Πέμπτη, 6 Αυγούστου, 2026
ΑΡΧΙΚΗ ΚΕΙΜΕΝΑ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΣ ΔΙΗΓΗΜΑΤΑ 2026 Το δέρμα της ερήμου (διήγημα της Ισμήνης Παφίτη)

Το δέρμα της ερήμου (διήγημα της Ισμήνης Παφίτη)

0
20
Το λεπροκομείο στη Χίο

 

Ισμήνη Παφίτη (*) 

 

17 Απριλίου 2020

Το όνομά μου είναι Σάχρα. Είμαι δεκαεννιά χρονών.

Αγαπώ το όνομά μου. Στη γλώσσα μας σημαίνει «έρημος». Θα μπορούσε να είναι και το όνομα της χώρας μου. Της χώρας που γεννήθηκα. Μιας χώρας που με έμαθε να ζω στη σιωπή.

Δεν ξέρω γιατί άρχισα να γράφω αυτό το ημερολόγιο. Δεν έχω ξαναγράψει ποτέ ημερολόγιο. Ίσως γράφω για να μην ξεχάσω ποια είμαι. Ίσως γράφω γιατί είμαι μόνη. Και γιατί φοβάμαι. Αν βάλω τους φόβους μου στο χαρτί, μπορεί να φοβηθούν το είδωλό τους και να φύγουν.

Είναι άνοιξη. Εδώ που μας έφεραν, η φύση γιορτάζει. Από το παράθυρο βλέπω ψηλά δέντρα –πεύκα τα λένε, μας είπαν. Χορεύουν όταν φυσάει ο άνεμος. Στη χώρα μου δεν είχαμε τέτοια. Εκεί κυβερνούσε ο ήλιος. Η γη είχε ραγίσει σαν ξερό ψωμί, οι ακακίες έγερναν από τη δίψα. Ο ουρανός λευκός, ο λαιμός στεγνός, το νερό λίγο και ο φόβος πολύς. Ένας φόβος που σου κόβει τα πόδια. Που σε παγώνει. Που σε καρφώνει στη γη σαν παλούκι – όπως εκείνα που κρατούν όρθιες τις καλύβες στην έρημο. Ο φόβος… Φοβάμαι τον φόβο.

  

18 Απριλίου 2020

 Με λένε Σάχρα. Θα το γράφω κάθε μέρα, για να μην το ξεχάσω ποτέ. Εκείνοι που με πήραν από το σπίτι μου, το άλλαξαν. Κι αυτό ήταν το λιγότερο.

Σάχρα σημαίνει «έρημος». Ή, «εκείνη που αντέχει στη σιωπή». Υπάρχουν έρημοι και «έρημοι». Κι εγώ γεννήθηκα για να αντέχω στη σιωπή.

Μας έφεραν εδώ πριν λίγες μέρες. Εμένα και καμιά πενηνταριά άλλους. Είπαν πως είμαστε «ευάλωτη ομάδα προσφύγων».

Το λεωφορείο που μας κουβάλησε μύριζε καπνό και σκόνη. Το ταξίδι από την πόλη ήταν μακρινό. «Θα μείνετε εδώ προσωρινά», μας είπαν. «Για την ασφάλειά σας».

Προσωρινά. Η έρημος δεν έχει ρίζες. Ούτε κι εγώ.

Δεν ήξερα κανέναν από τους άλλους. Όταν φτάσαμε, κάποιοι χωριανοί είχαν μαζευτεί έξω απ’ την πύλη. Μας κοιτούσαν χωρίς να μιλούν. Τα βλέμματά τους σκοτεινά. Κάποια παιδιά κρατούσαν πέτρες και τις ζύγιζαν στα χέρια. Μπροστά, άντρες με μαύρες μπλούζες κρατούσαν πινακίδες. Δεν ξέρω τι έγραφαν, δεν ξέρω τη γλώσσα των ντόπιων.

Οι εθελοντές που μας συνόδευαν κοίταζαν ο ένας τον άλλο ανήσυχοι, αμίλητοι. Μας είπαν στ’ αγγλικά να μη φοβόμαστε.

Ο φόβος… Τον κουβαλάω παντού. Με ακολουθεί σαν σκιά.

 

 

19 Απριλίου 2020

 «Το όνομά μου είναι Σάχρα», είπα στη Νατάσα, την πιο χαμογελαστή εθελόντρια. Μένει κι εκείνη μαζί μας. Μας έβαλε να καθίσουμε σε κύκλο και άρχισε να ρωτά έναν-έναν πώς μας λένε και από πού ερχόμαστε. Μας εξήγησε ότι μας έφεραν εδώ για το καλό μας. Για να μας φροντίσουν. Μας είπε ότι θα έρθουν και ψυχολόγοι, για να τους μιλήσουμε. Θα μας βοηθήσουν, είπε.

Μα τι να πω στους ψυχολόγους; Ντρέπομαι. Ντρέπομαι για όσα έγιναν. Ήμουν κοριτσάκι. Μου άλλαξαν το όνομα. Με έδιναν από ‘δω κι από ‘κει. Μετά βρέθηκε κάποιος που είπε πως θα με γλυτώσει. Ήθελε ανταλλάγματα. Κι ο βαρκάρης το ίδιο. Όλοι. Αλλά τότε δεν ήμουν εγώ. Ήμουν άλλη. Το όνομά μου το πήρα πίσω μόλις πάτησα σ’ αυτό το νησί.

Ντρέπομαι.

Αν με ρωτήσει ο ψυχολόγος, θα του δείξω το ημερολόγιό μου. Δεν θέλω να μιλάω πολύ. Τα λόγια μόνο μπελάδες φέρνουν.

 

 

20 Απριλίου 2020

 Είμαι η Σάχρα, καλημέρα! Σήμερα συνέβη κάτι παράξενο. Το κτίριο που μένουμε, παλιά -πολύ παλιά- ήταν σανατόριο. Είχα δει τη σκουριασμένη πινακίδα που κρεμόταν από τη σιδερένια πύλη όταν ήρθαμε, μα δεν είχα καταλάβει τι έγραφε. Η Νατάσα μού εξήγησε. Μου είπε πως εδώ έφερναν αρρώστους. Λεπρούς. Τους απομόνωναν από τους υπόλοιπους και προσπαθούσαν να τους γιατρέψουν.

«Όπως εμάς;» τη ρώτησα.

«Εσείς έχετε άλλες ιδιαιτερότητες, δεν έχετε κάποια μεταδοτική ασθένεια… Αλλά ναι, θα προσπαθήσουμε να σας κάνουμε να νιώσετε καλύτερα», μου απάντησε.

Δεν τα καταλαβαίνω πάντα όλα όσα λέει. Μα έχει καλή ψυχή. Το βλέμμα της είναι καθαρό.

Μου είπε ότι πολλοί από εκείνους πέθαναν εδώ. Της είπα πως έτσι εξηγούνται οι θόρυβοι που ακούω τη νύκτα. Οι τοίχοι ανασαίνουν. Με ρώτησε αν φοβάμαι.

«Τους νεκρούς δεν τους φοβάμαι», της είπα. «Μόνο τους ζωντανούς».

Το κτίριο είναι πολύ παλιό, πάνω από εκατό χρονών. Το πάτωμα είναι ξύλινο, κάθε σανίδι του τρίζει. Οι τοίχοι χοντροί, από πέτρα. Μέσα, η μπογιά έχει ξεφτίσει σε πολλά μέρη. Σαν δέρμα που ξεφλουδίζει. Τα παράθυρα έχουν σιδεριές. Όταν φυσάει ο άνεμος τη νύκτα, τ’ ακούω να σφυρίζουν. Όλα μυρίζουν παρελθόν. Δεν ήξερα ότι το παρελθόν έχει μυρωδιά. Κι όμως…έχει.

Στο δωμάτιο που μένω με τη Φατιμά και τη Ράνια, υπάρχει ένα παλιό ξύλινο ντουλάπι. Στο τελευταίο συρτάρι έβαλα τα πράγματά μου. Σήμερα που πήγα να πάρω κάτι, δεν άνοιγε με τίποτα. Τράβηξα, ξανατράβηξα… είχε κολλήσει. Έβαλα όλη μου τη δύναμη, τράβηξα ξανά, ξεκόλλησε και έπεσα ανάσκελα, με το συρτάρι ανάμεσα στα πόδια μου. Τόσο γέλιο, δεν ξέρω από πού βγήκε. Είχα ξεχάσει πως μπορώ να γελάω.

Η Ράνια, τι καλή που είναι η Ράνια, έτρεξε κοντά μου και με βοήθησε να σηκωθώ. Όταν πήγα να βάλω πίσω το συρτάρι, είδα στον πάτο του ντουλαπιού, κάτω από τα συρτάρια, κάτι σαν βιβλίο. Ήταν ένα παλιό, σκονισμένο τετράδιο. Με δερμάτινο εξώφυλλο δεμένο με σπάγκο.

Πάνω του χαραγμένα δύο γράμματα: «Ε.Χ.»

Δεν το άνοιξα ακόμη. Θα το δείξω στη Νατάσα.

 

 

21 Απριλίου 2020

 Είμαι η Σάχρα. Σήμερα η Νατάσα άρχισε να μου διαβάζει το ημερολόγιο που είχα βρει στο ντουλάπι. Ναι, είναι ένα ημερολόγιο! Ανήκε σε μια κοπέλα που έζησε εδώ το 1946. Ήταν λεπρή. Την έλεγαν Έλλη.

Μόλις έδειξα στη Νατάσα το τετράδιο, με ρώτησε πού το είχα βρει. Το ξεσκόνισε προσεχτικά και άρχισε αμέσως να γυρνά τις σελίδες. Όρθια. Δεν κάθισε ούτε στιγμή. Με ρώτησε αν ήθελα να μου το διαβάζει, να μου το μεταφράζει στα αγγλικά. Της είπα αμέσως ναι. Χάρηκα πολύ. Καθίσαμε στον μεγάλο χώρο με τους καναπέδες και ξεκίνησε. Ύστερα ήρθαν κι άλλοι και ακούγαμε όλοι μαζί.

 

10 Μαΐου 1946. Σανατόριο: Ημέρα 1

Με έφεραν τελικά στο Σανατόριο, επάνω στο βουνό. Μετρώ τις ώρες από τη στιγμή που μπήκα. Ίσως αν γράφω τις μέρες θα κυλούν πιο γρήγορα.

Είναι όμορφα εδώ. Τα δέντρα χορεύουν με τον άνεμο, το δάσος μυρίζει πεύκο, θυμάρι και ρίγανη. Το κτίριο είναι μεγάλο και ήσυχο. Έχει πολλούς ασθενείς, κάποιους τους γνωρίζω.

Έφερα μαζί μου και μια γλάστρα με βασιλικό. Την έβαλα στο παράθυρο, να τη μυρίζομαι και να θυμάμαι το σπίτι μου. Έφερα και τη φωτογραφία μας με τον Γιάννη.

Προσπαθώ να είμαι αισιόδοξη. Οι νοσοκόμες δείχνουν ευγενικές. Άρχισαν αμέσως τις ενέσεις, τις οποίες δεν συμπαθώ καθόλου! Μένω μόνη μου στο δωμάτιο, ευτυχώς έχω κι αυτό το τετράδιο για συντροφιά. Ο πατέρας μου πάντα μού έλεγε να αγαπώ τα γράμματα. Είχε δίκιο.

Κάποτε, όταν όλα αυτά περάσουν, θα το διαβάζω και θα γελάω. Θα το διαβάζουμε με τον Γιάννη και θα γελάμε.

Το μεσημέρι φάγαμε όλοι μαζί σε μια μεγάλη αίθουσα, καθισμένοι σε αποστάσεις. Μίλησα με μια κοπέλα της ηλικίας μου, κι εκείνη λίγο πάνω από είκοσι. Μένει στο διπλανό δωμάτιο. Είναι καιρό εδώ, με θυμόταν απ’ το χωριό. Δεν την αναγνώρισα στην αρχή, το πρόσωπό της έχει αλλοιωθεί από την αρρώστια. Δεν μπόρεσα να φάω όλο το φαγητό μου.

Τώρα θα πάω για θεραπεία. Αύριο πάλι.

 

22 Απριλίου 2020

 Σάχρα εδώ! Τι καλή που είναι η Νατάσα… Είπε πως θα μας διαβάζει μια σελίδα από το ημερολόγιο της Έλλης κάθε μέρα.

Σήμερα ήρθε κάποιος από το Υπουργείο. Μοίρασε οδηγίες: να μη βγαίνουμε έξω από την αυλή, τα παιδιά να μην ανεβαίνουν στα παράθυρα ούτε στα δέντρα, να μην κάνουν φασαρία, να μην φωνάζουν. Τα φώτα να σβήνουν στις εννιά.

Αυτός ο άνθρωπος μύριζε λεμόνι. Πάντα ζήλευα όσους μυρίζουν ωραία. Εμείς μυρίζουμε δρόμο κι αμπάρι.

«Στο καφενείο του χωριού έγινε συνέλευση», μας είπε η Νατάσα όταν έφυγε ο υπεύθυνος. Σε κάποιους δεν αρέσει η παρουσία μας εδώ. Λένε ότι δεν θα έρχονται οι τουρίστες, ότι θα τους φέρουμε αρρώστιες. Είπαν για μας και στις ειδήσεις. Ίσως τελικά δεν μείνουμε για πολύ εδώ.

Αναρωτιέμαι τι φοβούνται. Ποιον;… Ποιους από εμάς; Τον Ομάρ από τη Συρία; Που έχασε ένα πόδι κι ένα μάτι στον πόλεμο; Ή τη γυναίκα του τη Σάλμα που μπορεί να μιλήσει, μα δεν μιλά ποτέ;

Μήπως την Μπάσμα και τη Ράσια από την Παλαιστίνη; Έγκυες κι οι δύο, που έχασαν όλα τους τα παιδιά και τους άντρες τους στους βομβαρδισμούς; Τη Ράνια, από τον Λίβανο; Που την πουλούσαν, όπως εμένα; Τον Ετιέν από το Καμερούν – είκοσι δύο χρονών κι όμως τρέμει τη σκιά του, μιλά πάντα ψιθυριστά και τη νύχτα κάνει πάνω του; Ή την Αλίνα, από το Πακιστάν; Που έχασε όλη της την οικογένεια και την ακοή της και είναι μόλις δεκαέξι;

Τον Χασάν, τον Ιμπραχήμ, τον Καρίμ, τη Νουρ, τη Σολάνζ και τη Σαμίνα; Παιδιά λίγο πάνω από δέκα και δεν ξέρουν αν έχουν οικογένεια. Αν απέμεινε κανείς…

Πώς μπορούμε εμείς, κλαδιά που τα έσπασε ο άνεμος, να τους βλάψουμε;

Πώς;

 

 

20 Μαΐου 1946. Σανατόριο: Ημέρα 11

Σήμερα ήρθε ένας ιερέας. Δεν μπήκε μέσα στο δωμάτιο. Μας θυμιάτισε όλους πίσω από τις πόρτες. Στο τέλος μου είπε: «Ο Θεός μαζί σου» και έφυγε.

Ελπίζω να είναι μαζί μας ο Θεός, γιατί οι άνθρωποι μάς έχουν ξεχάσει. Οι γονείς και τα αδέρφια μου δεν ήρθαν να με δουν. Ντρέπονται. Θυμάμαι τι έλεγαν για τους λεπρούς, τότε που ήμουν ακόμη υγιής. Όμως τους συγχωρώ. Όταν τελειώσει όλο αυτό, θα τους αγκαλιάσω, θα σκουπίσω τα δάκρυα μετάνοιάς τους και θα τους συγχωρέσω κι από κοντά.

Δεν αντέχω τη μυρωδιά των φαρμάκων. Ευτυχώς ο βασιλικός μού προσφέρει λίγη παρηγοριά, πάω συνέχεια και τον μυρίζω.

Το δέρμα μου άρχισε να ξεβάφει, σε κάποια σημεία δεν έχω αίσθηση. Φοβάμαι μήπως αρχίσουν να πέφτουν τα δάκτυλά μου, όπως άκουγα να λέει ο κόσμος για τους λεπρούς, τότε που ήμουν καλά. Όταν το είπα στη Μαρία, την πιο παλιά νοσοκόμα εδώ μέσα, γέλασε. Μου είπε να προσέχω, γιατί αν δεν αισθάνομαι τα άκρα μου, μπορεί να καώ ή να κοπώ και να μην το καταλάβω.

Παναγία μου, σε παρακαλώ! Χρειάζομαι τα δάκτυλά μου. Τα χρειάζομαι για να γράφω! Ο Γιάννης ήρθε δυο-τρεις φορές να με δει, μα τώρα δεν τον αφήνουν πια.
Τον απειλούν, του λένε πως θα τον κολλήσω.

Καλύτερα να μην ξανάρθει. Δεν θα άντεχα να του κάνω κακό. Θα κάνω υπομονή. Όταν βγω από εδώ, θα παντρευτούμε. Θα διαβάζουμε αυτό το τετράδιο και θα γελάμε. Μέχρι τότε, θα του γράφω γράμματα. Θα του τα δίνουν άραγε;

Παναγία μου Μεγαλόχαρη, κάνε με καλά! Τον αγαπώ τόσο πολύ.

Η σκέψη του μου κόβει την ανάσα.

 

 

23 Απριλίου 2020

 Είμαι η Σάχρα. Το όνομά μου το έχουν μάθει όλοι. Καθόμαστε κάθε απόγευμα μαζί και η  Νατάσα μάς διαβάζει το ημερολόγιο της Έλλης. Έτσι, έχουμε και κάτι να περιμένουμε.

Σήμερα βγήκαμε στην αυλή να ξεριζώσουμε τα αγριόχορτα. Κάποιος είπε ότι θα ήταν ωραία αν φυτεύαμε λουλούδια και λαχανικά. Το βρήκα κι εγώ καλή ιδέα.

Τα παιδιά έφτιαξαν μια μπάλα από ρούχα και άρχισαν να την κλωτσούν. Ξαφνικά τους έφυγε στον δρόμο. Κάποια παιδιά του χωριού την είδαν κι άρχισαν να γελούν. Δεν την άγγιζαν. Την έσπρωχναν με τα πόδια, σαν να ήταν ψόφια γάτα. Έπειτα έφυγαν. Σε λίγο, ένα αγόρι γύρω στα δέκα, γύρισε πίσω. Κοίταξε δεξιά κι αριστερά, πήρε την μπάλα στα χέρια και την πέταξε ξανά μέσα στην αυλή μας. Ύστερα χάθηκε τρέχοντας.

Η Έλλη πρέπει να έβλεπε τα ίδια πεύκα που βλέπω κι εγώ από το παράθυρο του δωματίου.

Του δωματίου μας.

 

25 Μαΐου 1946. Σανατόριο: Ημέρα 16

 Η κοπέλα που έμενε στο διπλανό δωμάτιο πέθανε. Έκλαψα πολύ. Δεν την πήραν στο νεκροταφείο, την έθαψαν πίσω από το κτίριο, εκεί που είναι κι οι άλλοι. Εκεί όπου φυτρώνουν κυκλάμινα. Ούτε νεκρούς δεν μας θέλουν.

Ο Γιάννης δεν απάντησε σε κανένα γράμμα μου. Δεν ξέρω αν φτάνουν στα χέρια του. Μπορεί να τα παίρνουν και να τα καίνε, κανείς δεν μου λέει. Πάντως εγώ του γράφω, κι αυτό είναι μια παρηγοριά.

Τον αγαπώ, του το γράφω κάθε φορά. Θα τον αγαπώ για πάντα. Η αγάπη μου είναι πιο μεγάλη απ’ τη ζωή, πιο δυνατή απ’ τον θάνατο. Μόνο αυτή με κρατά ζωντανή. Όταν τον σκέφτομαι, θυμάμαι πως είμαι ακόμη άνθρωπος. Μακάρι να με αγαπάει κι εκείνος ακόμη, μα αν σταμάτησε, το καταλαβαίνω. Η αγάπη μου φτάνει και για τους δυο μας. Είναι περισσότερη απ’ όση χωράει μια ζωή.

Οι κηλίδες στο σώμα μου πλήθυναν, έχω γεμίσει. Τις σκεπάζω με μακριά ρούχα. Ιδρώνω. Δεν αντέχω να τις βλέπω. Δεν αντέχω να με βλέπω. Από το δεξί μάτι άρχισα να μη διακρίνω καλά. Η όσφρησή μου όμως ακόμη λειτουργεί. Όλα μυρίζουν στάχτη, φαινόλη, ιώδιο, μούχλα και θυμιατό. Κοιμάμαι με τον βασιλικό στο πλάι μου για να σκεπάζει τις μυρωδιές που μου φέρνουν εμετό.

Παναγία μου, βοήθησέ με. Βοήθησε όλους εδώ μέσα.

Και έχε καλά τον Γιάννη μου. Τον συγχωρώ.

 

 

24 Απριλίου 2020

 «Αυτή που αντέχει στη σιωπή» σημαίνει το όνομά μου, εκτός από «έρημος». Δεν θα μπορούσαν να μου δώσουν καλύτερο όνομα. Σαν να με όπλισαν με μια δύναμη από τη στιγμή που γεννήθηκα. Είμαι φτιαγμένη για να διασχίζω ερήμους.

Σήμερα κάποιοι πέταξαν πέτρες στα παράθυρα και άρχισαν να φωνάζουν. Τα παιδιά πήγαν και χώθηκαν κάτω απ’ τα κρεβάτια. Ο Ετιέν κατούρησε πάνω του κι άρχισε να κλαίει.

Δεν μας θέλουν εδώ. Δεν μας θέλουν.

Καμιά πατρίδα δεν μας χωρά. Περισσεύουμε από αυτή τη γη.

Γιατί Θεέ μου;

 

15 Ιουνίου 1946. Σανατόριο: Ημέρα 37

 Ο Γιάννης ήρθε να με δει. Κρυφά απ’ τους δικούς του.

Η Μαρία μού ψιθύρισε χθες το βράδυ να κατεβώ στην πύλη. Σκεπάστηκα όσο πιο καλά μπορούσα και πέταξα σαν άνεμος κοντά του.

Μόλις με αντίκρισε, άρχισε να κλαίει. Δεν μπορούσε να αρθρώσει λέξη. Τον ρώτησα αν πήρε τα γράμματά μου. Δεν ήξερε καν ότι του έστελνα. Μέσα στους λυγμούς του, μου είπε πως μ’ αγαπά. Θεέ μου, ήταν σαν να φύσηξε ζωή μέσα μου!

Κι όμως, άκουσα τον εαυτό μου να του λέει: «Κι εγώ… Κι εγώ σ’ αγαπώ. Η αγάπη μου έχει μεγαλώσει τόσο που δεν χωράει στην ψυχή μου. Σ’ αγαπώ τόσο… που πρέπει να σ’ αφήσω. Θέλω να παντρευτείς μια καλή γυναίκα. Να κάνετε παιδιά, να ευτυχήσεις… Μην ξανάρθεις να με δεις. Κάνε πως δεν με γνώρισες ποτέ, πως δεν υπήρξα ποτέ σ’ αυτή τη γη…». Τον παρακάλεσα, έπεσα στα γόνατα. Τον έβαλα να ορκιστεί. Μου είπε «Γιατί το κάνεις αυτό;» και έφυγε σαν κυνηγημένος.

Εγώ έμεινα εκεί για αιώνες, αναπνέοντας τον πόνο μου, κλαίγοντας χωρίς δάκρυα. Και μετά σηκώθηκα.

Έκανα το σωστό. Δεν έχω ψυχή πια… Μαράθηκε.

Όπως ο βασιλικός μου.

 

25 Απριλίου 2020

 «Σάχραααα!» φώναξε η μητέρα μου όταν ήρθαν οι άντρες με τα όπλα και τα μαύρα μαντήλια στο πρόσωπο. Σώπασε με μία σφαίρα.

Πρόλαβα να πάρω μαζί μου μια φωτογραφία της. Μικρή, ξεθωριασμένη. Την δίπλωσα τέσσερις φορές, για να χωράει στην παλάμη μου.

Οι άντρες με τα μαύρα μαντήλια έκλεψαν το όνομά μου. Το πήρα πίσω. Η θάλασσα με έφερε εδώ, μα η έρημος δεν μ’ αφήνει.

Λυπάμαι πολύ για την Έλλη. Όλοι λυπόμαστε.

Γιατί οι άνθρωποι να φοβούνται τους ανθρώπους; Γιατί να τους μισούν;

Αύριο θα διαβάσουμε την τελευταία σελίδα του ημερολογίου της. Η Νατάσα μάς είπε ότι είχε να γράψει σχεδόν έναν χρόνο. Μακάρι να έγινε καλά και να γύρισε σπίτι της. Μακάρι να βρήκε τον Γιάννη, να έκαναν παιδιά και να έζησαν μια ευτυχισμένη ζωή. Το εύχομαι με όλη μου την καρδιά.

  

11 Ιουνίου 1947. Σανατόριο: Ημέρα 398

 Αυτές τις λέξεις τις γράφει η Μαρία, η νοσοκόμα. Τις υπαγορεύω. Εγώ είμαι πολύ αδύναμη, τα δάχτυλά μου δεν τα αισθάνομαι καθόλου.

Δεν με φοβίζει πια ο θάνατος. Θα έρθει σαν λύτρωση. Είμαι έτοιμη.

Χθες ήρθε να με δει ο Γιάννης. Τον έφερε η γυναίκα του. Της είχαν μηνύσει ότι δεν μου απομένει πολύς καιρός. Μπήκε μόνος στο δωμάτιο, στάθηκε στην πόρτα κι έμεινε να με κοιτά. Του είπα πως τον ευχαριστώ που με άκουσε, που συνέχισε τη ζωή του. Πως είναι τυχερός που παντρεύτηκε την Αγνή, ότι του αξίζει να ζήσει και να ευτυχήσει. Και πως θα τον αγαπώ ως τον άλλο κόσμο, μα η μοίρα μου ήταν αυτή.

Πήγε να πλησιάσει, αλλά η Μαρία δεν τον άφησε. Πριν φύγει, νομίζω πως τον άκουσα να ψιθυρίζει «σ’ αγαπώ».

Δεν ξέρω αν το είπε στ’ αλήθεια. Εγώ πάντως θα το πάρω μαζί μου, θα το φοράω σαν δαχτυλίδι ως την αιωνιότητα.

Αν υπάρχει άλλη ζωή, ας με βρει εκεί.

Σας συγχωρώ όλους.

Θέλω να φύγω χωρίς τίποτα να με βαραίνει.

 

26 Απριλίου 2020

 Η Έλλη πέθανε λίγες μέρες μετά. Μας το είπε η Νατάσα. Είναι θαμμένη με τους υπόλοιπους λεπρούς, στο πίσω μέρος της αυλής, εκεί που φυτρώνουν τα κυκλάμινα. Βρήκε μια πέτρα με τα αρχικά της: «Ε.Χ.» Ξεσπάσαμε όλοι σε κλάματα. Η Ράνια δεν μπορούσε να αναπνεύσει απ’ τη λύπη. Είπαμε πως θα πάμε όλοι μαζί να γεμίσουμε τον τάφο της με βασιλικούς.

Και τότε, ένα γυαλί έσπασε στη βεράντα. Ύστερα, φωτιά. Όλοι άρχισαν να τρέχουν και να φωνάζουν. Πολλοί άνθρωποι είχαν μαζευτεί απ’ έξω. Η φωτιά απλώθηκε γρήγορα, μα σε λίγο ήρθαν οι πυροσβέστες. Μαζί με κάποιους κατοίκους κατάφεραν να τη σβήσουν.

Οι άνθρωποι φώναζαν διάφορα. Μας είπε η Νατάσα τι έλεγαν, τη ρωτήσαμε, θέλαμε να ξέρουμε. «Να τους πάρετε σπίτι σας!». «Δεν έχετε άδεια να τους βάλετε εδώ!». «Πάρτε τους αλλού!». Πιο πολύ φώναζαν οι νεαροί με τις μαύρες μπλούζες. Φοβηθήκαμε όλοι πάρα πολύ. Αγκαλιάζαμε τα παιδιά που έτρεμαν.

Ξαφνικά, η Νατάσα άρπαξε το ημερολόγιο της Έλλης και έτρεξε έξω. Τα μάτια της έκαιγαν σαν τη φωτιά που μόλις είχε σβήσει. Φώναζε, το κουνούσε ψηλά στον αέρα. Μια φωτογραφία γλίστρησε από μέσα, έτρεξα να τη μαζέψω. Ήταν η φωτογραφία της Έλλης και του Γιάννη… Η Νατάσα μιλούσε για ώρα, τους διάβαζε αποσπάσματα. Σιγά-σιγά, ο κόσμος άρχισε να σωπαίνει. Κάποιοι έσκυψαν το κεφάλι, άλλοι έκαναν τον σταυρό τους.
Μια ηλικιωμένη γυναίκα πλησίασε, άπλωσε τα χέρια και ζήτησε το ημερολόγιο.
Το κράτησε στην αγκαλιά της και άρχισε να κλαίει σιωπηλά. Το πήρε μαζί της.

Η Νατάσα ήρθε κοντά μου. Με ρώτησε αν την άφηνα να διαβάσει ένα ποίημα που είχα γράψει. Δεν μπορούσα να της πω όχι. Της έδωσα το άλλο μου τετράδιο και βγήκαμε ξανά έξω. Όσο διάβαζε, ο κόσμος ήταν σιωπηλός. Μόλις τέλειωσε, άρχισαν να διαλύονται.

Εκείνοι με τις μαύρες μπλούζες έμειναν ακίνητοι. Κάποιοι ηλικιωμένοι τους τράβηξαν μακριά. Έφυγαν.

Η γειτονιά ησύχασε.

 

Το ποίημα ήταν αυτό:

 

Το δέρμα της ερήμου

Θέλω να ζήσω σ’ έναν τόπο.

Να βγάλω ρίζες σαν πεύκο

και να χορεύω με τον άνεμο.

Μα είμαι πλασμένη για να διασχίζω ερήμους.

Να αντέχω στη σιωπή.

Η χώρα που με γέννησε δεν με ήθελε.

Με ανάγκασε να φύγω.

Να πάω πού;

Αν πατρίδα είναι εκεί που δεν φοβάσαι,

εγώ δεν έχω πατρίδα.

Ταξιδεύω χωρίς προορισμό.

Κανείς δεν με θέλει,

πουθενά δεν ανήκω.

Κάποιοι υπέφεραν εδώ πριν από μένα.

Το δέρμα τους, φλοιός άρρωστου δέντρου.

Το δέρμα φταίει για τα βάσανα του κόσμου.

Το δέρμα μας.

Μα κάτω απ’ αυτό,                                                                                                                    

δεν είμαστε όλοι ίδιοι;

Το αίμα μας δεν έχει ίδιο χρώμα;

Γδάρτε το.

Γδάρτε το, αν αίμα χρειάζεται να ποτιστούν οι ρίζες.

Ρίζες σαν πεύκου που χορεύει με τον άνεμο.

Σαν βασιλικού σε γλάστρα…

 

 

4 Ιουνίου 2020

 Έχουν περάσει μέρες. Μετά τα επεισόδια, όλοι εδώ μέσα είχαμε μουδιάσει.

Την άλλη μέρα όμως, κάτι άλλαξε.

Το πρωί, γυναίκες από το χωριό άφησαν στην πύλη γλάστρες με βασιλικό και δυόσμο. Το μεσημέρι, παιδιά έριξαν στην αυλή μας μια ολοκαίνουργια μπάλα.

Κι ως το απόγευμα, ήρθαν επισκέπτες: ο ιερέας, η δασκάλα και κάποιες γυναίκες. Έφεραν πράγματα για να μαγειρέψουμε όλοι μαζί. Αλεύρι, αυγά, βούτυρο, ζάχαρη, κανέλα, φρούτα…

«Είμαι η Σάχρα» τους είπα. Κι εκείνοι χαμογέλασαν.

Δεν ξέρω αν θα μείνουμε εδώ για πολύ. Δεν ξέρω με ποιους θα είμαι την επόμενη εβδομάδα.

Τη φωτογραφία που έπεσε από το ημερολόγιο -τη φωτογραφία της Έλλης και του Γιάννη που χαμογελούσαν ανυποψίαστοι- την κράτησα σφιχτά στην αγκαλιά μου και έκλαψα. Μόνη μου.

Ύστερα πήγα και την έθαψα κάτω από την πέτρα του τάφου της.

Όταν φύγω, θα πάρω μαζί μου τον ήχο του πεύκου όταν φυσά.

Το χαμόγελο της Νατάσας.

Τη γεύση της πίτας που ψήσαμε όλοι μαζί.

Τα γέλια των παιδιών μας.

Τη μυρωδιά του βασιλικού που αφήσαμε στον τάφο της Έλλης.

 

Και θα συνεχίσω να περπατάω την έρημό μου.

(*)H Ισμήνη Παφίτη είναι κύπρια συγγραφέας

Προηγούμενο άρθροΑπό τη λογοτεχνία της Μαύρης Ευρώπης στην ποιητική της τοπικής εμπειρίας (του Σπύρου Κακουριώτη)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ