστό και μονότονο περιβάλλον του πατρικού σπιτιού στην πλατεία Ρούγα, με εξαίρεση κάποιες ελάχιστες αποδράσεις στην εξοχή και τα προάστια. Χάρη στις δικές της επίμονες προσπάθειες αποκτά τη στοιχειώδη μόρφωση που της παρέχουν οι σχολαστικοί αλλά και φιλελεύθεροι κληρικοί δάσκαλοί της. Γνωρίζει τον κόσμο κυρίως μέσα από ηθικά και διδακτικά αναγνώσματα και τους κλασικούς συγγραφείς της ελληνικής, της λατινικής και της ιταλικής γραμματείας, ενώ οι απηχήσεις των ιστορικών και πολιτικών γεγονότων του καιρού της διαπερνούν βιαστικά τον αυτοβιογραφικό της λόγο. Μετά από ματαιωμένες προσπάθειες καταφυγής σε μοναστήρι ή διαφυγής στην Ιταλία συμβιβάζεται ένα χρόνο πριν τον θάνατό της με έναν προσεκτικά υπολογισμένο γάμο.

Η Ελισάβετ Μουτζάν-Μαρτινέγκου, διακόσια και πλέον χρόνια από τη γέννησή της, βρίσκεται και πάλι στο προσκήνιο με την έκδοση της Αυτοβιογραφίας της, με εισαγωγή της Κατερίνας Σχινά, από τις εκδόσεις Μεταίχμιο (2021). Η παρούσα έκδοση έρχεται να καλύψει ένα μεγάλο εκδοτικό κενό, αφού οι κατά καιρούς εκδόσεις της Αυτοβιογραφίας της, από τον γιο της Ελισαβέτιο Μαρτινέγκο (Εκ του τυπογραφείου της Κορίννης, 1881), τον Κ. Πορφύρη (Διογένης, 1956), τον Φαίδωνα Κ. Μπουμπουλίδη (1965) και τον Βαγγέλη Αθανασόπουλο (Ωκεανίδα, 1997), είναι εξαντλημένες στους εκδοτικούς οίκους. Σύμφωνα με το εκδοτικό σημείωμα που συνοδεύει την Αυτοβιογραφία, το κείμενο βασίστηκε στη μορφή που είχε στην έκδοση του Διγενή, στην οποία είχε τηρηθεί και η ορθογραφία της πρώτης επιμελημένης έκδοσης από τον Ελισαβέτιο Μαρτινέγκο. Επιπλέον, στην παρούσα έκδοση, το κείμενο μεταφέρθηκε στο μονοτονικό, ενώ διορθώθηκαν κάποια τυπογραφικά λάθη και παραδρομές ή υιοθετήθηκαν αρκετές από τις παρεμβάσεις στη στίξη που έγιναν στην έκδοση της Ωκεανίδας. Η ανά χείρας έκδοση διατηρεί από την έκδοση του Διγενή τους εσωτερικούς τίτλους της Αυτοβιογραφίας, όπως και το γλωσσάριο που παρατίθεται στο τέλος του βιβλίου. Τόσο το γλωσσάριο όσο, ιδίως, οι εσωτερικοί τίτλοι διευκολύνουν τον αναγνώστη και την αναγνώστρια να προσπελάσουν με ευχέρεια το κείμενο, που υιοθετεί τα εξωτερικά (αλλά και τα εσωτερικά) γνωρίσματα της μυθιστορηματικής γραφής και να αποκτήσουν μια συνολική εικόνα της εξελικτικής πορείας της Μαρτινέγκου στη ζωή και τη συγγραφική τέχνη: από τα πρώτα γράμματα και τα πρώτα γραπτά κείμενα, στην προσπάθεια για καταφυγή σε μοναστήρι και αργότερα στην Ιταλία και τέλος στον αναπόφευκτο συμβιβασμό της στη «συνθήκην του γάμου».

Η ιδιαίτερα κατατοπιστική εισαγωγή τής καταξιωμένης κριτικού και συγγραφέως Κατερίνας Σχινά, που αποτελεί καρπό συστηματικής και ενδελεχούς έρευνας καθώς συμπληρώνει και κυρίως προεκτείνει τη μελέτη και την κριτική ανάγνωση του έργου της Μαρτινέγκου εισάγει τον αναγνώστη και την αναγνώστρια σε μια ουσιαστική γνωριμία με τη ζωή και τις πνευματικές αναζητήσεις της επτανήσιας λογίας προσφέροντας νέα ερμηνευτικά κλειδιά για την κατανόησή τους.  Η Σχινά προβαίνει σε μια συνοπτική αποτίμηση της Αυτοβιογραφίας, εντάσσοντάς την στο ευρύτερο ιστορικό και λογοτεχνικό πλαίσιο της εποχής, αλλά και στον σύγχρονο θεωρητικό λόγο περί αυθιστόρησης και γυναικείας γραφής. Οι ιστορικές, ιδίως, πληροφορίες για τη διαρκή κατοχή υπό την οποία βρίσκονται οι Ιόνιες Νήσοι, ήδη από τα χρόνια της Ενετοκρατίας έως και τον εθνικό και κοινωνικό αναβρασμό της περιόδου της δεύτερης γαλλικής κατοχής (1807) αλλά και της Αγγλοκρατίας (από το 1815), βοηθούν τον αναγνώστη να κατανοήσει το πολιτικό και διοικητικό σύστημα που ευνοούσε την τιμοκρατική τάξη των Επτανησίων, στην οποία ανήκε και η οικογένεια της Μουτζάν-Μαρτινέγκου. Με αφορμή αυτές τις πληροφορίες η Σχινά επεξηγεί «το βάρβαρον και αφύσικον και απάνθρωπον ήθος» που, όπως αναφέρει και η Μαρτινέγκου στην Αυτοβιογραφία της, ήθελε τις γυναίκες «ξεχωρισμέναις από την ανθρωπίνην εταιρίαν».

Η Σχινά, ανατρέχοντας και στη βιβλιογραφία, συνδέει, αξιοποιώντας τον θεωρητικό της οπλισμό, την Αυτοβιογραφία με τη «γραφή του εγώ» της γυναικείας λογοτεχνικής παράδοσης του 19ου αιώνα και τη βαθύτερη ανάγκη των γυναικών-λογοτεχνών να συγκροτήσουν ανεξάρτητη ταυτότητα μέσα από τις εμπειρίες, την ενδοσκόπηση και τη μνήμη. Μεταξύ άλλων, η Σχινά συσχετίζει τη γραφή της Μαρτινέγκου με τις παρατηρήσεις των φεμινιστριών κριτικών Shari Benstock και Susan Friedman πως το αυτοβιογραφούμενο «θηλυκό εγώ» αντανακλά την αστάθεια του «εαυτού» και καταλαμβάνει το περιθώριο του «άλλου».

Η ανάπτυξη μιας «φεμινιστικής» συνείδησης της Μουτζάν-Μαρτινέγκου είναι, πράγματι, διάχυτη στην Αυτοβιογραφία της. Η πίστη της στον ορθό λόγο, την αξία της παιδείας και της ατομικής ελευθερίας εντυπώνεται στο κείμενο τής αυθιστόρησής της παρόλο που στο τέλος ηττάται από τη στερεοτυπική αντίληψη που τη θέλει δέσμια του φύλου της και του ρόλου της στην κοινωνία της εποχής, αφού οι γυναίκες εκείνης της περιόδου δεν είναι παρά «καταδικασμέναις από την συνήθειαν» να είναι «υποκείμεναις» αρχικά στον πατέρα και στη συνέχεια στον σύζυγό τους. Η προσέγγιση της Σχινά αξιοποιεί την έννοια του αιτήματος της ελευθερίας και της «αυτεξουσιότητας» ως κομβικού πυρήνα του έργου που μπορεί να λειτουργήσει ως ασφαλές υπόβαθρο της κριτικής ερμηνείας του. Ταυτόχρονα καταδεικνύει την προσήλωση της εμβληματικής και συνάμα αινιγματικής αυτής συγγραφικής προσωπικότητας στις τέχνες και τα γράμματα, η οποία θα πραγματωθεί με όρους «πάθους», όπως φαίνεται από τον ιδιαίτερο ζήλο που επέδειξε στην εκμάθηση της ιταλικής και της γαλλικής γλώσσας, αλλά και στην ενασχόλησή της με ποικίλες πτυχές της δημιουργικής της δραστηριότητας. Το πάθος της Μουτζάν-Μαρτινέγκου για μόρφωση από τη μια και η εναντίωση της οικογένειάς της από την άλλη στο συστηματικό ενδιαφέρον της για την κατάκτηση της παιδείας, καθώς αυτό θεωρήθηκε ως ένα είδος διαταραχής ή διασάλευσης των ορίων των αρχών και των αξιών του κοινωνικού της περιβάλλοντος και υπονόμευσης του «φυσικού» της προορισμού, δηλαδή του γάμου, θα αποτελέσουν την αρχή μιας δοκιμασίας που θα οδηγήσει στη διεκδίκηση μια «δεύτερης» ζωής μακριά από τον κόσμο της δικής της εμπειρικής πραγματικότητας: «Πόσο θα ’θελα να ξαναζούσα, της είπε [της Ντορίτας]. Να γινόμουνα εσύ. Να πετούσα από το κορμί μου τούτα τα παλαιικά, ασφυχτικά ρούχα της δουλείας, να φόραγα τζιν» (Διδώ Σωτηρίου, Οι επισκέπτες, 1979, σ.31).

 

(*) Η Βίκυ Πάτσιου είναι Καθηγήτρια Νεοελληνικής Φιλολογίας

 

Ελισάβετ Μουτζάν-Μαρτινέγκου, Αυτοβιογραφία, εισαγωγή Κατερίνα Σχινά, εκδ. Μεταίχμιο, σελ. 156

 

Προηγούμενο άρθροΤο χρονικό ενός δυσλεκτικού (της Δέσποινας Καϊτατζή-Χουλιούμη)
Επόμενο άρθρο100 χρόνια Ζοζέ Σαραμάγκου: Πώς οι Χαρακτήρες Έγιναν τα Αφεντικά και ο Συγγραφέας ο Μαθητευόμενός τους (μτφρ. Αλ.Σαμοθράκη)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ