της Βαρβάρας Ρούσσου
Η Έλενα Μαρούτσου επιλέγει για τη νουβέλα της έναν τίτλο που καλλιεργεί ιδιαίτερες αναγνωστικές προσδοκίες. Η αντίφαση ανάμεσα στη λέξη «κήπος» που παραπέμπει μάλλον σε μια ευχάριστη εμπειρία και «φυγάδες» που ανακαλεί καταδίωξη, απόδραση και γενικά περιπέτεια δεν μπορεί παρά να φαίνεται προκλητικός. Ωστόσο, οι γνώστες της πεζογραφίας της Μαρούτσου δεν αναμένουν μια νουβέλα δράσης αλλά ένα βιβλίο όπου η δράση δεν είναι το ζητούμενο και η ένταση παράγεται υπόγεια και πάντα σε συνεργασία με τη συμμετοχή της/του αναγνώστριας/στη και την κινητοποίηση της φαντασίας της/του που αναπαράγει τις εικόνες στο μυαλό του και συμπληρώνει τα κενά.
Η πολυφωνική αφήγηση που αναφέρεται και στο οπισθόφυλλο δεν αποτελεί νέο εύρημα για τη Μαρούτσου η οποία, εξάλλου, ως πεπειραμένη πεζογράφος γνωρίζει καλά εκ των έσω τις αφηγηματικές συμβάσεις τις οποίες μάλιστα έχει επανειλημμένα διδάξει σε σεμινάρια. Ο τρόπος της είναι να δημιουργεί σύνθετα, συχνά εικαστικά, θα έλεγα, σκηνικά (ας θυμηθούμε τους Θηριόμορφους και τις φωτογραφίες) όπου οι χαρακτήρες αλληλεπιδρούν με το περιβάλλον και εντάσσουν την εξιστόρησή τους σε αυτό μιλώντας με την προσωπική τους, διακριτή κάθε φορά φωνή, μια βασική απαίτηση σε πολυφωνικά πεζά που η Μαρούτσου ξέρει να χειρίζεται.
Εξετάζοντας περαιτέρω τους όρους αυτής της νουβέλας έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον η διάρθρωση-σειρά των αφηγήσεων, μια εναλλαγή παρελθόντος-παρόντος που παράγει όχι μόνο μια εμφανή χρονική διαπλοκή αλλά και πλέκει τη σύνδεση των χαρακτήρων μεταξύ τους και με το χώρο: το ιστορικό-αρχαιολογικό παρελθόν της Πομπηίας συμπλέκεται με το παρόν των σύγχρονων χαρακτήρων που κινούνται μέσα και πέριξ του χώρου της αρχαίας Πομπηίας και είναι θεατές των αρχαιολογικών ευρημάτων του μουσείου. Οι εκδρομείς, καθηγητές και μαθητές ενός σχολείου, σε αυτό το αρχικά φαινομενικά εύκολο σχολικό ταξίδι είναι σα να επιχειρούν, ιδίως οι πρώτοι, την παύση της λύπης τους («Παυσίλυπον» λέγεται το ξενοδοχείο που διαμένουν).
Ο ένας κύκλος απαρτίζεται από ιδιαίτερες διηγήσεις-κεφάλαια. Ξεκινά με την αρκετά απρόσμενη αφήγηση ενός ψωμιού που παρασκευάζεται τη μέρα της έκρηξης του Βεζούβιου και εντέλει γίνεται έκθεμα στο μουσείο: -αρχαιολογικό εύρημα-παγωμένος χρόνος-φαγητό. Η δεύτερη αφήγηση ακολουθεί το ίδιο νήμα με τη φωνή και πάλι ενός αντικειμένου, του κρεβατιού σε ένα πορνείο της Πομπηίας: αρχαιολογικό εύρημα-παγωμένος χρόνος-σεξ/έρωτας. Το νήμα πλέκεται με την τρίτη διήγηση από ένα νόμισμα: αρχαιολογικό εύρημα-παγωμένος χρόνος-νόμισμα-χρήμα και η σειρά ολοκληρώνεται με τον ίδιο τρόπο: αρχαιολογικό εύρημα-παγωμένος χρόνος τοιχογραφία, η εικόνα και το βλέμμα, η τέχνη κυρίως ως μύηση, όπως δηλώνει ο τίτλος («Η μύηση ως σταδιακή αποκάλυψη ή η μεγαλογραφία»). Ακριβώς η μύηση μέσω τέχνης που φέρνει και την αποκάλυψη είναι ο σκελετός αυτής της νουβέλας. Η τοιχογραφία μιλώντας σχολιάζει: «Μόλις ξαναβγήκα στο φως, με έπληξαν όλες οι παρενέργειες της ζωής: η υγρασία, η φθορά, η αποσπασματικότητα». Αυτές οι έννοιες βρίσκουν ανταπόκριση στο παρόν όπου το μακρινό ιστορικό παρελθόν, γοητευτικό αλλά απόλυτα παγιωμένο, και μάλιστα πετρωμένο από τη λάβα της έκρηξης, εκβάλλει στο χρόνο των χαρακτήρων επιδραστικά. Όχι ως συλλογική ιστορία και όχι μόνο ως σκηνικό αλλά ως ένα ανάλογο που υπενθυμίζει ότι όπως το συλλογικό/ιστορικό παρελθόν παγώνει/πετρώνει και μπαίνει στο μουσείο έτσι και το ατομικό, με τον ίδιο τρόπο, μέσα μας αποκτά ένα βάρος που δεν αλλάζει. Όπως η τοιχογραφία μιλά για αποκάλυψη, και πιθανόν, όπως η τοιχογραφία διαλύεται, φθείρεται ή ερμηνεύεται έτσι συμβαίνει με τη σειρά σταδιακών αποκαλύψεων για την ασθένεια της Κατερίνας, για τα τραύματα και την καταπιεσμένη σεξουαλικότητα του Αντρέα, για τον έρωτα και τη σεξουαλικότητα του Λεονάρντο. Έρχονται στο φως μετά την εκδρομή και προς το τέλος του βιβλίου μυώντας την/τον αναγνώστρια/στη στον κόσμο των χαρακτήρων.
Πέρα από τον πρώτο κύκλο, τις αφηγήσεις των αντικειμένων-εκθεμάτων και το υποβλητικό περιβάλλον του αρχαιολογικού χώρου της Πομπηίας, ενδιάμεσα φωτίζονται οι χαρακτήρες του «τώρα» της εκδρομής. Μιλά κυρίως η Σόνια, η φιλόλογος αποσυρμένη από τον έρωτα, κριτική, στοχαστική, που φαντασιώνεται κάπως αποστασιοποιημένα και βαρετά μια ερωτική συνεύρεση, συμβιβασμένη στωικά με το χρόνο, θέτοντας τη μητρότητα ως επιλογή που αρνήθηκε, με την κριτική της απέναντι στο γάμο. Ο ημερολογιακός λόγος της που αποτυπώνει καίριες στιγμές της σχολικής εκδρομής στην Πομπηία είναι ένας αφηγηματικός κορμός. Γύρω της η παράξενη στάση της γυμνάστριας Κατερίνας, ο αμφιλεγόμενος μαθηματικός Αντρέας, η έφηβη μαθήτρια Νεφέλη, η μόνη με μια προβολή της εαυτής της στο μέλλον και ο ξεναγός Λεονάρντο, όλοι αφηγούνται σε πρώτο πρόσωπο. Το τελικό κεφάλαιο, αυτό σε τριτοπρόσωπη αφήγηση, είναι εκείνο που θα δώσει τις αιτίες στάσεων και συμπεριφορών σε αυτή την εκδρομή. Αποτελεί μια μείξη χρόνων ως μνήμες και ουσιαστικά περιλαμβάνει όλες τις προηγούμενες χρονικές αναφορές επιλύοντας τις απορίες που είχαν δημιουργηθεί.
Έτσι, οι λύσεις σχετίζονται με τον αρχαιολογικό χώρο. Επηρεασμένοι από τα πετρωμένα σώματα οι δυο από τους χαρακτήρες, Κατερίνα και Λεονάρντο είναι οι μόνοι που διαχειρίζονται μνήμες και τραύματα ανταλλάσσοντας δυο συμβολικά εκμαγεία κι έτσι λυτρώνονται από το παρελθόν. Ο Λεονάρντο αποχωρίζεται το εκμαγείο του πέους του συντρόφου του και η Κατερίνα το εκμαγείο του στήθους της κι έτσι δίνει ο καθείς το βάρος του στον άλλον: «είναι ελαφρύτερα πάντα τα φαντάσματα των άλλων.» λέει ο αφηγητής.
Η Νεφέλη μετονομάζει τον Κήπο των Φυγάδων σε κήπο των διασωθέντων. Εδώ θα έλεγα ότι υπάρχει μια εσωτερική αναφορά, αυτοαναφορά, στη λογοτεχνία και στην επιβίωση των χαρακτήρων της που είναι η μοναδική αθανασία. Λογοτεχνική ηρωίδα και η ίδια αυτό-κατατάσσεται στους διασωθέντες και στον ατομικό της Παράδεισο, την Kipuka της: «Διότι εγώ, όπως ο Χόλντεν, η Λολίτα, ο Τάτζιο και τόσοι άλλοι έφηβοι ήρωες, θα ζω για πάντα στην Kipuka μου. Στον Κήπο των Διασωθέντων.».
Ο Αντρέας βρίσκει τη λύση στις νευρώσεις του στη Φωλιά της Λύκαινας, το αρχαίο πορνείο, λίγο πριν βγουν από την Πύλη του Λιμανιού, στο κεφάλαιο «Η φωλιά της λύκαινας». Σε αυτό μάλιστα η διαπλοκή του χρόνου είναι περίπλοκα τεχνική: πίσω μπρος και διαιρείται βάσει των επισκέψεων στον ψυχολόγο όπου υπάρχει ένας αφηγούμενος διάλογος.
Βασικό στοιχείο στη νουβέλα είναι η σεξουαλικότητα, το σώμα και η εμπλοκή του στο σεξ, η φαντασίωση και η άρνηση της αληθινής επαφής, τα φετίχ, οι ενοχές. Η Μαρούτσου μοιάζει να διερευνά λογοτεχνικά εκφάνσεις της σεξουαλικότητας από τις Χυδαίες ορχιδέες και τους Θηριόμορφους έως τον Κήπο των φυγάδων. Σαν σε έναν κήπο απολαύσεων του Ιερώνυμου Μπος βρίσκει πτυχές της που λειτουργούν ως σωματική δέσμευση και ταυτόχρονα απελευθέρωση. Φαίνεται να επανέρχεται η σκέψη για το τι είναι και τι νοείται ως σεξ και πώς μπορεί να αποδοθεί στην πεζογραφία. Δεν πρόκειται για περιγραφή σεξουαλικών σκηνών αλλά περισσότερο ατμόσφαιρας που διαπνέει όλη την αφήγηση και τονίζει τη σωματικότητα, έννοια που και στον Κήπο των φυγάδων αναδύεται διαρκώς.
Το τέλος της νουβέλας μάλιστα αποδίδει μια ευέλικτη σωματικότητα που σε συνδυασμό με τα προηγούμενα καταλήγει σε μια ρευστή ταυτότητα φύλου και σεξουαλικότητας και η επιστροφή στους πρωτόπλαστους μπορεί να λάβει διάφορες ερμηνείες: «Ο Λεονάρντο και η Κατερίνα φαντάζονταν τώρα τον Παράδεισο σαν έναν κήπο όπου φεύγοντας ο Αδάμ και η Εύα άφησαν κομμάτια του κορμιού τους, τα αφαίρεσαν από πάνω τους -όπως οι επιβαίνοντες σε αερόστατο που χάνει ύψος- για να επιβραδύνουν την πτώση.». Ο Παράδεισος («Αφού Παράδεισος είναι πάντα ο χαμένος Παράδεισος.» όπως λέει η σοφή τελικά τοιχογραφία ή ατομικός, όπως η Kipuka της Νεφέλεης, η ως συλλογική φαντασία με οποιοδήποτε περιεχόμενο επενδυμένη) γίνεται έτσι ένας κήπος φυγάδων και η πτώση περιόρισε την πολλαπλότητα των έμφυλων ταυτοτήτων των όντων. Το γεγονός ότι οι πρωτόπλαστοι αφήνουν τα σώματά τους μπορεί να σημαίνει και κάτι λιγότερο σωματικό: αφήνουν να φύγουν τα βάρη του παρελθόντος, αφήνουν τη μνήμη και το χρόνο.
Sτη νουβέλα επανέρχονται και τα δίπολα ασθένεια-υγεία, νεότητα-γήρας που μπορούν να ιδωθούν στον άξονα χρόνος φθορά που εντέλει διατρέχει το βιβλίο. Η παρουσία εξάλλου της Νεφέλης έχει αυτό το στόχο: με την προβολή του εαυτού της στο μέλλον να φανεί η διαφορά από τους άλλους, ενήλικους χαρακτήρες που βλέπουν προς τα πίσω: απ’ τη μια ο παγωμένος προσωπικός και ιστορικός/αρχαιολογικός χρόνος με τα ευρήματα και τα εκμαγεία-τραύματα-μνήμες κι απ’ την άλλη ο δυνητικός μελλοντικός χρόνος.
Κλείνοντας τη νουβέλα στράφηκα στην ποίηση: «Κι αν ποτέ στα νύχια μας ανασηκωθούμε,/τις βίλες του Posilipo θα ιδούμε,/Κύριε, Κύριε, και το τερέν του Παραδείσου…». Κι αυτός ο καρυωτακικός μακρινός Παράδεισος κήπος φυγάδων θα ήταν.
Έλενα Μαρούτσου, Ο κήπος των φυγάδων Ίκαρος 2026























