Συζήτηση: Μικρή δευτερολογία για την ελληνική πεζογραφία (του Νίκου Α. Μάντη)

0
806

 

του Νίκου Α. Μάντη

 

 

Γράφοντας προ ημερών το άρθρο για την ελληνική λογοτεχνία στο εξωτερικό, δεν περίμενα τέτοια ανταπόκριση από τόσους αξιόλογους ανθρώπους του βιβλίου. Να ξεκινήσω λέγοντας ότι αποτελεί μεγάλη τιμή για μένα που οι παρατηρήσεις μου έτυχαν εξαιρετικά επεξεργασμένων και εύστοχων σχολίων, αλλά και γενικότερα που διαβάστηκαν και συνέβαλαν στον γενικότερο προβληματισμό για τη λογοτεχνία στη χώρα μας. Ευχαριστώ ιδιαίτερα τη Λίλα Κονομάρα, τον Κώστα Καλφόπουλο, την Βενετία Αποστολίδου, τον Τηλέμαχο Κώτσια, τον Γρηγόρη Παπαϊωάννου, την Αλεξάνδρα Σαμοθράκη, τον Αλέξη Πανσέληνο, το Χρήστο Τσιάμη και τον Δημήτρη Αγγελή.

Επίσης να πω ότι αναγνωρίζω το ενδεχόμενο οι προβληματισμοί μου να φάνηκαν άδικοι ή και ισοπεδωτικοί σε μερίδα αναγνωστών, καθώς επέλεξα συνειδητά να δω το ποτήρι ως μισοάδειο και όχι το αντίθετο. (Είναι ίσως απότοκο και μιας προσωπικής μου ροπής προς την «αυτομαστίγωση».) Αν το είχα δει ως μισογεμάτο, σίγουρα θα είχα αναφερθεί και σε συγγραφείς που «το παλεύουν» στο εξωτερικό (πρόσφατη η διεθνής βράβευση του Χρήστου Οικονόμου) αλλά και σε ονόματα όπως αυτά του Αντώνη Σαμαράκη, του Βασίλη Βασιλικού, ή του Πέτρου Μάρκαρη, που έχουν γνωρίσει αξιόλογη επιτυχία κατά καιρούς εκτός συνόρων. Ωστόσο, στόχος μου ήταν κυρίως να αναδείξω το βασικό πρόβλημα και όχι να χαθώ στην περιπτωσιολογία, μιλώντας για σπάνιες εξαιρέσεις, που μάλλον επιβεβαιώνουν τον κανόνα. Γνώμη μου άλλωστε παραμένει ότι η πεζογραφία μας έχει πρόβλημα στη διεθνή της διάσταση, πρόβλημα που αντανακλά και την κατάστασή της στο εσωτερικό της χώρας. Και επιμένω σ’ αυτό, διακινδυνεύοντας να χαρακτηριστώ «Κασσάνδρα», ή ακόμα και να γίνω ο «γρουσούζης» της παρέας.

Αναφορικά με τις επισημάνσεις της διακεκριμένης και σπάνιας κατάρτισης (όπως μαρτυρά και το πρόσφατο βιβλίο της για τις νεοελληνικές πανεπιστημιακές σπουδές) καθηγήτριας Βενετίας Αποστολίδου, με τις περισσότερες εκ των οποίων συμφωνώ, θα ήθελα να παρατηρήσω λίγα μόνο πράγματα: Ναι, αναγνωρίζω ότι μπορεί να έδωσα την εντύπωση ότι είμαι «κατεδαφιστικός», κάνοντας λόγο για την αδυναμία των περισσότερων πεζογράφων μας να αντέξουν στο χρόνο. Ωστόσο θεωρώ ότι σε μεγάλο βαθμό η πραγματικότητα με επιβεβαιώνει. Δεν είναι μυστικό ότι στη συντριπτική πλειοψηφία των βιβλιοπωλείων, αν κάποιος αναζητήσει ένα βιβλίο του Πιτσιπίου, του Ραγκαβή, του Ψυχάρη, του Μητσάκη ή του Βουτυρά, θα τον κοιτάξουν περίπου σα να μιλάει σουαχίλι. Ίσως να υπάρχουν καταστήματα μετρημένα στα δάχτυλα του ενός χεριού πανελλαδικά, όπου κάποιος να καταφέρει να εντοπίσει έργα των ανωτέρω (και όχι όλων μαζί φυσικά). Το ίδιο πιστεύω ισχύει και για σχεδόν συγχρόνους μας. Πού μπορεί να βρει κανείς σήμερα μυθιστορήματα του Σπύρου Πλασκοβίτη, του Ρόδη Ρούφου, του Διονυσίου Ρώμα, του Νίκου Κάσδαγλη, του Αριστοτέλη Νικολαΐδη, του Πέτρου Αμπατζόγλου, του Δημήτρη Χριστοδούλου, του Παντελή Καλιότσου; (Τιμηθέντες σχεδόν όλοι τους με κρατικά βραβεία τις δεκαετίες του ’60, του ’70 και του ’80.) Η έλλειψη αντιτύπων στα ράφια αντικατοπτρίζει την έλλειψη απήχησης στο κοινό – δεν εξετάζω αν είναι δικαιολογημένη ή όχι. Επισημαίνω ωστόσο το γεγονός ότι, από γενιά σε γενιά, η μνήμη σχεδόν χάνεται, κι αυτό δεν μπορεί να είναι δείγμα υγείας · μάλλον το αντίθετο. Εξάλλου, η ίδια η κυρία Αποστολίδου παραδέχεται ότι κορυφαίοι συγγραφείς της μεταπολεμικής περιόδου (τους οποίους αναγνωρίζω κι εγώ ως προσωπικούς τροχιοδείκτες) έχουν πρόβλημα στην επαφή τους με τους σύγχρονους αναγνώστες – και δεν τολμώ να σκεφτώ καν τι γίνεται στις νεότερες ηλικίες. Αν λοιπόν ο Αλέξανδρος Κοτζιάς, ο Ν.Γ. Πεντζίκης ή ο Ανδρέας Φραγκιάς δεν είναι σίγουρο ότι διαβάζονται πλέον και από ποιους, τι να πει κανείς για τους θεωρούμενους ως ελάσσονες; Πριν από καιρό μου έκανε εντύπωση η πικρή διαπίστωση του γνωστού μπλόγκερ Librofilo, ο οποίος, οργανώνοντας την ανάγνωση της «Μεγάλης Πλατείας» στη βιβλιοφιλική λέσχη την οποία διηύθυνε (απ’ τις γνωστότερες στη χώρα), συνειδητοποίησε πόσο δυσκολεύονταν τα (ενημερωμένα κατά τα άλλα) μέλη της να εκτιμήσουν την αξία του Νίκου Μπακόλα. Πώς μπορούμε λοιπόν να κάνουμε λόγο για «αριστουργήματα» με τόση ευκολία, όταν πολλά από τα έργα αυτά αντιμετωπίζουν προβλήματα στην πρόσληψή τους από το εγχώριο κοινό, τριάντα, σαράντα ή πενήντα μόλις χρόνια από την πρώτη έκδοσή τους;

Η έννοια του «κλασικού» ή του «αριστουργήματος» δεν μπορεί να προκύψει μονάχα από τις σελίδες της κριτικής και της πανεπιστημιακής αίθουσας. Χρειάζεται πάνω απ’ όλα να εμβαπτιστεί στη διαχρονική αγάπη του κοινού, και γι’ αυτό απαραίτητη είναι η παιδεία, η περίληψη του εθνικού κανόνα στο σχολικό πρόγραμμα σπουδών, όσο και η στήριξή του από τον εκδοτικό και τον βιβλιοπωλικό χώρο, με αλλεπάλληλες εκδόσεις, διαθέσιμες, εύχρηστες και οικονομικές. (Δεν είναι τυχαίο ότι στον αγγλοσαξονικό κόσμο, τα μεγαλύτερα τμήματα των βιβλιοπωλείων είναι πάντα εκείνα των κλασικών εκδόσεων. Πρώτα θα έρθει σε επαφή το βλέμμα του επίδοξου αγοραστή με τον Ουόλπολ και τον Τρόλοπ, και έπειτα θα αναζητήσει την Τζ. Κ. Ρόουλινγκ και τον Στίβεν Κινγκ.) Ούτε γίνεται ο ιστορικός κορμός της λογοτεχνίας μας να είναι έρμαιο της μόδας ή των πρόσκαιρων προτιμήσεων. Αποτέλεσμα, βέβαια, όλων των παραπάνω, είναι ότι ο λεγόμενος «εθνικός κανόνας» μοιάζει εν τέλει να στηρίζεται σε πήλινα πόδια, και δύσκολα θα πειστεί ο οποιοσδήποτε (ακόμα και καλόπιστος) ξένος ενδιαφερόμενος να επενδύσει εκδοτικά σ’ αυτόν.

(Εδώ μια μικρή παρέκβαση, σχετικά με το ζήτημα της θεματολογίας. Αντιλαμβάνομαι ότι η «καταλογάδην» παράθεση πεζογραφικών θεμάτων από πλευράς μου ίσως να υπήρξε άκομψη και αφοριστική. Άλλωστε συμφωνώ κι εγώ με τη βασική αρχή ότι ο συγγραφέας είναι που «φτιάχνει» το θέμα του και όχι το αντίστροφο. Εντούτοις υπάρχουν περιπτώσεις όπου το θέμα είναι τόσο πολυχρησιμοποιημένο, αγγίζοντας σχεδόν την ευκολία ενός «πασπαρτού», που περίπου «φωνάζει» ότι από πίσω λείπει η βάσανος της πρωτότυπης δημιουργίας. Και όταν λέω «βάσανος» δεν εννοώ μονάχα τη λεξιλογική και εκφραστική φροντίδα -αυτά άλλωστε περισσεύουν στη χώρα μας, όπου κάμποσοι συγγραφείς φιλοτεχνούν με ευκολία μικρά γλωσσικά κομψοτεχνήματα, σαν βυζαντινοί μινιατουρίστες- όσο την απάντηση στο θεμελιώδες και κρίσιμο ερώτημα «ποιος είμαι, πού ζω, και τι θέλω να πω». Με άλλα λόγια, και για να γίνω πιο συγκεκριμένος, το ιστορικό μυθιστόρημα έχει αξία αν ανατρέπει κατά τι την εικόνα μας για τον εαυτό μας και για τον κόσμο μας. Αν, αντιθέτως, απλά ανακυκλώνει τις «πιστοποιημένες» πληροφορίες της «Ιστορίας του Ελληνικού Έθνους», επιβεβαιώνοντας σε γενικές γραμμές το αυτοείδωλό μας, όσο επιδέξια και αισθαντικά κι αν το κάνει, είναι αναπόφευκτα κοινότοπο, ακίνδυνο και τελικά εξ υπαρχής ξεπερασμένο.)

Στο σημείο αυτό έρχομαι και στην επιχειρηματολογία του Αλέξη Πανσέληνου, τον οποίο προσωπικά αντιλαμβάνομαι ως ένα σπάνιο (και ίσως μοναδικής αξίας) πρότυπο στη σχέση μου με την μυθιστοριογραφία. Από πολύ νέος τον μελετώ πιστά (ελπίζοντας να μην τον αντιγράφω) και η πορεία του έχει υπάρξει για μένα πολύτιμο δίδαγμα του τι μπορεί να πετύχει κανείς αν έχει διαρκές όραμα και θηριώδες τάλαντο. Ωστόσο διαφωνώ με τη βασική του θέση, που είναι αφενός ότι η διεθνής πεζογραφία ενδεχομένως να είναι χειρότερη της ελληνικής, και αφετέρου ότι τα ελληνικά πεζογραφήματα δεν είναι εξίσου διαδεδομένα στο εξωτερικό κυρίως λόγω της έλλειψης κρατικής στήριξης. Αναφορικά με το πρώτο, θεωρώ ότι ισχύουν δύο τινά: αφενός αναγνωρίζουμε όλοι την αξία της κλασικής δυτικής μυθιστοριογραφίας (από την οποία άλλωστε μάθαμε άπαντες τα πρώτα μας «γράμματα») που έχει βρει ακλόνητη θέση στην ιστορία του πνεύματος, περίπου όπως συμβαίνει με τον Όμηρο και τους αρχαίους κλασικούς. Εκεί δεν χωρούν συγκρίσεις. Ντοστογιέφσκι, Κάφκα και Προυστ δεν ξαναγίνονται – δεν τίθεται θέμα καμίας «σχετικιστικής» αντιμετώπισης. Αφετέρου, αναφορικά με τους σύγχρονους, δεν είναι εύκολο να αποδυθούμε σε συνολικές αποτιμήσεις (είναι άλλωστε ακόμα νωρίς) πέραν εκείνων που μας προσφέρουν τα διαθέσιμα εμπειρικά εργαλεία, που είναι αυτά της αποδοχής από το κοινό (διεθνές και εγχώριο) και την κριτική (παρομοίως). Οποιαδήποτε άλλη στάθμιση, εκτός αυτών των σταθερών, θα φάνταζε ως προϊόν ενός άκρατου σολιψισμού ή μιας εθελούσιας υποχώρησης προς τον απομονωτισμό. Συμφωνώ απόλυτα ότι υπάρχουν πλείστες διεθνείς «φούσκες» που μας πλασάρονται λυσσαλέα, και ότι αρκετά δικά μας έργα είναι σαφώς ανώτερα απ’ αυτές · ωστόσο καλά πλασαρισμένες φούσκες κυκλοφορούν παντού – συχνότατα δε και παρ’ ημίν. Η αναφορά εντούτοις στην υπερπροβολή των μέτριων βιβλίων, για να δικαιολογηθεί η δική μας αφάνεια, συνιστά, κατά την ταπεινή μου γνώμη, ηττοπαθή λογική, λογική ψυχολογικού άλλοθι με στόχο την αφομοίωση της υστέρησης. Επιπλέον, δεν αποδέχομαι τη θέση ότι η πεζογραφία είναι δύσκολο να μεταφραστεί, και ότι η ουσία της, η απόλαυσή της στο ακέραιο παραμένει κατά βάθος μια εθνική, εντόπια υπόθεση. Ο βαθμός αναγνωστικής ηδονής που έχω αντλήσει από τόσα και τόσα ξένα πεζογραφήματα, συνηγορεί αποφασιστικά σ’ αυτό. Τίποτα δεν έχει να ζηλέψει, κατ’ εμέ, ένας μεταφρασμένος Χένρι Τζέιμς, από έναν εγχώριο, αδιαμεσολάβητο Βιζυηνό – το ρίγος που μας μεταδίδουν είναι εξίσου αισθητό και έντονο.

Δεν υπάρχει κοινωνία στον κόσμο που ζούμε, πρέπει να επαναλάβω, που να μην επιθυμεί το άνοιγμα πέραν των συνόρων της. Είναι μια απόλυτα φυσική και εύλογη ανθρώπινη τάση. Εξάλλου, για να απαντήσω και στο ερώτημα «με πόση διεθνή επιτυχία θα ήμασταν ικανοποιημένοι», θα συμφωνήσω ότι διαφορετικής εμβέλειας είναι η αγγλοσαξονική άβυσσος, η γαλλογερμανική δεξαμενή, και τέλος η βαλκανική γούρνα. Ωστόσο, μιας και σε καμία «πίστα» εξ αυτών δεν έχουμε ως τώρα διακριθεί, οποιαδήποτε εκ των τριών θα ήταν ευπρόσδεκτη. Συντάσσομαι λοιπόν απόλυτα με τις εξαιρετικά εύστοχες παρατηρήσεις του ποιητή Δημήτρη Αγγελή, τόσο σχετικά με τη σημασία της εξωστρέφειας για την εκάστοτε εθνική κουλτούρα, όσο και με τα επιμέρους βήματα που οφείλουν να γίνουν, αναφορικά με την ποσοτική έρευνα αλλά και την διοικητική οργάνωση της προβολής της λογοτεχνίας μας. (Ωστόσο, σε μια χώρα όπου η τέχνη και ο πολιτισμός αντιμετωπίζονται περίπου ως «προσωπικό βίτσιο» όσων τα ασκούν, όπου κανείς δεν βιοπορίζεται απ’ τη λογοτεχνία -το τονίζω, γιατί έχει μεγάλη σημασία: απολύτως κανείς, πέραν των παραγωγών βιομηχανοποιημένων ευπώλητων- και όπου τα πάντα καλύπτει ο κουρνιαχτός μιας γενικευμένης κοινωνικής αδιαφορίας, αναρωτιέμαι για το βαθμό εφαρμοσιμότητας των ιδεών αυτών. Οι κρατικές πολιτικές εκπονούνται όταν υπάρχει ένα ελάχιστο συλλογικό αίτημα για κάτι τέτοιο, ή όταν οι διοικούντες αποδεικνύονται εμπνευσμένοι οραματιστές · σε μια τόσο μικρή αγορά, με ένα αναγνωστικό κοινό υποπολλαπλάσιο του αναλογικού ευρωπαϊκού μέσου όρου, είναι πρακτικά αδύνατο να ελπίζει κανείς σ’ αυτό, ιδίως όταν το επίσημο κράτος έχει αποδείξει τη διαχρονική τυφλότητά του προς οποιαδήποτε πολιτισμική έκφραση δεν αφορά την αρχαιολογία.)

Προσωπικά, βέβαια, θα μου επιτραπεί να αμφισβητήσω και το επιχείρημα ότι η λογοτεχνία μας δεν «πήρε ποτέ την ευκαιρία που της άξιζε στο εξωτερικό». Αντιθέτως, αν δει κανείς τις πρόσφατες δεκαετίες, πολλά σημαντικά έργα που η εγχώρια κριτική προέκρινε κατά καιρούς ως κορυφαία, έχουν μεταφραστεί, και μάλιστα σε αρκετές γλώσσες. (Η φιλότιμη και λεπτομερής καταγραφή του Χρήστου Τσιάμη από τη Νέα Υόρκη ήταν ενδεικτική ως προς αυτό. Στη Γαλλία και τη Γερμανία, ο απολογισμός των μεταφράσεων θα ήταν αισθητά μακροσκελέστερος.) Κανένα τους ωστόσο δεν άντεξε πραγματικά στον ανταγωνισμό, ξεπερνώντας την πρώτη έκδοση. (Εξαίρεση, φυσικά, Καβάφης και Καζαντζάκης, μαζί με Μάρκαρη, εσχάτως.) Αυτό είναι για μένα το πρόβλημα, και ταυτόχρονα το διακύβευμα – η πλέρια αναγνώριση, η αντοχή και η διάρκεια, και όχι απλά η συμπερίληψη σε έναν ευκαιριακό εκδοτικό κατάλογο. Ναι, συμφωνώ ότι απουσιάζουν καίρια η προβολή και η διαφήμιση, ιδίως σε μια εποχή όπου η επίσημη κριτική έχει παγκοσμίως υποχωρήσει και τη θέση της παίρνει ολοένα και πιο πολύ η (συχνά έμπλεη συμφερόντων) βιβλιοπαρουσίαση, μαζί με τη μηδενιστική παρέλαση «αστεριών». Αλλά αυτό δύσκολα θα γίνει από «αρμόδιους εθνικούς παράγοντες» – είδαμε τι συνέβη στην περίπτωση της Φρανκφούρτης. Στο παράδειγμα, ας πούμε, του Κανταρέ, το σημαντικό κατ’ εμέ δεν είναι ότι προωθήθηκε σε τρεις μεγάλες ευρωπαϊκές γλώσσες απ’ τις (αστείες από πλευράς πολιτικής επιρροής) υπηρεσίες του καθεστώτος Χότζα, αλλά ότι είχε ως συγγραφέας τόση απρόσμενη δύναμη, τέτοια αυτοφυή αξία, ώστε οι αποδέκτες των φακέλων και οι αναγνώστες αργότερα να βιώσουν ένα ευχάριστο σοκ, μιλώντας σχεδόν αμέσως για τον «Μπόρχες των Βαλκανίων». Κανένας άλλος αλβανός συγγραφέας δεν κατάφερε να τον ακολουθήσει, αν υποτεθεί ότι η… ικανότητα των γραφειοκρατών του Χότζα ήταν αυτή που είχε καταφέρει να του ανοίξει το δρόμο.

Δυστυχώς ή ευτυχώς, οι εκδότες του εξωτερικού ακολουθούν με θρησκευτική ευλάβεια αμείλικτα εμπορικά κριτήρια – όλη τους η ύπαρξη εξαρτάται απ’ αυτό, στο χώρο του βιβλίου που πλέον χρηματοποιείται σχεδόν απόλυτα, υποκύπτοντας, φευ, όπως και εκείνος του κινηματογράφου και των υπόλοιπων τεχνών, στη θέαση της καλλιτεχνικής δημιουργίας ως απλού «περιεχομένου» (content), δίχως καμία ιδιαίτερη πνευματική υπεραξία. Βρισκόμαστε, καιρό τώρα, στην εποχή που είχε προφητεύσει από αιώνος ο Βάλτερ Μπένγιαμιν, της πλήρους απομάγευσης δηλαδή της τέχνης και της αποκαθήλωσής της από εκείνο που λογιζόταν παλιότερα, ως κορωνίδα δηλαδή του πολιτισμού. Σήμερα, θα μπορούσαμε να πούμε, αυτή η ιεράρχηση (όπως και κάθε άνωθεν ιεράρχηση, ενδεχομένως) θεωρείται ντεμοντέ και εκ του πονηρού: με τα τρέχοντα κριτήρια, ένας ευφάνταστος σεφ δεν υστερεί καθόλου σε δημιουργικότητα σε σχέση με έναν ποιητή (για να μην μιλήσουμε για την κοινωνική προβολή του πρώτου, έναντι της οποίας ο δεύτερος θα φάνταζε «φτωχός συγγενής»). Ως αποτέλεσμα ενός τέτοιου κλίματος, η προώθηση του βιβλίου στις μεγάλες αγορές του εξωτερικού συναρτάται πάντα με ένα συνδυασμό αδήριτων υπολογισμών μάρκετινγκ (συνέργειες ατζέντηδων, εκδοτών, διαφημιστών, κ.λπ.) αλλά επίσης και με την εκτίμηση του γενικότερου δυναμικού επιρροής και διείσδυσης που φέρει η κάθε χώρα, η κάθε μειονότητα (αφού ζούμε στον αστερισμό των ‘identity politics’) και φυσικά ο εκάστοτε γραφιάς προσωπικά. (Και, επίσης, ίσως να είναι εν τέλει και θέμα… DNA: Πάντοτε αναρωτιόμουν πώς γίνεται η Ιαπωνία να έχει μια τόσο αμείωτη παραγωγή παγκόσμιας εμβέλειας συγγραφέων, τη στιγμή που η γειτονική της Κίνα, με τον εικοσαπλάσιο πληθυσμό, δεν διαθέτει καν πεζογραφικό πρόσωπο.)

Καταλήγοντας, και για να μην γίνω (ακόμα πιο) βαρετός: Ο εγγραμματισμός στη χώρα μας είναι πια σχεδόν καθολικός. Άρτια, αξιόλογα βιβλία γράφονται πλέον από αρκετό κόσμο στην Ελλάδα. Κάποια απ’ αυτά μεταφράζονται, κάποια όχι. Θα συμφωνήσω ότι χρειάζεται να γίνει πολύ πιο αποτελεσματική δουλειά στον τομέα της προβολής και της κρατικής υποστήριξης. Ωστόσο, σε κάθε περίπτωση, λείπει εκείνος ο σπάνιος «μονόκερως» (για να δανειστώ την αγοραία γλώσσα των ‘startups’) που θα κατορθώσει να σχίσει το παραπέτασμα της διεθνούς άγνοιας και της νομοτελειακής λησμοσύνης, με τη «μαγκιά» του και με την αναμφισβήτητη αξία του. Η μόνη συνταγή, η μόνη μέθοδος για να το καταφέρουμε αυτό, είναι -και το πιστεύω ολόψυχα- να ανασκουμπωθούμε και «να γράψουμε καλύτερα». Άλλωστε δε νομίζω να έχει κανείς αντίρρηση για κάτι τέτοιο – η διαρκής βελτίωση είναι το βασικό μας χρέος σε τούτο το δύσκολο, μυστήριο και φευγαλέο αντικείμενο που επιλέξαμε, μια αποστολή που οφείλουμε να την υπηρετούμε παντού και πάντα, ενάντια σ’ όλα, ενάντια ακόμα και στην ανίκητη αδιαφορία του σύμπαντος γι’ αυτό που κάνουμε.

Σ’ αυτό ελπίζει να συμβάλει, θεωρώ, και η πρόσφατη αρθρογραφία όλων ημών στον εξαιρετικά φιλόξενο «Αναγνώστη».

Προηγούμενο άρθροΜικρά κριτικά: Όταν ο κόσμος έρχεται κοντά  (της Μαρίζας Ντεκάστρο)
Επόμενο άρθροΣυζήτηση: Περί πολιτιστικής (κρατικής) πολιτικής (της Άννας Αφεντουλίδου)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ