από την Αλεξάνδρα Χαΐνη
Στο τελευταίο μυθιστόρημά της Life of M, η Rachel Cusk, διαλέγει ως πρωταγωνίστρια μια ηθοποιό, γύρω στα 35, η οποία ζει με την οικογένειά της στα προάστια μιας ωραίας (ευρωπαϊκής μάλλον) πρωτεύουσας. Στην πόλη αυτή ζει και το άτομο που αφηγείται την ιστορία. Και οι δύο έχουν βρεθεί εκεί συνειδητά, δεν έχουν γεννηθεί ή μεγαλώσει δηλαδή σε αυτή την πόλη, αλλά την έχουν επιλέξει λόγω της ποιότητας ζωής που τους προσφέρει – ή τουλάχιστον πιστεύουν ότι τους προσφέρει. Σε κανένα σημείο του βιβλίου, αυτή η πόλη δεν κατονομάζεται, ούτε μαθαίνουμε το φύλο ή το όνομα του ατόμου που αφηγείται την ιστορία, ενώ η ηθοποιός αναφέρεται μόνο με το αρχικό γράμμα «Μ». Ως αναγνώστες και γνωρίζοντας τη ροπή της Cusk προς την αυτομυθοπλασία, θεωρούμε (αυθαίρετα μάλλον και για τις ανάγκες του κειμένου) ότι την αφήγηση έχει αναλάβει μια γυναίκα συγγραφέας. Αρκετά νωρίς επίσης, μαθαίνουμε ότι το άτομο αυτό έχει χρεωθεί να γράψει τη βιογραφία της ηθοποιού.
Λογοτεχνικό beef
Το βιβλίο κυκλοφόρησε τέλη Αυγούστου, όμως η φήμη του προηγήθηκε της κυκλοφορίας του. Στα ΜΜΕ, λογοτεχνικά και μη, εδραιώθηκε από νωρίς η πεποίθηση ότι ο χαρακτήρας της Μ είναι βασισμένος πάνω στη ζωή της γνωστής Αμερικανίδας ηθοποιού Natalie Portman και ότι το βιβλίο διαδραματίζεται στο Παρίσι, όπου διαμένουν σήμερα και οι δύο με τις οικογένειές τους. Με δεδομένο, όπως είπα και παραπάνω, το ιστορικό της Cusk στο autofiction, θεωρήθηκε επίσης ότι η αφηγήτρια αντίστοιχα, είναι η ίδια η Cusk, με την οποία άλλωστε μοιράζεται ουκ ολίγα χαρακτηριστικά.
Αφότου μπήκε η υπόθεση Portman στο προσκήνιο, η Cusk δέχτηκε δριμύτατη κριτική, κατηγορήθηκε ότι υπερέβη τα εσκαμμένα, ότι παρουσίασε την ηθοποιό ως καρικατούρα και με υποτιμητικό τρόπο. Μέχρι τώρα, καμία από τις δύο δεν έχει τοποθετηθεί επισήμως, αν και σύμφωνα με κάποια δημοσιεύματα, η Portman «φέρεται ως ενοχλημένη», ενώ η Cusk και η ομάδα της συνεχίζουν να σιωπούν. Οι κριτικοί μιλούν για το «λογοτεχνικό σκάνδαλο της χρονιάς», δηλώνουν την πλήρη υποστήριξή τους στην Portman και βάζουν στο τραπέζι εκ νέου το ζήτημα των «ορίων» στην τέχνη.
Εγώ πάλι όταν πήρα το βιβλίο στα χέρια μου, παρότι είχα διαβάσει ήδη αρκετά πράγματα για το εν λόγω beef, αποφάσισα να το αγνοήσω. Μου αρέσει η Portman ως ηθοποιός, αλλά δεν έχω εντρυφήσει στην καριέρα της, πόσο μάλλον στην προσωπική της ζωή. Παρόλα αυτά, στην πορεία διαπίστωσα ότι πολλά στοιχεία του μυθιστορήματος την φωτογράφιζαν. Διάφορα περιστατικά, όπως ο αμφιλεγόμενος ρόλος της ως ανήλικης στο πλευρό του Jean Reno στην ταινία «Λεόν» του Luc Besson, τα επίπονα μαθήματα κλασικού μπαλέτου που έκανε για το ψυχολογικό θρίλερ «Μαύρος κύκνος» του Darren Aronofsky, ή η φλοράλ μεταμόρφωσή της για τις διαφημίσεις του Dior, είναι μια γνώση που μοιραζόμαστε όλοι, σινεφίλ και μη. Σε κανένα από τα παραπάνω βέβαια δεν γίνεται συγκεκριμένη αναφορά, αλλά αυτό δεν έχει ιδιαίτερη σημασία για εμάς, παρά μόνο, ίσως, για τους δικηγόρους της Cusk.
Η Μ ως «εργαλείο»
Αν υποθέσουμε οπότε ότι η Μ είναι όντως κομμένη και (γ)ραμμένη πάνω στη προσωπικότητα της Portman, τότε πράγματι δεν είναι ένα κολακευτικό πορτρέτο· η Μ περιγράφεται σαν κουκλίτσα που μένει σε ένα υπέροχο κουκλόσπιτο, αφήνονται υπονοούμενα για τις υποκριτικές της ικανότητες, αλλά και για τη διανοητική της κατάσταση, αναφέρεται ότι προσπαθεί να δείχνει πιο σοβαρή/έξυπνη/ταπεινή και πρωτίστως πιο «φυσιολογική», απ’ όσο είναι, ότι παριστάνει τη συμπαθή αλλά κατά βάθος είναι ψυχρή και άλλα παρόμοια.
Από εκεί και πέρα όμως, νομίζω ότι η ηθοποιός -Portman ή όχι- λειτουργεί περισσότερο ως εργαλείο, είναι το μέσον και όχι ο σκοπός. Δεν λέω κάτι καινούργιο, πολλοί συγγραφείς έχουν γράψει για διάφορες μορφές τέχνης με τις οποίες δεν καταγίνονται οι ίδιοι, όμως η υποκριτική συνιστά πεδίο δόξης λαμπρό, ειδικά όταν θέλεις να μιλήσεις για ζητήματα ταυτότητας, για το φαίνεσθαι και το είναι.
Ούτως ή άλλως, η Cusk δείχνει να ενδιαφέρεται εξίσου και για τις δυο πρωταγωνίστριές της, την ανώνυμη αφηγήτρια και την ηθοποιό Μ, στις οποίες παραχωρεί ισάριθμες σελίδες. Και παρότι η αφηγήτρια παρακολουθεί στενά και καταγράφει τις δραστηριότητες της Μ, δεν είναι λίγα αυτά που μαθαίνουμε και για τη δική της ζωή και την οικογένειά της. Κάθε φορά μάλιστα που υπονοεί ότι βρίσκεται με τους οικείους της, η αφήγηση από πρώτο ενικό περνάει στο πρώτο πληθυντικό.
Ο τόπος ως «αντανάκλαση της ευαισθησίας» μας
Υπάρχει όμως ένας ακόμη παράγοντας που θεωρώ ότι δεσπόζει στο μυθιστόρημα – πέρα δηλαδή από την Μ, την αφηγήτρια-συγγραφέα και τη σχέση τους: το τοπίο. «I am beginning to believe that a landscape is not a landscape at all, merely a reflection of the sensibility of the people who live in it» («Έχω αρχίσει να πιστεύω ότι ένα τοπίο δεν είναι καθόλου ένα τοπίο αλλά η αντανάκλαση της ευαισθησίας που έχουν οι άνθρωποι που ζουν σε αυτό»), γράφει ο James Baldwin στο μυθιστόρημά του Tell Me How Long the Train‘s Been Gone (1968) και αυτή η φράση συνοψίζει αυτό που θέλω να πω για το Life of M. Και στα δύο βιβλία το τοπίο, ή καλύτερα ο χώρος, φυσικός ή τεχνητός, λειτουργεί καταλυτικά, σαν ένας τρίτος ζωντανός χαρακτήρας.
Στον μεν Baldwin, όπου ο πρωταγωνιστής είναι επίσης ηθοποιός, ο τόπος (το Μανχάταν, το Χάρλεμ, η αμερικανική επαρχία του νότου αλλά και διάφορες χώρες της Ευρώπης), έρχεται και επανέρχεται ως ανάμνηση μιας εποχής ταραχώδους, ενώ στην Cusk παίρνει σχεδόν φαραωνικές διαστάσεις, ανακατεύεται στη συναισθηματική κατάσταση των ηρωίδων, άλλοτε τις συντροφεύει, άλλοτε τις απωθεί.
Απελευθερωμένη ενδεχομένως από την ανάγκη να ακολουθεί μια συμβατική αφήγηση αλλά και να κατονομάζει τόπους και πρόσωπα, μέσα από τις περιγραφές του περίγυρου, είναι σαν να βουτάει στα ενδότερα των δυο χαρακτήρων, κάνοντας διορατικές παρατηρήσεις και διαπιστώσεις που παραπέμπουν περισσότερο σε κοινωνικο-ψυχολογικό δοκίμιο παρά σε μυθιστόρημα.
Είτε πρόκειται για κάποιο πάρκο, μια λίμνη ή ένα δάσος, είτε για ένα γραφείο, μουσείο, σπα ή βιβλιοπωλείο, οι περιγραφές της είναι λεπτομερείς, σχεδόν χειρουργικές, μεταφέροντας ταυτόχρονα την αίσθηση του ανοίκειου, του ξένου. Οι εικόνες έρχονται συχνά σε αντιπαράθεση, άλλοτε μεταξύ τους, άλλοτε με τις ίδιες τις πρωταγωνίστριες του βιβλίου, οι οποίες μπορεί από τη μια στιγμή στην άλλη να βρεθούν έξω από τα νερά τους, ακόμη και αν η συνθήκη φαινόταν αρχικά απόλυτα ασφαλής. Κάποιες φορές μάλιστα αυτό γίνεται με αρκετά ακραίο τρόπο. Δεν υπάρχει φυσική βία· η μαεστρία της Cusk είναι τέτοια που ακόμη και οι πιο συνηθισμένες σκηνές μπορεί να βγάλουν ένταση· μια βία υπόγεια και απροσδόκητη που μπορεί να είναι τελικά πιο άγρια απ’ ό,τι φερ’ ειπείν μια πραγματική γροθιά.
Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα: Λίγο μετά το μέσον του βιβλίου, η Μ συμμετέχει σε ένα βιβλιοφιλικό τηλεοπτικό πάνελ, παρέα με μια κριτικό βιβλίου, μια συγγραφέα και ένα μοντέλο. Ο χώρος είναι ένα γνωστό βιβλιοπωλείο της πόλης, το οποίο όμως δεν είναι ανοιχτό για το κοινό, καθώς τα γυρίσματα γίνονται βράδυ. Στο φόντο έχουν τοποθετηθεί καινούργια βιβλία –«που είναι εμφανές ότι δεν έχουν ανοιχτεί ποτέ»- ενώ μαθαίνουμε σύντομα ότι η όλη εκδήλωση είναι fake, καθότι πρόκειται ουσιαστικά για τη διαφήμιση κάποιας εταιρείας ρούχων. Η Μ αισθάνεται κάπως άβολα, η συγγραφέας ακόμη χειρότερα. Είναι μια πολύ δυνατή σκηνή, που όμως ίσως να λειτουργούσε πιο αποτελεσματικά αν περιοριζόταν η φωνή της αφηγήτριας. Δεν είναι αυτά που λέει, τα σχόλιά της είναι πολύ εύστοχα και οξυδερκή, αλλά το πόσα λέει – ήταν φορές που ένιωσα ότι η Cusk εγκλωβιζόταν στο ίδιο της το μυαλό. Το «μία εικόνα, χίλιες λέξεις», σίγουρα δεν είναι το μότο της.
Θα μπορούσα να γράψω πολλά ακόμη για τις θεματικές της Cusk – εκτός από τα ζητήματα ταυτότητας, εννοώ: την αίσθηση του ανήκειν ή την έλλειψή της, την ιδιωτικότητα, την απαξίωση της τέχνης, την εμπορευματοποίηση, την καταστροφή του φυσικού περιβάλλοντος, τη σταδιακή υποβάθμιση των πόλεων, την ισότητα των φίλων, την μετεξέλιξη της αγάπης στο γάμο, τις δυσκολίες των γυναικών στον χώρο του θεάματος, την ανάγκη για δημιουργία, το φόβο αλλά και την επιθυμία για αλλαγή – τις αντιφάσεις του ανθρώπινου είδους εν γένει· αυτά και άλλα τόσα θέματα πραγματεύεται στο βιβλίο της, κάποια αναλύοντάς τα εκτενώς, άλλα αποδομώντας τα με καταιγιστικό τρόπο. Η Cusk θέτει απανωτά ερωτήματα, επιχειρηματολογεί, αμφισβητεί και αναιρεί τις απόψεις της ακόμη και μέσα στην ίδια φράση. Λύσεις ή εναλλακτικές δεν προσφέρει – δεν είναι αυτή η δουλειά της άλλωστε.
Γι’ αυτό λέω ότι το Life of M θυμίζει περισσότερο δοκίμιο παρά μυθιστόρημα – ειδικά αν απομονώσεις την ιστορία με την Μ.
Η δημοσιογράφος Alexandra Jacobs γράφει πολύ εύστοχα στην εφημερίδα New York Times, ότι, καθώς η Cusk έχει αποκηρύξει την έννοια του χαρακτήρα ήδη από το 2018, δεν θα την εξέπληττε «αν αποκηρύξει σύντομα και την πλοκή, με αποτέλεσμα κάποια στιγμή η αφήγηση να μετατραπεί σε μαθηματικό πρόβλημα». Συμφωνώ απόλυτα και φοβάμαι ότι στο μέλλον, μαζί με τα μυθιστορήματά της θα πρέπει να μας δίνουν και λυσάρι.
Who is who
Η Rachel Cusk γεννήθηκε στο Σασκατούν του Καναδά από βρετανικής καταγωγής και καθολικής παιδείας γονείς. Έζησε στο Λος Άντζελες και το 1974 η οικογένειά της μετακόμισε στη Βρετανία. Τα σχολικά της χρόνια τα πέρασε στο καθολικό μοναστήρι St. Mary στο Cambridge. Σπούδασε Αγγλικά στο Πανεπιστήμιο Oxford. Από το 2021 ζει στο Παρίσι, αντιδρώντας εν μέρει στην έξοδο του Ηνωμένου Βασιλείου από την Ευρωπαϊκή Ένωση. Έχει εκδώσει 13 μυθιστορήματα και 6 μη μυθοπλαστικά έργα, έχει λάβει πληθώρα βραβείων ήδη από το πρώτο της βιβλίο, το «Saving Agnes» (1993), ενώ το 2003 το περιοδικό Granta την συμπεριέλαβε στη λίστα με τους καλύτερους νέους Βρετανούς συγγραφείς. Πέντε βιβλία της έχουν κυκλοφορήσει στα ελληνικά από τις εκδόσεις Gutenberg: η τριλογία «Κύδος»-«Περίγραμμα»-«Μετάβαση», το μυθιστόρημα «Δεύτερο Σπίτι» και το non-fiction «Περί Γάμου και Χωρισμού» και ένα, το «Άρλινγκτον Παρκ», από τις εκδόσεις Τόπος.
Rachel Cusk , life of m, Faber & Faber
![]()





















