Παρασκευή, 18 Σεπτεμβρίου, 2026
ΑΡΧΙΚΗ ΚΡΙΤΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΥ Γαζώνοντας τη ζωή – Ελληνίδες μοδίστρες (της Ηρώς Νικοπούλου)

Γαζώνοντας τη ζωή – Ελληνίδες μοδίστρες (της Ηρώς Νικοπούλου)

0
25

της Ηρώς Νικοπούλου

Η προφορική ιστορία πλησιάζει και ίσως θα μπορούσε να ενταχθεί στην μικροϊστορία γιατί μοιράζεται παρόμοια μεθοδολογία και σκεπτικό. Οι μαρτυρίες ζωντανών ανθρώπων απέναντι στον ερευνητή και μπροστά από ένα μαγνητόφωνο φωτίζει πτυχές που η επίσημη ιστορία ως κοινωνική κατασκευή –σύμφωνα με τον κοινωνιολόγο Maurice Halbwachs- είτε αγνόησε είτε μέσα από την ποσοτικοποίηση των πληροφοριών και των δεδομένων καθώς και με την συνεπακόλουθη ομαδοποίηση υποβάθμισε στριμώχνοντας χιλιάδες ζωές μέσα σε λίγες γραμμές και στις χειρότερες περιπτώσεις στο περιθώριο και την αφάνεια. Επομένως, η προφορική ιστορία επιχειρεί να γεφυρώσει τις όποιες αποκλίσεις ή διαφορές προκύπτουν ανάμεσα στην ατομική και την συλλογική μνήμη. Αυτό έρχεται να υπηρετήσει το δίκτυο των ερευνητών/ερευνητριών της Προφορικής Ιστορίας. Το θέμα του συγκεκριμένου τόμου, που έχει τίτλο Γαζώνοντας τη ζωή – Ελληνίδες μοδίστρες, είναι πρωτότυπο, ανεξερεύνητο και τολμηρό. Τολμηρό γιατί επιχειρεί να προκαλέσει αναστοχασμό πάνω στο θέμα της γυναικείας εργασίας σε χρονικές περιόδους που οι γυναίκες ήταν ΄αόρατες΄, δεν ψήφιζαν, δεν ήταν ασφαλισμένες και φυσικά δεν αμείβονταν για τις εργασίες που προσέφεραν. Μέσα από τις τριάντα μία συνεντεύξεις που συγκέντρωσε η ομάδα εθελοντών ερευνητών/ερευνητριών της Ομάδας Προφορικής Ιστορίας Αθήνας, από —εδώ και στο εξής ΟΠΙΑ— εξετάζοντας το θέμα της ραπτική και της μοδιστρικής στην Ελλάδα από τα τέλη του 19ου αιώνα έως σήμερα δημιούργησε τον χάρτη ενός επαγγέλματος, που άργησε πολύ να αναγνωριστεί ως τέτοιο, λόγω του ότι λειτούργησε και αναπτύχθηκε πάνω στον ιστορικό καμβά της Ελλάδας, που περιλαμβάνει την Μικρασιατική Καταστροφή και την περίοδο λίγο μετά από αυτήν, τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο και τον Εμφύλιο με όλες τις δυσκολίες εκείνων των χρόνων, μέχρι να φτάσει στις μέρες μας. Στην αμιγώς πατριαρχική κοινωνία εκείνης της εποχής το να ξέρει να ράβει η γυναίκα ώστε να μπορεί να εξυπηρετεί τις ανάγκες της οικογένειάς της ήταν απλώς μία από τις πολλές υποχρεώσεις της. Μέσα από τις αφηγήσεις των μοδιστρών ξετυλίγονται γλαφυρά  και οι ταξικές διαφορές, πέρα από τις άλλες δυσκολίες, που καθιστούσαν ακόμα και την απλή — όπως θα υποθέταμε σήμερα αλλά όπως αποδεικνύεται δεν ήταν καθόλου έτσι —εκμάθηση της μοδιστρικής σε αληθινό άθλο. Η διαδικασία απαιτούσε στις περισσότερες περιπτώσεις απλήρωτη εργασία κατά την περίοδο της μαθητείας, πολλές φορές εκμετάλλευση από τις δασκάλες, και αγγαρείες άσχετες με την μοδιστρική. Επίσης, η ιεραρχία κατά την περίοδο της μαθητείας ήταν σκληρή και απαράκαμπτη, που σημαίνει ότι δασκάλα, πρεμιέρα και μαθήτριες είχαν εντελώς διαφορετική αντιμετώπιση, θέση —μεταφορικά και κυριολεκτικά— εργασία και αμοιβή. Ένα άλλο σκοτεινό σημείο είναι η σεξουαλική παρενόχληση, που όποτε συνέβαινε ερχόταν να υπενθυμίσει σε κάθε ανυπεράσπιστο κορίτσι ότι η θέση του είναι στο σπίτι και μόνο εκεί. Μέσα σ’ εκείνη την σκληρή πραγματικότητα είχαν σημασία πράγματα, που σήμερα ούτε μπορούμε να φανταστούμε, όπως η τεράστια αξία που είχαν τα λιγοστά χάρτινα πατρόν, γεγονός που οδηγούσε κάποιες μαθητευόμενες στην κλοπή τους, σύμφωνα με την αφηγήτρια Μάρω Κατακουζηνού. Τα έκλεβαν για να μπορέσουν αργότερα να τα αξιοποιήσουν όταν θα είχαν πια την δική τους πελατεία.

Έχει μεγάλη αξία και ενδιαφέρον η συνάντηση της επίσημης ιστορίας με την ατομική μνήμη, η οποία συντελείται μέσω των αφηγήσεων των μοδιστρών. Θα αναφερθώ μόνο σε τρία χαρακτηριστικά παραδείγματα. Το πρώτο αφορά στο Δίστομο, όπου η μητέρα της Μαρίας Γαλανοπούλου είχε κληθεί για να ράψει κι έτσι υπήρξε μάρτυρας της φοβερής σφαγής όλων των κατοίκων του χωριού. Όπως αφηγείται η κόρη της, μέχρι που έφυγε η μητέρα της από την ζωή δεν ξεπέρασε ποτέ την εικόνα των κρεμασμένων και πιο πολύ των μικρών παιδιών στη μέση του χωριού. Η δεύτερη περίπτωση αναδεικνύει την πολύ μεγάλη αξία που είχε τα χρόνια εκείνα η ραπτομηχανή, ήταν σημαντικό για την γυναίκα να έχει ραπτομηχανή γιατί αυτό εξασφάλιζε τον ρουχισμό όλων των μελών της οικογένειά της και παράλληλα ήταν δυνητικά επαγγελματικό εργαλείο. Ήταν τόσο σημαντική, που όπως αφηγείται ο Γιώργος Βοϊκλής κατά την εκκένωση  του ορεινού χωριού Καστανιά στη Σάμο το 1949 από τον στρατό, ο δεκατριάχρονος αδελφός του αναγκάστηκε να κουβαλήσει την οικογενειακή Σίγκερ στην πλάτη προκειμένου να την σώσει από το πλιάτσικο, που έκαναν ταγματασφαλίτες, χίτες και ΜΑΥδες. Ήταν μία από τις πολλές ραπτομηχανές που έφεραν μαζί τους οι Μικρασιάτες από την Σμύρνη μετά την Καταστροφή. Η εξάπλωσή τους έπαιξε ρόλο στην εξέλιξη της μοδιστρικής στην Ελλάδα κάνοντας πιο εύκολη και κυρίως πιο γρήγορη την εργασία. Κάτι ακόμα που μου έκανε εντύπωση στην αφήγηση του Γιώργου Βοϊκλή γιατί μαρτυρά τις προτεραιότητες μιας άλλης εποχής είναι το ότι η γιαγιά της οικογένειας ανέλαβε να κουβαλήσει τα εικονίσματα. Η τρίτη περίπτωση αφορά την φυλακισμένη στην Πάτρα –μετά από καταγγελία Χίτη– γυναίκα του Αντώνη Τσουμπού, την περίοδο που ο ίδιος ήταν καπετάνιος στα βουνά της Αιγιαλείας και τα πέντε τους παιδιά μόνα με τη γιαγιά τους. Η φυλακισμένη κατάφερε να δώσει την ραπτομηχανή στην ξαδέλφη τού χίτη που την κατέδωσε για να μην καταθέσει εναντίον της στη δίκη, κι έτσι σώθηκε και αποφυλακίστηκε.

Η αναγνώριση της μοδιστρικής ως οικονομικής συμβολής στον οικογενειακό προϋπολογισμό κυμαίνεται ανάλογα με την χρονικοϊστορική περίοδο που εξετάζεται στα τρία κεφάλαια στα οποία χωρίζεται το βιβλίο· στο πρώτο «Η ραπτική στην Ελλάδα από τα τέλη του 19ου αιώνα ως την δεκαετία του 1930», στο δεύτερο «Η μοδιστρική από την δεκαετία του ’30 μέχρι και την δεκαετία του 1970» και στο τρίτο κεφάλαιο « Από το χειροποίητο στο έτοιμο ρούχο» (1970 – σήμερα) με υποενότητες  Δουλεύοντας φασόν και Από το φασόν στις επιδιορθώσεις. Ουσιαστικά, το πέρασμα από τον οικιακό στον δημόσιο χώρο συντελέστηκε με αργό ρυθμό μετά την δεκαετία του 1970 όταν η βιοτεχνία άρχισε σταδιακά να αντικαθιστά την μοδιστρική πάνω στο σώμα και στα μέτρα της πελάτισσας. Τότε ήταν που αναγνωρίστηκε ως αμειβόμενο επάγγελμα και οι μοδίστρες απέκτησαν συγκεκριμένο ωράριο, κανονική ασφάλιση και δικαιώματα.

Μέσα από την ιδιοσυγκρασία κάθε αφηγούμενης, μέσω της γλώσσας και του ιδιόλεκτου που χρησιμοποιεί στις απομαγνητοφωνήσεις σώζονται ατμόσφαιρες, αρώματα και κλίμα εποχής, όπως για παράδειγμα κάπου μαθαίνουμε ότι τα λουκούμια τα έλεγαν αγκιτέδες (σ.89).  Βλέπουμε να περνά μπροστά από τα μάτια μας μια άλλη ξεχασμένη Ελλάδα, αυτή της προσφυγιάς, του μόχθου, της αδικίας, της ανισότητας αλλά και της επιμονής, της ψυχικής δύναμης, της διεκδίκησης του δίκαιου και των δικαιωμάτων, εν προκειμένω των γυναικών. Υπάρχουν σημεία στις αφηγήσεις τους, που μας θυμίζουν στιγμιότυπα από ταινίες του παλιού ελληνικού κινηματογράφου όπου η μαθητευόμενη μικρή κοπέλα προφασίζεται ότι θέλει να συναντήσει για λίγο τον τάχα στρατιώτη εξάδελφό της με σκοπό να ανταλλάξει δυο τρυφερές κουβέντες με τον νεαρό που την φλερτάρει (σ.80).  Μέσα από τις περιγραφές των μοδιστρών αναδύεται ανάγλυφα μια άλλη Αθήνα, με τα παλιά Πατήσια να έχουν χωματόδρομους, μάντρες, κήπους αλλά και πλούσιες μονοκατοικίες όπου οι μικρές μαθητευόμενες πήγαιναν με τα πόδια για να παραδώσουν το φρεσκοραμμένο ρούχο και είναι φορές που φτάνει μέχρι και στη σημερινή τους αφήγηση ο απόηχος της χαράς για το γενναιόδωρο φιλοδώρημα που τους έδιναν, το οποίο συχνά ήταν μεγαλύτερο από ολόκληρο το βδομαδιάτικο τάλιρο της εργασίας τους. Διαφορετικές φυσικά ήταν οι συνθήκες για όσες μαθήτευαν στη μοδίστρα της γειτονιάς από τις αντίστοιχες μοδίστρες του κέντρου της Αθήνας, και σ’ αυτό το σημείο αναδεικνύονται παραστατικά οι ταξικές διαφορές μέσα από την ποικιλία και την  ρητή διαβάθμισή τους: Σχολή, Ατελιέ, Οίκος. Γνωστά ως σήμερα παραδείγματα ήταν η σχολή Τσοπανέλη στη Σόλωνος και η σχολή του Μιχάλη Βελουδάκη στο Σύνταγμα (από το 1945), την οποία ο ταλαντούχος και ευρηματικός Βελουδάκης —μόλις η βιοτεχνία του ρούχου παραμέρισε την sur mesure εποχή— την μετεξέλιξε στην πρώτη επαγγελματική σχολή σχεδιασμού και τεχνολογίας του ρούχου και έκανε την διαφορά με το διετές πρόγραμμα φοίτησης, το οποίο περιλάμβανε σχέδιο, χρωματολογία, ιστορία της τέχνης του ενδύματος και γαλλικά για να μπορούν να παρακολουθούν οι μαθήτριες της σχολής την εξέλιξη της μόδας μέσα από τα γαλλικά περιοδικά! Τελικά το 1952 έχουμε την ίδρυση  δημόσιας σχολής από τον ΟΑΕΔ.

Το βιβλίο Γαζώνοντας τη ζωή έρχεται να βάλει τα πράγματα στη θέση τους, αποδίδοντας όσα πρέπει στις γυναίκες εκείνες που μόχθησαν, που δημιούργησαν μέσα από την τέχνη της μοδιστρικής και αγάπησαν το επάγγελμά τους, που κέρδισαν μέσα από την εργασία τους την αυτοεκτίμηση και τον αυτοσεβασμό τους μέσα σε μία κοινωνική συνθήκη συχνά όχι τόσο φιλική, όπου ελλόχευε διαρκώς ο κίνδυνος της υποτίμησης.

Το ξεχωριστό σ’ αυτό το βιβλίο είναι το γεγονός ότι προήλθε από την έρευνα εθελοντών και όχι ακαδημαϊκών, από το ενδιαφέρον δηλαδή ανθρώπων που προέρχονται από άλλους επαγγελματικούς και επιστημονικούς χώρους αλλά ενδιαφέρονται για το ιστορικό παρελθόν της χώρας μας στο πεδίο της μικροϊστορίας και προσπαθούν να ανιχνεύσουν την χαμένη ταυτότητα και τις ρίζες μας. Και όποιος ενδιαφέρεται για το παρελθόν αποκτά καλύτερη αίσθηση των πατημάτων της χώρας στο παρόν και ενδεχομένως ενεργοποιείται για το μέλλον. Ανθρώπων, που όπως γράφει στον επίλογο του βιβλίου η ΟΠΙΑ, «κοιτάζοντας πίσω, διαπιστώνουμε πως το ΄εγώ΄, με παλινδρομίσεις και πισογυρίσματα, ανθίζει και πλουτίζει μέσα στο ΄εμείς’. Επομένως, είναι πολύ σημαντικό να συνεχιστεί η πρωτοβουλία του δικτύου των Ομάδων Προφορικής Ιστορίας, να αναδειχθεί η δουλειά τους και να συνεχίσουμε να απολαμβάνουμε τους καρπούς της ουσιαστικής προσφοράς τους. Αξίζει εδώ να αναφέρουμε τα ονόματα των ερευνητριών/ερευνητών της συγκεκριμένης ΟΠΙΑ που ιδρύθηκε το 2013 και αποτελείται από τις Κατερίνα Αρβανιτάκη, Μαρία Βοϊκλή, Ελένη Γαβαλά, Κική Ζαράγκα, Αναστασία Λορέντζου, Φωτεινή Μπούρδαλα, Δώρα Παπαγγελοπούλου, Ηρώ Παπαδάκη, Έφη Παυλογεωργάτου, Ελένη Παυλούνη και Κωνσταντίνος Σαλταούρας.

Το βιβλίο εμπλουτίζουν πολύ όμορφες φωτογραφίες που τεκμηριώνουν στις διάφορες χρονικές περιόδους.

 

Γαζώνοντας τη ζωή – Ελληνίδες μοδίστρες,, Ομάδα Προφορικής Ιστορίας Αθήνας (ΟΠΙΑ) , Εύμαρος

Προηγούμενο άρθροΤο κοκτέιλ φόρεμα Mondrian (γράφει η Φαίη ΓκαΪνά)
Επόμενο άρθροΟ ιταλοθρεμμένος ελληνόγλωσσος ποιητής (και μεταφραστής) Κάλβος (του Ευριπίδη Γαραντούδη)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ