Σάββατο, 11 Ιουλίου, 2026
ΑΡΧΙΚΗ ΒΙΒΛΙΑ Η επιστροφή της άσωτης κόρης (της Κατερίνας Ηλιοπούλου)

Η επιστροφή της άσωτης κόρης (της Κατερίνας Ηλιοπούλου)

0
433
«Ελεγεία ενός Έρωτα» (Elegy) είναι αμερικανική δραματική ταινία του 2008 σε σκηνοθεσία της Ιζαμπέλ Κοϊξέ. Η ταινία βασίζεται στο σύντομο μυθιστόρημα «Το πεθαμένο ζώο» (The Dying Animal) του κορυφαίου Αμερικανού συγγραφέα Φίλιπ Ροθ.

γράφει η Κατερίνα Ηλιοπούλου

Ήδη από το πρώτο της μυθιστόρημα, Οι Αλεπούδες του Περ-Λασαίζ (Μωβ Σκίουρος, 2024),  η Ρένα Λούνα συστήνεται ως μια δεινή αφηγήτρια που πλάθει το γλωσσικό υλικό της με λεπτότητα και βάθος, προσφέροντας αυθεντική αναγνωστική απόλαυση. Τα ίδια στοιχεία ακόμη πιο ακονισμένα, υπάρχουν και σε αυτό το δεύτερο βιβλίο της, πολύ διαφορετικό πάντως σε ύφος, θεματική και μορφή από το πρώτο. Πρόκειται, όπως αναγγέλλεται στον τίτλο, για ένα επιστολικό μυθιστόρημα που παρασέρνει την αναγνώστρια στον κόσμο της αφηγήτριας, αφού η όποια πλοκή του βιβλίου είναι στην πραγματικότητα η κατασκευή μέσω της γραφής μιας άγουρης αλλά στιβαρής υποκειμενικότητας, με όλα τα ρίσκα, τους κινδύνους, τις αντιφάσεις, τις παλινδρομήσεις, που ενυπάρχουν σε αυτή την απόπειρα που δεν τελειώνει ποτέ. Για αυτό και το παράδοξο του βιβλίου, ανάμεσα σε άλλα, είναι ότι σε εμένα τουλάχιστον δημιούργησε την αίσθηση ότι κάπου συνεχίζεται αδιάκοπα  συνοδεύοντας το χτίσιμο -γκρέμισμα, τη μεταμόρφωση και στασιμότητα, τα λιμνάζοντα και ταραγμένα νερά μιας εξομολόγησης η οποία απευθύνεται σε έναν βουβό αποδέκτη που θα μπορούσε να είναι ο κάθε αναγνώστης.

H μορφή:

Επιστολικό μυθιστόρημα, που αν και απευθύνεται, παίρνει συχνά τη μορφή του προσωπικού ημερολογίου.  Πρόκειται για επιστολές προς έναν αποδέκτη που δεν απαντά ποτέ. Οι διαθέσεις, οι πράξεις και οι συναντήσεις των δύο μελών περιγράφονται αποκλειστικά από την οπτική γωνία της γράφουσας. Αποδέκτης των επιστολών, είναι ο παντρεμένος καθηγητής λογοτεχνίας, Σιμόν Ζιράντ, ο οποίος κατασκευάζεται ως ιδανικός άλλος, ως ένα εσύ στο οποίο η γράφουσα μπορεί να απευθύνει την αφήγηση του εαυτού της, καθώς οι επιστολές δεν έχουν ως κύριο περιεχόμενο τη σχέση τους, αλλά περισσότερο αποτελούν ένα προσωπικό ημερολόγιο της ζωής της, ως μεταπτυχιακή φοιτήτρια σε μια άγνωστη πόλη, το Παρίσι. Το βιβλίο από την άποψη της μορφής αρθρώνεται σε σύντομα κεφάλαια “επιστολών”, συχνά με ευφάνταστους και παιχνιδιάρικους τίτλους όπως “Η νυχτοπεταλούδα πετάει προς το φως, μέσα στο άσυλο”, “Κοτέτσια και αετοφωλιές”,  Τα δάχτυλα της Άννα Μπολέιν και το μαγεμενο κρανίο”, “Ήρθα να κάψω την αόρατη πόλη σου”,  “Η βία των γιορτών, “Υψιπετής και ύπανδρος”.

Η γλώσσα των επιστολών είναι πυκνή και αναστοχαστική, εξομολογητική και περίτεχνη, με χρήση απρόσμενων μεταφορών και αφορισμών για ένα πλήθος ζητημάτων, από τη μνήμη και τον έρωτα, την περιπλάνηση και την πόλη, τη μοναξιά και τη δοκιμασία των ανθρώπινων σχέσεων, την απώλεια και τον θάνατο. Αυτός ο αφοριστικός και συχνά βαθιά αναλυτικός λόγος που πλησιάζει στο ελεύθερο δοκίμιο με τον τρόπο του Μοντένιου, διαθέτει χιούμορ και αυτοσαρκασμό, πίκρα και προσδοκία, λαχτάρα για ελευθερία, έκφραση και σύνδεση, ενώ ταυτόχρονα και συνεχώς, σχεδόν σε σημείο εμμονής, διανθίζεται με αναφορές σε πλήθος λογοτεχνικών κειμένων, αλλά και φιλοσοφικών έργων, έργων τέχνης και μουσικής. Ας μην ξεχνάμε πως η ηρωίδα είναι φοιτήτρια δημιουργικής γραφής και είναι σαφές πως αυτό είναι το πάθος της και η υπόγεια χώρα-τόπος τον οποίο κατοικεί, συνήθως ο μόνος ασφαλής χώρος που διαθέτει. Το βιβλίο είναι ένας ύμνος για την λογοτεχνία ως τρόπο ζωής, για τους συνειδητούς και ασυνείδητους τρόπους που διαμορφώνει τον εαυτό, συμβάλλει στην αφήγηση και πλάθει την υποκειμένικότητά μας, φτιάχνοντας από τον καθένα και την καθεμία, μια συγγραφέα, της ίδιας της ζωής του.

Σε ποιαν ανήκει όμως η φωνή του μονοφωνικού αυτού βιβλίου, το φάντασμα που έχει κατοικήσει την συγγραφέα τόσο πειστικά που σε καμιά στιγμή δεν την προδίδει;

Το περίγραμμα: Eίναι νέα και όμορφη όπως την αποκαλούν οι εραστές της, είναι χαρισματική φοιτήτρια, ήδη συγγραφέας ενός εντυπωσιακού βιβλίου-μελέτης για το οποίο κερδίζει υποτροφία στην Σορβόννη και κατά την διάρκεια της περιόδου που περιγράφει ξεκινά να γράφει ένα δεύτερο αυτοβιογραφικό βιβλίο. Φέρει ένα βαρύ οικογενειακό φορτίο με απώλειες και θανάτους, είναι μια μικρή ορφανή και αυτοεξόριστη. Δραπετεύει από τον τόπο καταγωγής, μια μικρή πόλη στην Μάλτα, προς την μυθική μητρόπολη, από έναν στενό ορίζοντα που την πνίγει σε αυτό που οραματίζεται απέραντο και γεμάτο δυνατότητες. Είναι η ιδανική ηρωίδα, μόνη, ανυπεράσπιστη, θαρραλέα, χαρισματική, έτοιμη για τις δοκιμασίες που της επιφυλάσσονται.

Η κατασκευή του εαυτού: Η δική μου ανάγνωση του βιβλίου ως μια απόπειρα κατασκευής εαυτού έχει ως αφετηρία την προδοσία, την θεμελιακή προδοσία του άσωτου υιού (εδώ της κόρης), που εγκαταλείπει την εστία, την όποια θαλπωρή και σιγουριά της εργασίας στην οικογενειακή επιχείρηση, τη διαφύλαξη της μνήμης και της περιουσίας, ακόμα και, πρωτίστως, της μητρικής γλώσσας, και επιλέγει την έκθεση στον κίνδυνο της ένδειας (με κυριολεκτικό και μεταφορικό τρόπο) για να δομήσει την υποκειμενικότητά του. Από αυτή την άποψη είναι ένα βιβλίο διάπλασης της ταυτότητας, κατά την οποία το υποκείμενο έχει συνείδηση των πράξεών του και κινείται με τόλμη προς αυτό που αισθάνεται πως του ταιριάζει και το έλκει, δηλαδή προς την επιθυμία. Το στοιχείο της προδοσίας είναι πολύ σημαντικό για τον χαρακτήρα του βιβλίου, καθώς αυτή η πράξη έχει σοβαρές συνέπειες που δεν εγγυώνται την επιτυχία.

Η διακινδύνευση: Ο κίνδυνος είναι παρών όχι μόνο στα γεγονότα που περιγράφονται, στις ψυχικές καταστάσεις στις οποίες παρασύρεται η ηρωίδα, στις ατυχίες και τις αδικίες που υφίσταται, αλλά κυρίως στην γλώσσα του βιβλίου, στον τρόπο που είναι γραμμένο. Οι περιγραφές των ψυχικών αποχρώσεων και των συνεχών διερωτήσεων, η δυσκολία και η αγωνία της έκφρασης και της επιθυμίας για αναγνώριση και ορατότητα, φέρνουν συχνά την αναγνώστρια σε κατάσταση αμηχανίας ή ταραχής. Αυτό το ξεβόλεμα οφείλεται στον αποκαλυπτικό τρόπο που λειτουργούν οι λέξεις, ώστε να δημιουργούν ένα κινδυνώδες υπόβαθρο, που μας παρασέρνει. Ως αναγνώστες γινόμαστε μάρτυρες, όχι μόνο της καταγραφής των γεγονότων εσωτερικών και εξωτερικών, αλλά μέσω της γλώσσας, της υφής του ψυχισμού και της διάνοιας αυτής της υποκειμενικότητας που πασχίζει να γίνει χαρακτήρας. Ακολουθώντας την στην πορεία προς την  εξατομίκευση και μέσω της, επαναλαμβάνω, γλωσσικής περιπέτειας, διαμορφωνόμαστε κι εμείς. Ήταν πάρα πολλές οι στιγμές που το υλικό του βιβλίου λειτούργησε σε σωματικό επίπεδο ως ανατριχίλα αναγνώρισης ή αποκάλυψης μύχιων (και συχνά άρρητων) καταστάσεων.

Η νεότητα: Η νεότητα είναι μια συνθήκη την οποία επίσης διαπραγματεύεται το βιβλίο μέσω της ηρωίδας του. Είναι μια συνθήκη θριάμβου, άγριας χαράς, αισθησιασμού, ανακάλυψης.

Η νεότητα είναι επίσης μια συνθήκη ένδειας, έλλειψης, αδυναμίας, και τρωτότητας. Εξαιτίας της δεδομένης ένδειας, είναι μια εποχή αναζήτησης και ευκαιρίας, μια κρίσιμη εποχή, γεμάτη κρίσεις και κρίσεις, αποφάσεις δηλαδή. Αριστοτεχνικά και συγκινητικά δίνεται αυτό το περιβάλλον της επικίνδυνης ισορροπίας, αλλά και της γιορτής, από την Λούνα. Η ερωτική επιθυμία, ο πόθος, αποτελεί την αφετηρία της προσωπικής ιστορίας, το ξεκίνημα της αφήγησης που κάνει να ξετυλιχτούν τα νήματα προς το παρελθόν και το μέλλον, αυτή που κινητοποιεί την αφήγηση και αφυπνίζει την απεύθυνση προς τον άλλο. Ταυτόχρονα είναι μια συχνά απελπισμένη έκφραση της επιθυμίας να γίνει κανείς ορατός, να αναγνωριστεί ως σώμα και διάνοια, ως ετερότητα που συνδέεται και γίνεται αποδεκτή.

Η μαρμάρινη πλάκα και η εξουσία. Ως (ακούσιος) αποδέκτης των επιστολών παρουσιάζεται ο χαρισματικός παντρεμένος καθηγητής, που ανυψώνει και εξιδανικεύει την ηρωίδα ως κάλλος και πνεύμα. Εκείνη επίσης τον εξιδανικεύει, ως αδελφή ψυχή, πνεύμα συντροφικό, προστάτη και υποστηρικτή της απέναντι στο αντίξοο περιβάλλον του πανεπιστημίου. Φαίνεται να τον ποθεί ερωτικά, ενώ είναι ερωτευμένη και σε σχέση με κάποιον άλλο, τον επίδοξο ηθοποιό Νοά, και τον τοποθετεί απέναντί της ως τον πόλο του ανέφικτου. Η ηρωίδα σε μεγάλο βαθμό χειραγωγεί τον καθηγητή, τον χρησιμοποιεί για να δομήσει τη δική της ταυτότητα, δεν πρόκειται για μια ανυπεράσπιστη, αφελή κοπέλα που πέφτει θύμα εκμετάλλευσης και αποπλάνησης, αλλά για μια καλλιτέχνη που σμιλεύει την ύπαρξή της με ό,τι υλικά της προκύπτουν στην πορεία. Για μεγάλο διάστημα διαβάζοντας το βιβλίο σκεφτόμουν πως η μαρμάρινη πλάκα είναι η ίδια η λογοτεχνία. Ο τόπος όπου υπάρχουν όλες οι απαντήσεις, εκείνο το μέρος που δεν θα μας προδώσει ποτέ, που θα είναι πάντα εκεί, να μας παρηγορήσει και να μας συμβουλέψει, το πεδίο όπου μπορούμε να δοκιμάσουμε χίλιες εκδοχές του εαυτού μας και να διδαχθούμε για τον κόσμο, καθώς είναι απέραντο και αμετακίνητο, ένα μνημείο διαπερατό και επισκέψιμο όποτε το αναζητήσουμε. Η αναγωγή του καθηγητή σε ιδανικό την εξυπηρετεί, καθώς χρειάζεται έναν τέλειο πόλο για να αντιμετωπίσει τη μικρότητα και την ανεπάρκεια των ανθρώπων γύρω της, τις δομές εξουσίας που την καταδυναστεύουν, τις ταξικές σφραγίδες από τις οποίες δεν μπορεί να απαλλαχθεί, τη βαριά οικογενειακή κληρονομιά , τη βαθιά υπαρξιακή μοναξιά που είναι επίσης ίδιον της νεότητας. Όπως εξηγεί η ίδια: “…θα παραδέχτηκα πως έχω λόγια να χορεύουν μέσα στο στόμα μου. Λέξεις να μου κλοτσάνε τα ούλα, γράμματα να κρατιούνται από τις άκρες των δοντιών μου, μυστικά που ψάχνουν μια αφορμή για να γλιστρήσουν από τη γλώσσα μου. Πώς φτάσαμε εδώ; Μάλλον ήθελα να σου εξομολογηθώ οτιδήποτε ξέρω και οτιδήποτε αγνοώ, αλλά προκειμένου να το κάνω αυτό, εσύ πρέπει να υποσχεθείς πως θα φερθείς ίδια με μαρμάρινη πλάκα. Πως όσα σου πω θα είναι σαν να τα έλεγα μπροστά σε έναν μαρμάρινο τάφο….πως το να σου μιλάω θα είναι σα να μιλάω μόνη μου, στον εαυτό μου, την ώρα που αδειάζω τα εντόσθια κάποιου ψαριού, ή σαν να σκάβω μια τρύπα σε όποιο κομμάτι γης έχει μείνει χωρίς άσφαλτο, πάνω στην καινούργια μου χώρα…”

Ο πραγματικός καθηγητής αποδεικνύεται ένα συνηθισμένο ανθρωπάκι που δεν έχει τα κότσια να ακολουθήσει την επιθυμία του και να βρεθεί μαζί της ερωτικά, να της δώσει έστω το σώμα του που εκείνη ποθεί κι εκείνος με την αμφιλεγόμενη στάση του της το υπόσχεται, παραμένει δέσμιος των μικροαστικών του προκαταλήψεων και αρκείται να εισπράττει ναρκισσιστικά τον θαυμασμό της όσο αυτός δεν τον απειλεί και τελικά επιλέγει να καλύψει τα νώτα του και να διαφυλάξει την θέση του παρά να σταθεί δίπλα της. Η ίδια το  ξεπερνά αλλά πληρώνει το τίμημα της δικής της αναγωγής αυτού του έρωτά σε απόλυτο.

Ο ερωτευμένος Νοά. Ταυτόχρονα με τον απόλυτο έρωτα για τον καθηγητή Σιμόν, που παρουσιάζεται ως μια σύγχρονη εκδοχή μποβαρισμού, υπάρχει και ο πραγματικός έρωτας με σάρκα και οστά, ένας χαρακτήρας με όλες τις αδυναμίες και τα λάθη ενός ατελούς ανθρώπου, που αποτελεί τη ζώσα ετερότητα με την οποία δοκιμάζεται η συγκρότηση του εαυτού. Δηλαδή με το ελλειμματικό, το ακατανόητο, το οδυνηρό του άλλου, την απογοήτευση, την παρεξήγηση, την ασυνεννοησία, αλλά και το σαρκικό πάθος και την αμοιβαιότητα.

Η τρέλα. Όπως ξέρουμε, ο ήρωας στην μυθοπλασία έρχεται πάντα αντιμέτωπος με την απώλεια και τον θάνατο. Εδώ η ηρωίδα μέσα από την σύγκρουση και την κατάρρευση των προσδοκιών της οδηγείται σε μια προσωρινή κατάσταση τρέλας. Δεν υπάρχουν απαντήσεις. Όσο σαγηνευτική και να είναι η λογοτεχνία, τα ανθρώπινα όντα είναι καταδικασμένα να υποφέρουν τις δικές τους οδύνες, να ζουν τη ζωή που είναι απείρως πολύπλοκη και εξαντλητικά αργή, ακόμα κι αν έχει βρει κανείς τον τρόπο να την εκφράσει με λέξεις. Οι λέξεις είναι κάτι λυτρωτικό το οποίο ωστόσο δεν διαρκεί, ούτε είναι οριστικό. Όπως λέει και ο Όσκαρ Γουάιλντ στο De Profundis, “οι καρδιές είναι φτιαγμένες για να συντρίβονται.” Η ηρωίδα δραπετεύει από αυτό που νομίζει φυλακή της μικρής γενέθλιας πόλης και έρχεται στο μυθικό Παρίσι. Το πανεπιστήμιο, η πόλη, η φοιτητική εστία, το ανταγωνιστικό περιβάλλον της φοιτητικής εφημερίδας, δεν σταματούν ούτε στιγμή να την ξερνούν ως ξένο σώμα. Χτυπιέται στα σύρματα αυτού του περίκλειστου κόσμου, με την αθωότητα, την ευφυΐα και την τόλμη της, την αντισυμβατικότητα της ιδιοσυγκρασίας της, την εξαιρετική της φύση και στο τέλος ηττάται.

Το έμφυλο στοιχείο είναι οργανικά και φυσικά παρόν στην υφή του βιβλίου, στην ίδια την έκφρασή του χωρίς καταγγελτική διάθεση, αλλά και για αυτό υποδόρια πολύ ενεργό. Αποτελεί ένα από τα νήματα της αφήγησης, όπου το νέο, χαρισματικό και πανέμορφο κορίτσι μονίμως πέφτει θύμα της ίδιας της ευφυίας της, η οποία όχι μόνο δεν γίνεται αποδεκτή αλλά προβάλλεται ως σημείο σύγκρουσης, απόρριψης και διαβολής από όλους τους αρσενικούς χαρακτήρες που συνδέονται μαζί της. Η γοητεία που τους ασκεί αρχικά, μετατρέπεται σε φθόνο, η αδυναμία να την ορίσουν ή να την καθυποτάξουν, να την τακτοποιήσουν ένα σκαλί πιο κάτω, ανασύρει όλα τα στερεότυπα, της πλανεύτρας, δύσκολης και πολύπλοκης, νευρωτικής, εκμεταλλεύτριας, ασταθούς προσωπικότητας που την  κλονίζουν σε βαθμό συντριπτικό. Στο τέλος του βιβλίου μένει μόνη έχοντας διανύσει το δύσκολο δρόμο της αποδοχής της απώλειας, κι εγώ τουλάχιστον είμαι σίγουρη πως συνεχίζει να αναζητά την δική της φωνή, το δικαίωμα της έκφρασης και της σύνδεσης.

Αν ακολουθήσουμε το νήμα της σκέψης που λέει πως η επιστροφή του Ασώτου υιού είναι η επιστροφή στον εαυτό του, αφού έχει προηγηθεί η φυγή από αυτό που δεν τον περιέχει και η ανάληψη από μέρους του της ευθύνης να γίνει πατέρας και μητέρα του εαυτού του, ετούτη εδώ η άσωτη κόρη βρίσκεται καθ’οδόν.

Ρένα Λούνα, Αγαπητή μαρμάρινη πλάκα, εκδόσεις Ίκαρος, 2026

Προηγούμενο άρθρο «Στίχοι γραμμένοι με το χρώμα του αίματος» (του Ν.Γ. Λυκομήτρου)
Επόμενο άρθροΣτα ξένα με τον Αργύρη Χιόνη και τον Βασίλη Βασιλικό (γράφει ο Χρήστος Τσιάμης)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ