| από τον Βαγγέλη Χατζηβασιλείου.
Περιδιάβαση του καλοκαιριού μέσα από τον Αναγνώστη με δέκα βιβλία για τα οποία έχω γράψει στο Βήμα της Κυριακής, στο Αθηναϊκό Πρακτορείο Ειδήσεων και στο δελτίο ενημέρωσης ΚReport. Βιβλία που ενδεχομένως δεν προτείνονται ακριβώς για διακοπές και δεν είναι, τουλάχιστον μερικά εξ αυτών, πολύ πρόσφατα.
ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΔΟΞΙΑΔΗΣ.
Ο Γαλανόσκυλος, εκδόσεις Ψυχογιός, αναλαμβάνει να συστεγάσει πληθώρα στοιχείων σε μια ετερόδοξη σύνθεση η οποία θα βάλει στο κέντρο της προβληματικής της το πώς χτίζεται και το πώς αρθρώνεται η ταυτότητα του συγγραφέα σε σχέση με τα βαθύτερα ζητούμενα της ύπαρξής του. Ο Δώρης Καλούσης, αναγνωρισμένος συγγραφέας του μεταπολεμικού ελληνικού λογοτεχνικού κανόνα, παγιδεύεται, ενόσω πασχίζει να γράψει, σε ένα δευτεροκλασάτο μυθιστόρημα για την εποχή της Κατοχής με θέμα το γύρισμα μιας ταινίας για την Ορέστεια του Αισχύλου ως πρώιμο και εντέλει σοφό ύμνο προς τον Φύρερ. Η εισβολή της μιας μυθιστορηματικής πραγματικότητας στην άλλη θα σηματοδοτήσει το εύθραυστο της αλήθειας, θα υποδείξει την παλινδρομική σύμπλεξη του παροντικού με τον τετελεσμένο χρόνο, θα παραπέμψει στον νεοελληνικό τραγέλαφο των αρχαίων προγόνων μα και στη διάσταση του απολλώνιου με το διονυσιακό, μεταξύ της λογικής και του πάθους, της τάξης και του χάους, που απασχολεί τον Δοξιάδη ως καλλιτέχνη, θα ανακινήσει τον Καραγάτση μα και τον Μπουλγκάκοφ με τις ταχυδακτυλουργίες τους ή τον Τόμας Μαν μα και τον Τζακ Λόντον με τους ετεροβαρείς, αν μη τι άλλο, σκύλους τους.
ΕΡΣΗ ΣΩΤΗΡΟΠΟΎΛΟΥ.
Με την εξαιρετικά σύντομη πλην υψηλής πύκνωσης νουβέλα της Σενιορίτα, εκδόσεις Πατάκη, η Έρση Σωτηροπούλου θα ταξιδέψει στο Μεξικό, με το οποίο έχει τιτλοφορήσει ένα παλαιότερο βιβλίο της. Κοιτάζουμε την ηρωίδα, αποκτώντας το άστατο, πανικόβλητο, οργίλο και εξεγερμένο της βλέμμα, να συμμετέχει στη Γιορτή των Νεκρών, να μπερδεύεται με σαμάνους και με επαίτες, να παρακολουθεί δυο γυναίκες σε δημόσια ερωτική περίπτυξη, να διστάζει να περάσει διαβάσεις και να καταλήγει εν πλήρη συγχύσει σε ένα νυχτερινό μαγαζί, χωρίς να ξέρει καν πώς κατόρθωσε να φτάσει μέχρι εκεί. Και δεν πρόκειται μόνο για τους καρναβαλικούς δρόμους στους οποίους η πρωταγωνίστρια πορεύεται από την πρώτη μέχρι και την τελευταία στιγμή, για τα βρόμικα χρώματα τα οποία βάφουν όλους τους χώρους και κάθε ανθρώπινη φιγούρα, για την εμετική διάθεση που αποπνέουν τα πάντα, αλλά και για το αναποδογύρισμα, σε ένα καρναβάλι νεκρικών πομπών, της ιατρικής εξουσίας, που από φύλακας και εγγυητής της αντιμετώπισης του καρκίνου (ο χαμένος άντρας τον οποίο θρηνεί η Σενιορίτα πέθανε από καρκίνο) θα γελοιοποιηθεί ως θίασος ασχετοσύνης, ανικανότητας και αδιαφορίας ενώ η ίδια η ασθένεια θα μεταμορφωθεί σε σπασμωδική και ταυτοχρόνως θλιβερή αν όχι και βδελυρή οντότητα, ταυτισμένη μόνο με το θανατηφόρο κενό, που δεν είναι καν σε θέση να τρομάξει. Η Σωτηροπούλου πιάνει να κατασκευάσει από την αρχή τη γραφή της, όχι πια για να ανατρέψει, για να εξοργίσει ή για να προκαλέσει μα για να βγάλει τη γλώσσα σε ένα νόημα το οποίο δεν έχει τη δύναμη να συγκροτηθεί. Όσο για την ίδια τη γλώσσα, δεν επιζητεί καν να μετασχηματιστεί σε πάσχον σώμα – αρκεί να διαμελίσει και να κάψει τα απατηλά λόγια του πένθους. Και ίσως από τη στάχτη να προκύψει εντέλει κάτι πέρα από απλή ανακύκλωση. Η ζωντανή, μάλλον η ζώσα λογοτεχνία.
ΕΛΕΝΗ ΣΤΕΛΛΑΤΟΥ.
Τι ακριβώς είναι το μυθιστόρημα της Ελένης Στελλάτου Ο καιρός των κρυστάλλων, εκδόσεις Πόλις; Με πλοκή που διαδραματίζεται μάλλον σε έναν ψυχρό πλην παραθαλάσσιο τόπο της Ευρώπης. Κάπου στις αρχές του 20ου αιώνα (τα ονόματα των ηρώων προδίδουν μολοντούτο μια λατινογενή μείξη ενώ το κλίμα και ο ιστορικός χρόνος συνάγονται από τις δυσμενείς καιρικές συνθήκες και από τις περιορισμένες τεχνολογικές δυνατότητες του καθημερινού περιβάλλοντος), η Στελλάτου θα ξετυλίξει την περιπέτεια και μαζί το δράμα μιας παράξενης επιδημίας, η οποία πρώτα μετατρέπει τους ανθρώπους σε κρυστάλλους και κατόπιν θρυμματίζει το σαν παγωμένο γυαλί κορμί τους μέχρι να το αφανίσει από προσώπου γης. Μπορεί η επιδημία να παραπέμπει στη νωπή ακόμη παγκόσμια υγειονομική κρίση ή και στους πολύ πρόσφατους φόβους για έναν καινούργιο ιό, όμως η μυθιστορηματική αφήγηση αποφεύγει, όπως το είδαμε κιόλας, να εστιαστεί σε συγκεκριμένο τόπο και σε συγκεκριμένη εποχή, υιοθετώντας μια αόριστη, παλαιικού τύπου χρονική πατίνα, που μιλώντας μόνο για ένα σχετικά πρόσφατο παρελθόν, μοιάζει να θέλει να αναδείξει, πέρα από την παγκοσμιότητα, τη γενική, συμβολική διάσταση των ανθρωπίνων μακριά από την απτή κοινωνική, κοινωνιολογική, οικονομική και υγειονομική προβολή τους. Κι αν πάμε στην επιστημονική φαντασία και στη δυστοπία; Σύμφωνοι, το μυθιστόρημα της Στελλάτου τσιμπάει κάτι από την επιστημονική φαντασία με την ανήκουστη επιδημία του και συνομιλεί σε ένα επίπεδο με τη δυστοπία εξαιτίας των σκηνών συλλογικής απώλειας και συλλογικού πένθους σε μια κλυδωνιζόμενη κοινωνία μα δεν φτάνει ποτέ σε έναν τεχνολογικό ορυμαγδό ή σε μια μαζική εξολόθρευση. Μήπως εντούτοις η Στελλάτου έχει ως στόχο της να συσχετίσει την επιδημία με μια κρίση των κοινωνικών, των ηθικών, των θρησκευτικών και των πολιτισμικών αξιών, επικεντρώνοντας σε δυαδικές αντιθέσεις, όπως ο κόσμος των προκαταλήψεων και της μαγείας απέναντι στον κόσμο της επιστήμης και της λογικής διακρίβωσης , το βάρος της ευθύνης απέναντι στη δημαγωγία, η σημασία του ιερού και του μεταφυσικού απέναντι στο εγκόσμιο και στο πραγματικό και η προτεραιότητα του έρωτα απέναντι στην απειλή του θανάτου; Η συγγραφέας θα υποβάλει όντως, με τον έναν ή με τον άλλο τρόπο, όλα τα προηγούμενα ερωτήματα πλην δεν θα τα απαντήσει ούτε με κορυφώσεις της αρνητικής αλληλεπίδρασης μεταξύ των αντίπαλων πόλων ούτε με μεγέθυνση της έντασης των διμερών συγκρούσεων. Νομίζω πως εκείνο που πρωτίστως επιχειρεί η Στελλάτου, κι ας λάβουμε εν προκειμένω υπόψη τους ηθελημένα αργούς ρυθμούς ως προς την ανάπτυξη της ιστορίας της, είναι να αγγίξει καθορισμένα αφηγηματικά είδη, από το κοινωνικοπολιτικό μυθιστόρημα, την επιστημονική φαντασία, τη δυστοπία, τη μελλοντολογία και την εσχατολογία μέχρι και το μυθιστόρημα ηθικών διλημμάτων, χωρίς να εγκλωβιστεί στα στεγανά τους.
ΑΧΙΛΛΕΑΣ ΙΙΙ.
Παιχνίδια με το καθιερωμένο λεξιλόγιο και παραγωγή αμέτρητων ετερόδοξων ή και καθαρώς ειρωνικών νεολογισμών, πύργοι με ευφυολογήματα, συμπόρευση με τον Ρεϊμόν Κενώ, με τον λετρισμό, με τον υπερρεαλισμό, αλλά και με τις εικαστικές τέχνες (πρωτίστως με τη φωτογραφία), υποχωρούν στη συλλογή διηγημάτων του Αχιλλέα ΙΙΙ Απέξω, εκδόσεις Ίκαρος, προς όφελος ενός άμεσου και δραστικά επικοινωνιακού λόγου ο οποίος συνομιλεί με τον ρεαλισμό. Ρεαλισμός που υπονομεύει παρόλα αυτά πλαγίως την ταυτότητα της επαγωγικής ακολουθίας του. Με θέμα τη ζωή και την τύχη των αστέγων εντός του πυκνού αστικού δικτύου, ο Αχιλλέας ΙΙΙ θα εξυφάνει μια σειρά διηγημάτων-επεισοδίων που θα υποδείξουν, κυρίως θα πλάσουν, τους δεσμούς αποκόλλησης και συνάμα απρόκλητης εισβολής και αναπάντεχης εισδοχής τους στον κόσμο των ποικιλοτρόπως τακτοποιημένων. Μη φανταστούμε εδώ μελοδραματικές αντιθέσεις και κοινωνικούς ή ιδεολογικούς μανιχαϊσμούς γιατί είμαστε πολύ μακριά από την εποχή της οικονομικής κρίσης και των αλλεπάλληλων πεζογραφικών καταγγελιών. Οι άστεγοι, άλλωστε, του Αχιλλέα ΙΙΙ κινούνται από την Ευρώπη μέχρι και τη Βραζιλία, αποτυπώνοντας τη δύστηνη μοίρα μιας ατομικής και συλλογικής ύπαρξης που αντί τα βουρκωμένα δάκρυα και η πικρή οργή να κατρακυλήσουν στα μάγουλα και να μπουκώσουν το στόμα της, θα διαβούν μέσα από το όνειρο, από το γκροτέσκο, από το παράξενο, από το υπερβατικό και το από το παράλογο αφενός για να τρομοκρατηθούν και να ποδοπατηθούν εντός των τειχών και αφετέρου για να προκαλέσουν δέος μα και έλξη και μαγεία και πανικό έξω από την επικράτειά τους. Ο πολύστροφος και πολυπλόκαμος ρεαλισμός των διηγημάτων του Αχιλλέα ΙΙΙ θα καταργήσει στην πραγματικότητα τον διαχωρισμό του εντός από το εκτός από το εκτός όχι για να επιφέρει μια ανακουφιστική σύμπνοια ούτε για διαιωνίσει μια οργανική αντιπαλότητα, αλλά για αναδείξει μια αναπόφευκτη αλληλοπεριχώρηση.
ΓΙΩΡΓΟΣ ΨΩΜΙΑΔΗΣ.
Τα έξι διηγήματα του Γιώργου Ψωμιάδη στην πρώτη πεζογραφική του εμφάνιση υπό τον τίτλο Η φωλιά, εκδόσεις Κίχλη, αποκαλύπτουν, έκαστο με τον τρόπο του, κόσμους άλλοτε τελειωμένους εκ των προτέρων, απροσδόκητα εγκιβωτισμένους και μη πορώδεις, υποταγμένους σε ένα είδος μελαγχολικής μοίρας από τον προορισμό της οποίας δεν διαφαίνεται κάποια λυτρωτική προοπτική διαφυγής, και άλλοτε επικράτειες ανοιχτές, υπό εύρεση και υπό δοκιμή, έτοιμες να πετάξουν με τα φτερά τους προς άγνωστες και πιθανόν πλήρεις υποσχέσεων κατευθύνσεις. Η μαστοριά, σε κάθε περίπτωση, της αφηγηματικής αρχιτεκτονικής, οι ως εξ ορισμού χαμηλοί τόνοι και οι ευφυείς λύσεις, είτε στο επίπεδο της πραγματικότητας είτε στο πεδίο του ονείρου και της φαντασίας, δεν προσδίδουν στα κομμάτια της συλλογής ούτε στενόχωρο κλίμα ούτε όμως και την οποιαδήποτε αισιόδοξη ή ελπιδοφόρα ατμόσφαιρα. |