Συζήτηση: Bon pour l’Orient (et le tourisme) {του Άρη Μαραγκόπουλου}

1
1232

 

του Άρη Μαραγκόπουλου

Φοβάμαι, καθώς ξαναπιάνουμε για πολλοστή φορά το θέμα της «εξωστρέφειας» της λογοτεχνίας μας,[1] ότι επανερχόμαστε σε μια συζήτηση εν πολλοίς ατελέσφορη: διότι απλώς αναθερμαίνονται καημοί και φιλοδοξίες δίχως να τίθεται κάποια νέα βάση πάνω στην οποία να μπορεί να συζητηθεί αποτελεσματικά αυτή η παλαιά, πλην θεμιτή ανάγκη.

Δοκιμάζω, επομένως, να επισημάνω τρεις συνθήκες που, κατά την ταπεινή μου γνώμη, οφείλει να λαμβάνει υπόψη η οποιαδήποτε σχετική συζήτηση.

Α. Η υπαρξιακή (συγγραφική) συνθήκη

Για ποιον ακριβώς λόγο ένας συγγραφέας που γράφει λογοτεχνία σε γλώσσα με μικρή διάδοση μπορεί να ενδιαφέρεται για την ανάγνωση του έργου του εκτός των γλωσσικών του συνόρων;

Ι. Επειδή ίσως νιώθει ασφυξία στα στενά όρια διάδοσης του έργου του σε μικρό αναγνωστικό κοινό, όπως παράδειγμα αυτό της Ελλάδας που, με τις πιο αισιόδοξες εκτιμήσεις, δεν υπερβαίνει τους καμιά δεκαριά χιλιάδες αναγνώστες – των οποίων, επιπλέον, η πλειονότητα χαρακτηρίζεται από μάλλον περιορισμένη αναγνωστική επάρκεια (γι’ αυτό και δύσκολα εκτείνεται πέρα από τις επιλογές των βραβείων σούπερ μάρκετ τύπου Public)

ΙΙ. Επειδή θεωρεί ότι το έργο του δεν κρίνεται / εκτιμάται όσο του αρμόζει στα στενά όρια της γλώσσας καταγωγής και άρα (υπερ)αισιοδοξεί ότι κολυμπώντας στην «αγγλοσαξωνική θάλασσα» ή εμβαπτιζόμενος στη «γαλλογερμανική δεξαμενή» θα μπορέσει να (συν)κριθεί με όρους ισοτιμίας προς τις ξένες εκδοτικές επιλογές και, άρα, συγκεντρώνει σοβαρές πιθανότητες να διακριθεί εκεί, να «ακουστεί» όπως λέμε – έστω και ως μοναχική μποτίλια στον ωκεανό των ξένων βιβλιοπωλείων.

ΙΙΙ. Επειδή ίσως προσδοκά, σε ένα ευρύτερο, αγοραίο πνεύμα (που αντανακλά τις κυρίαρχες διεθνείς επιλογές στην βιβλιοπαραγωγή, επιλογές που γνωρίζουν καλά όσοι επισκέπτονται εκθέσεις σε Φρανκφούρτες, Λονδίνα και Παρίσια) ότι αφού το έργο του «πουλάει» στην περιφερειακή βιβλιαγορά της χώρας μας το αυτό θα συμβεί σε πολλαπλάσιο βαθμό σ’ εκείνη της Εσπερίας (ή) και αλλαχού. Ο φιλόδοξος συγγραφέας που πιστεύει κάτι τέτοιο αντιπαρέρχεται την απλή λογική: για ποιο λόγο η Εσπερία να αγοράσει ένα ευπώλητο προϊόν / αντίγραφο αγοραίας διαλογής όταν έχει πλήθος πρωτότυπα στη δική της αγορά;

ΙV. Eπειδή, πιθανόν, και μόνον η ιδέα να μεταφραστεί εκτός των γλωσσικών συνόρων φαντασιώνει ότι του προσδίδει έναντι των αμετάφραστων συναδέλφων του ορισμένη προστιθέμενη αξία στο συμβολικό του κεφάλαιο – φαντασίωση που, με τη σειρά της, επίσης αντανακλά μια σκληρή πραγματικότητα: τη συμπλεγματική ψύχωση της όποιας πνευματικής περιφέρειας έναντι του πατερναλιστικού, κυρίαρχου ευρωπαϊκού κέντρου, μια ψύχωση που εκπορεύεται από το τραυματικό «εθνικό μικροπλαίσιο», αυτό που, εδώ και κάτι δεκαετίες, περιέγραψε πειστικά ο Κούντερα στις Προδομένες Διαθήκες.[2] Ο ίδιος ο Κούντερα έχει γνωρίσει από πρώτο χέρι τον εγκλωβισμό που υφίσταται μια λογοτεχνία βασισμένη σε γλώσσα μικρής εμβέλειας: Οι πάντες, από τους ντόπιους αναγνώστες και κριτικούς έως τους ξένους, συνωμοτούν σε βάρος της, πιο απλά, όλοι τη διαβάζουν φυλακισμένη μέσα στο, σε διαρκή υπαρξιακή αγωνία, εθνικό μικροπλαίσιό της[3] – όσο κι αν οι εκπρόσωποί της προσπαθούν να ενταχθούν στο μεγάλο πλαίσιο της ευρωπαϊκής λογοτεχνικής παράδοσης.

 Β. Η (περίπου μυθιστορηματική) κοινωνική συνθήκη

Έχω υποχρεωθεί να γράψω επανειλημμένως ότι η λογοτεχνία δεν είναι ιστοριούλες – όπως αυτές που διηγείται ο κάθε πικραμένος στο καφενείο, ούτε φτηνό κουτσομπολιό, ούτε φτηνή πολιτική, ούτε φτηνή ίντριγκα, ούτε φτηνό ρομάντζο, ούτε φτηνή αναπαραγωγή της καθημερινότητας. Γιατί έχει χρειαστεί να επαναλάβω αυτόν τον κοινό τόπο ξανά και ξανά; Επειδή σ’ αυτήν εδώ τη χώρα η λογοτεχνία στη δεύτερη δεκαετία του 21ου αιώνα ακόμα συγχέεται με το story telling, το παραμύθι και οι όποιοι παραμυθάδες με τις απαιτήσεις της λογοτεχνίας, και η κριτική (αυτή που τέλος πάντων δημοσιεύει απόψεις ως κριτική) συχνά στρέφει αυτάρεσκα την πλάτη στον Κανόνα του μεγάλου πλαισίου.[4]

Το φαινόμενο είναι αποκλειστικά ενδημικό, δεν αφορά άλλες γλώσσες και λογοτεχνίες με μικρή διάδοση. Σχετίζεται, το επαναλαμβάνω, με την περιορισμένης αυτοπεποίθησης κουλτούρα του μικρού εθνικού πλαισίου όπως για παράδειγμα: με τη συντηρητική / αυταρχική δημόσια παιδεία που συστηματικά καλλιεργεί αδιαφορία για τη γλώσσα, την τέχνη του λόγου αλλά και για κάθε τέχνη· την ιστορική κυριαρχία της θρησκείας σε όλους τους τομείς της δημόσιας και ιδιωτικής ζωής που ευνοεί τη θρησκοληψία και τον αγνωστικισμό· την κρατική αδιαφορία για τον πολιτισμό που ευνοεί την εκτεταμένη έλλειψη εγγραματοσύνης και καλλιέργειας· το κυριότερο (ως άμεση συνέπεια των προηγουμένων) με τη μικροαστική, σε κάθε έκφραση της κοινωνικής ζωής, συντηρητική νοοτροπία η οποία διά της τηλοψίας (από το 1987 και εντεύθεν) ενισχύθηκε μέσα από τη μαζική υιοθέτηση καταναλωτικών στερεοτύπων άσχετων με τις πραγματικές ανάγκες αυτής της χώρας.[5]

Αυτά είναι γνωστά δεδομένα που, πλέον τα τελευταία χρόνια, με την επιθετική επέλαση του νεοφιλελευθερισμού έχουν αποκτήσει διαστάσεις επιδημίας. Τα οποία δεδομένα όμως μας υποχρεώνουν, πριν εξετάσουμε τις δυνατότητες ανάγνωσης της εντόπιας λογοτεχνίας στο εξωτερικό, να αναστοχαστούμε πάνω στην ανάγνωση της χώρας ως πολιτισμικής οντότητας στο εξωτερικό.

Όποιος έχει συμμετάσχει σε διεθνή fora για τη λογοτεχνία γνωρίζει ότι η φολκλορική εικόνα του τουριστικού συνδυασμού Ζόρμπα / σουβλάκι / αρχαιότητες / νησιά παραμένει ακλόνητη ως η δεσπόζουσα πρόσληψης της χώρας ακόμα και από τους πιο καλοπροαίρετους, δηλαδή τους καλλιεργημένους ξένους. Κι αυτό επειδή, όπως προ πολλού έχει εξηγηθεί από την κοινωνική ανθρωπολόγο Σούζαν Μπακ-Μορς,[6] ένας τόπος αποφασισμένος να εκμεταλλευτεί τη μοίρα του(;) ως «εξωτικός προορισμός», οφείλει να παραμείνει στην ουσία υπανάπτυκτος, προ-καπιταλιστικός στην όψη (πλην εξορθολογισμένα καπιταλιστικός στις τουριστικές υπηρεσίες) προκειμένου να συνεχίσει να «αγοράζεται» ως τέτοιος στο τουριστικό φαντασιακό «πακέτο» – και είναι ακριβώς σ’ αυτή την εικόνα που κατά κόρον και συστηματικά «επενδύει» η χώρα του «live your myth in Greece» σε κάθε της έκφραση προς τον έξω κόσμο.

Σε αυτό το ασφυκτικό εθνικό μικροπλαίσιο, επομένως, είμαστε υποχρεωμένοι να αναλογιστούμε πολύ σοβαρά: σε ποιο βαθμό και μέσα από ποιους εκφραστικούς, αισθητικούς, αφηγηματικούς, μορφολογικούς κλπ. δρόμους, η λογοτεχνία μας ως πολιτισμική οντότητα (δηλαδή στις πιο δυνατές σύγχρονες εκδοχές της) είναι σε θέση, παρόλη την ισχνή εμβέλεια της γλώσσας της,[7] να αντιπαραθέτει μια αντι-αποικιακή αφήγηση της χώρας ώστε αυτή η άκρως υποτιμητική, bon pour l’Orient πρόσληψή της ως δέσμιας ενός αγοραίου τουριστικού προφίλ (και άρα της λογοτεχνίας ως tourist poetry), να μπορεί να ανατραπεί σε βάθος χρόνου;

 Γ. Η γλωσσική συνθήκη

Τον Σεπτέμβρη του 2003 η Εταιρεία Συγγραφέων, με ευθύνη του γράφοντος ως γενικού γραμματέα της, διοργάνωσε ένα διεθνές συνέδριο στην αρχαία Ολυμπία υπό τον ενδεικτικό τίτλο: «“Minor” languages / “Major” Literatures in the enlarged EU», όπου συγγραφείς από γλώσσες με μικρή διάδοση (Τσέχοι, Δανοί, Νορβηγοί, Εσθονοί, Σλοβένοι, Ούγγροι, Πολωνοί, Ολλανδοί κ.ά.) δοκίμασαν να κουβεντιάσουν τη δυνατότητα ενός κοινού δίκτυου επικοινωνίας και άρα διάδοσης των αντίστοιχων λογοτεχνιών. Η ιδέα που κυριάρχησε στις συζητήσεις ήταν να επανεκτιμηθεί, με δεδομένο και το τότε ακόμα πρώιμο διαδίκτυο, ο ηγεμονισμός της αγγλικής γλώσσας και να συστηθεί ένα νέο παράδειγμα «γλωσσικής αυτοπεποίθησης» για τις μικρές εθνικές λογοτεχνίες. Κι αυτό επειδή για τους περισσότερους συνέδρους ήταν –και παραμένει σήμερα περισσότερο από ποτέ σαφές– ότι το κολύμπι οποιασδήποτε λογοτεχνικής γλώσσας μικρής εμβέλειας στον ωκεανό της παγκοσμιοποιημένης ευπώλητης βιβλιοπαραγωγής δεν οδηγεί πουθενά και δεν ωφελεί σε τίποτε τις εθνικές λογοτεχνίες ούτε καν τον τολμητία μοναχικό κολυμβητή.[8]

Να μην παρεξηγηθώ: αυτό που υπογραμμίζεται εδώ είναι το γεγονός ότι εφόσον η χώρα ως εθνική οντότητα[9] δεν «διαβάζεται» με ανανεωμένο, πέραν του όποιου «εξωτισμού», ενδιαφέρον, τότε δεν διαβάζεται ούτε η λογοτεχνία της. Ας μη γελιόμαστε. Ούτε η εν κρίσει χώρα προκαλεί a priori λογοτεχνικό ενδιαφέρον: διαβάζεται ως η «γνωστή» εξωτική χώρα τριτοκοσμικών στερεοτύπων που απλώς η κρίση, με τραγικό τρόπο, ανασύρει την υπανάπτυξή της στην επιφάνεια. Όχι (απαντώ εδώ και στον αγαπητό Βασίλη Λαμπρόπουλο), η κρίση δεν είναι σε θέση να δημιουργήσει μεγαλύτερη εξωστρέφεια. Όχι, στον βαθμό που η κρίση επιβεβαιώνει το στερεότυπο του υπανάπτυκτου, του κακομοίρη, του παρία, του «εξωτικού». Όχι η Ελλάδα δεν είναι Ουκρανία… δεν είναι ο σιτοβολώνας της Ευρώπης, είναι ο τουριστικός της προορισμός και αυτή ίσως αποτελεί την πιο καθοριστική συνθήκη της πνευματικής της επιβίωσης.

 

Σε εκείνο το συνέδριο που ανέφερα παραπάνω για πρώτη φορά τέθηκε σε επίπεδο συγγραφέων λογοτεχνίας η πολυσυζητημένη έκτοτε άποψη ότι απέναντι στο ηγεμονικό / αυταρχικό μοντέλο της μονοδιάστατης διάδοσης της αγγλικής γλώσσας (the “diffusion of the English” paradigm) μπορεί και πρέπει να οικοδομηθεί ένα άλλο: εκείνο της οικολογίας της γλώσσας (the “ecology of language” paradigm),[10] ένα παράδειγμα που δεν καταργεί αλλά ενθαρρύνει την πολυγλωσσία, όπου ο πολιτισμός δεν παράγει αναλώσιμα προϊόντα μιας χρήσης αλλά αγαθά κοινής ωφελείας, κι όπου η πολιτισμική πολυμορφία (cultural diversity) αποτελεί το στέρεο αντίβαρο στην παγκοσμιοποιημένη περιθωριοποίηση κάθε διαφορετικότητας στο όνομα του κέρδους.

Το θέτω και αυτό στο τραπέζι επειδή, είκοσι χρόνια μετά, η ελληνική λογοτεχνία βρίσκεται πάντα έξω από παρόμοιες διεθνείς συζητήσεις. Σήμερα, σε μια εποχή όπου σε διεθνή κλίμακα κινδυνεύει με εξαφάνιση ακόμα και η ανάγνωση της λογοτεχνίας ως θεμελιώδης στάση ζωής, στην Ελλάδα αναρωτιόμαστε ακόμα για τα ίδια πράγματα δίχως η συζήτηση να έχει μετατοπιστεί ένα βήμα πιο εκεί. Νομίζω ότι θα έπρεπε. Αρκεί να στρέψουμε λίγο την προσοχή μας στη μεγάλη εικόνα: στο δάσος της «εξωτικής» χώρας όπου πασχίζει να αναπνεύσει αυτοφυές το δέντρο της σύγχρονης λογοτεχνίας.

 

(*) Ο Άρης Μαραγκόπουλος είναι συγγραφέας

 

[1] Η συζήτηση περί εξωστρέφειας έχει τεθεί πρώτη φορά από το ΕΚΕΒΙ (επί διεύθυνσης Μυρσίνης Ζορμπά, 1995-1999) και έκτοτε πολυσυζητηθεί. Η εξωστρέφεια ως πολιτική / πολιτιστική πρόταση αντιμετωπίστηκε από την αρχή αποκλειστικά ως ζήτημα μάρκετινγκ βιβλίου: γι’ αυτό και δεν μπόρεσε ποτέ να υπερβεί την, αποκλειστικά για «ενδοστρεφείς» επικοινωνιακούς λόγους, συμμετοχή της χώρας στις Διεθνείς Εκθέσεις Βιβλίου – κι αυτό με ευθύνη της εκάστοτε, σταθερά αδιάφορης, ηγεσίας του Υπουργείου Πολιτισμού. Οι υπάλληλοι του ΕΚΕΒΙ στις εκθέσεις έκαναν πάντα φιλότιμη προσπάθεια επικοινωνίας με κατά κανόνα αδιάφορους, θεσμικούς κυρίως, εκπροσώπους άλλων χωρών που φυσικά δεν μπορούσε να οδηγήσει σε κανένα απτό αποτέλεσμα για εγγενείς λόγους που εξηγούνται στη συνέχεια του εδώ άρθρου. Μικρό χαρακτηριστικό της «ενδοστρέφειας»: η ομάδα ΕΚΕΒΙ συνοδευόταν πάντα, μα πάντα, από πληθώρα προσκεκλημένων Ελλήνων δημοσιογράφων του «πολιτιστικού» (πολλοί από τους οποίους δεν γνώριζαν καν υποτυπώδη αγγλικά…) οι οποίοι περιφέρονταν ασκόπως στα περίπτερα θαυμάζοντας ή απλώς χαζεύοντας. Στην Ελλάδα έγραφαν ό,τι τους διαμοίραζε ως δελτίο τύπου η εκάστοτε διεύθυνση. Χαρακτηριστική υπήρξε η παρουσία της ομάδας στην Έκθεση της Φρανκφούρτης του 2001 (ήταν τιμώμενη χώρα η Ελλάδα) παρουσία που επέτρεψε στον Δημήτρη Νόλλα να κάνει αργότερα λόγο για «φαραωνικές» εκδηλώσεις του ΕΚΕΒΙ. Μετά το ΕΚΕΒΙ τη σκυτάλη στις διεθνείς εκθέσεις παρέλαβε το Ίδρυμα Ελληνικού Πολιτισμού με αντίστοιχη ενδοστρεφή οργάνωση και, άρα, ανύπαρκτα αποτελέσματα.

[2] Εκδ. Εστία 1995, μτφρ. Γιάννης Χάρης, σ. 212-213. Πρβλ. σχολιασμό του γράφοντος στον τόμο Πορτρέτο του συγγραφέα ως κριτικού, επιμ. Άννα Κατσιγιάννη – Κατερίνα Κωστίου, άρθρο «Ο ανεύθυνος συγγραφέας» (Τόπος 2020, σ. 303-306).

[3] Πρόχειρο παράδειγμα: στα κοινωνικά δίκτυα διαπιστώνει κανείς ότι οι περισσότεροι Έλληνες αναγνώστες κάνουν μεν like στις αναρτήσεις γνωστών Ελλήνων συγγραφέων αλλά στα βιβλία τους σπανίως αναφέρονται. Οι αναρτήσεις τους κατά κανόνα αναφέρονται σε ξένους συγγραφείς ή ξένα βιβλία που «ανακάλυψαν» και τα οποία, συχνά, υπολείπονται κατά πολύ αντίστοιχων ελληνικών τόσο ως προς τη θεματολογία όσο και ως προς την τέχνη (όπως πολύ καλά το έθεσε εδώ και ο Αλέξης Πανσέληνος).

[4] Πρόχειρο, πρόσφατο (και αστείο) παράδειγμα: πριν λίγες μέρες, ένας ποιητής-κριτικός (διαδικτυακή επιθεώρηση Book Press, Κώστας Κουτσουρέλης, «Παράδοση και αυθεντία – Σκέψεις για την αξιολόγηση της τέχνης», 04/08/2022) έξω από κάθε γραμματολογία, θεωρία και αιτιολόγηση ενέταξε σε ενιαίο αυθαίρετο σχήμα (υπό τον τίτλο «ακραίος μοντερνισμός») τον φουτουρισμό, τον ντανταϊσμό, τον υπερρεαλισμό, τον Πάουντ και τον Τζόις!

[5] Στερεότυπα που εισήλθαν βιαίως και υπερηφάνως στην ελληνική εκδοτική παραγωγή με πεφιλημένους Ιούδες, νεο-Άρλεκιν ιστοριούλες, Σμυρνιές κυρίες, αποχρώσεις γκρι, κλπ. Μια κριτική ανάλυση του φαινομένου σε σχέση με όλα αυτά βλ. Ά. Μ., «Η Πεζογραφία ως Ελλάδα», στον op. cit. τόμο Πορτρέτο του συγγραφέα ως κριτικού, σ. 3-26.

[6] Susan Buck-Morss, «Semiotic boundaries and the politics of meaning: Modernity on tour-a village in transition», στο Μ. G. Raskin & H. J. Bernstein (επιμ.), New ways of knowing: the sciences, society and reconstructive knowledge, New York, Rowman & Littlefield 1987, σ. 200-236. Βλ. και πρόσφατη ελλ. μτφρ. (Β. Πούλιος – Γ. Μυλωνάς, Επιμ. – Π. Κομπατσιάρης, Εισαγ.): Σούζαν Μπακ-Μορς, Σημειολογικά Όρια και Πολιτικές του Νοήματος. Η νεωτερικότητα σε περιοδεία. Ένα χωριό της Κρήτης σε μετάβαση, Θεσσαλονίκη, εκδ. Ψηφίδες 2019.

[7] Δεν είναι τυχαίο ότι οι περισσότερες μεταφράσεις Ελλήνων συγγραφέων στο εξωτερικό στην πλειονότητά τους οφείλονται σε φιλότιμους / φιλέλληνες ξένους μεταφραστές που αγάπησαν την πραγματική και όχι την εξωτική Ελλάδα. Κι είναι επίσης γνωστό ότι τα δύο ελληνικά πρακτορεία ξένων δικαιωμάτων κατά κύριο λόγο «πουλάνε ξένους» σε δικούς μας εκδοτικούς οίκους και όχι το αντίστροφο.

[8] Σε τι αλήθεια έχει συντρέξει τη λογοτεχνία της χώρας ο πολυμεταφρασμένος Καζαντζάκης ή ο Βασιλικός που, ειρήσθω εν παρόδω, αν αμφότεροι δεν είχαν γίνει γνωστοί μέσω των κινηματογραφικών διασκευών των έργων τους (αυτό αφορά και την περίπτωση Τσίρκα), θα είχαν ισότιμη μοίρα με τους μη μεταφρασθέντες συγγραφείς μας; Οπωσδήποτε, όποιος έχει μεταφρασμένο έργο γνωρίζει την πικρή αλήθεια του πνιγμού του στα ρεύματα της διεθνούς πληθωρισμένης λογοτεχνίας.

[9] Θυμάμαι στενόχωρα πάντα τη συζήτηση με μια ξένη ατζέντισσα στη διάρκεια πολυεθνούς συνάντησης στη Βαϊμάρη (ήταν πολιτιστική πρωτεύουσα της Ευρώπης εκείνη τη χρονιά, ο γράφων εκεί ως επίτροπος της Ελλάδας). Προσπαθούσα να πείσω για την αξία της τότε ελληνικής υποψηφιότητας για το Ευρωπαϊκό Αριστείο λογοτεχνίας παραθέτοντας, ανάμεσα σε άλλα επιχειρήματά μου, και τις σχετικές κριτικές που είχαν γραφεί στον ελληνικό Τύπο, όταν η ατζέντισσα με διέκοψε απαξιωτικά: «Αν είχαμε εδώ μια βουλγαρική υποψηφιότητα στ’ αλήθεια, τώρα, θα σας ενδιέφεραν οι σχετικές κριτικές;»

[10] Βλ. σχετικά στο Robert Phillipson και Tove Skutnabb-Kangas: «English Only Worldwide or Language Ecology?» (στην επιθεώρηση Tesol, 1996, τ. 30, τχ. 3, σ. 401-651). Επίσης στο Robert Phillipson: «The promise and threat of English as a “European” language», in “Strong” and “Weak” languages in the European Union, Aspects of linguistic hegemonism, εκδ. Centre for the Greek language, επιμ. A.-F. Christidis, Proceedings of an International Conference, Thessaloniki, 26-28 / 03 / 1997, 06/1999, σ. 302. Περισσότερα, προσφάτως, στο Wim Vandenbussche (επιμ. Ernst Håkon Jahr και Peter Trudgill): Language Ecology for the 21st Century: Linguistic Conflicts and Social Environments, εκδ. Novus Press, 2014.

Προηγούμενο άρθροΤι είναι μια αντιβιβλιοθήκη (επιμ. Αλεξάνδρας Σαμοθράκη)
Επόμενο άρθροΠοιητικά όνειρα καλοκαιρινής νύχτας: οι ποιητικές αναγνώσεις του καλοκαιριού (της Βαρβάρας Ρούσσου)

1 ΣΧΟΛΙΟ

  1. ΟΙ ΒΟΥΛΓΑΡΟΙ ΒΓΑΛΑΝΕ PENKOV ΚΑΙ GOSPODINOV. ΟΙ ΠΡΩΗΝ ΓΙΟΥΓΚΟΣΛΑΒΟΙ ΤΙΝΑΞΑΝΕ ΤΗΝ ΜΠΑΝΚΑ ΣΤΟΝ ΑΕΡΑ ΜΕ ANDRIC, SELIMOVIC, KIS KAI PAVIC. OI ΟΥΓΓΡΟΙ ΑΝΑΜΕΝΟΥΝ NOBEL ME KRASNAHORKAI, OI ΡΟΥΜΑΝΟΙ ΕΠΙΣΗΣ ΜΕ CARTARESCU. OI ΤΟΥΡΚΟΙ ΤΟ ΠΗΡΑΝ ΗΔΗ ΜΕ PAMUK. OI NOΡΒΗΓΟΙ ΑΣΤΟ ΚΑΛΥΤΕΡΑ, ΕΧΟΥΝ ΓΕΜΙΣΕΙ ΤΑ ΑΕΡΟΔΡΟΜΙΑ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ ΜΕ ΤΑ ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΑ ΤΟΥΣ. ΕΜΕΙΣ ΟΡΓΑΝΩΝΟΥΜΕ ΣΥΝΕΔΡΙΑ ΚΑΙ ΚΛΑΙΜΕ ΤΗ ΜΟΙΡΑ ΜΑΣ ΠΑΝΩ AΠ’ ΤΑ ΑΠΟΚΑΪΔΙΑ ΤΟΥ ΝΕΟΦΙΛΕΛΕΥΘΕΡΙΣΜΟΥ. ΚΑΙ ΚΑΤΑ ΒΑΘΟΣ ΕΛΠΙΖΟΥΜΕ ΟΤΙ ΣΕ ΛΙΓΟ ΤΟ ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ ΘΑ ΞΕΠΕΡΑΣΤΕΙ ΩΣ ΤΕΧΝΗ ΓΙΑ ΝΑ ΜΗ ΧΡΕΙΑΣΤΕΙ ΝΑ ΤΟ ΣΚΕΦΤΟΜΑΣΤΕ ΚΑΙ ΠΟΛΥ.

Γράψτε απάντηση στο Φ.Λ. Ακύρωση απάντησης

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ