Γιάννης Πάσχος
Τα Θεοφάνια ανοίγουν οι ουρανοί έλεγαν όλοι, γονείς, γείτονες, αυτό έλεγαν, ότι ναι, πράγματι, ανοίγουν οι ουρανοί και μερικά από τα παιδιά έλεγαν ότι είδαν τους ουρανούς να ανοίγουν αργά το βράδυ, τα μεσάνυχτα, ακριβώς στις δώδεκα και περιέγραφαν τι είδαν και ήταν τόσα πολλά και τόσο διαφορετικά αυτά που είχε δει ο καθένας, που ο μικρός Νίκος τα άκουγε με το στόμα ανοιχτό κι εντυπωσιαζόταν και πολύ λυπόταν που αυτός ποτέ δεν κατάφερε να δει τους ουρανούς να ανοίγουν, αν και πολλές φορές προσπάθησε, μα, δυστυχώς, τον έπαιρνε ο ύπνος στο πρεβάζι του παραθύρου. Ανοίγουν οι ουρανοί έλεγε στην μάνα του εντυπωσιασμένος κι εκείνη συμφωνούσε και με βεβαιότητα του αφηγούνταν, πως και η ίδια τους είδε να ανοίγουν και φως μεγάλο ερχόταν στη γη από μια τεράστια τρύπα και χιλιάδες αστέρια είδε να περιμένουν το ένα πίσω από το άλλο, στη σειρά, για να πάρουν τη θέση τους στον κάτω ουρανό, γιατί τα αστέρια είναι αποθηκευμένα μέσα βαθιά στους ουρανούς και οι ουρανοί δεν είναι ένας αλλά πολλοί, ο ένας πάνω στον άλλον, σαν το τοστ που του ετοίμαζε κάθε πρωί για το σχολείο.
Αποφασισμένος ο Νικολάκης, στήθηκε ανήμερα των Φώτων στο παράθυρο να δει τους ουρανούς να ανοίγουν και κάθε τόσο τσιμπιόταν να μην κοιμηθεί, να παραμείνει ξύπνιος μέχρι τα μεσάνυχτα. Ήταν η πρώτη φορά που είδε τους ουρανούς που άνοιξαν και τρόμαξε όταν είδε τον εαυτό του ψηλά να πετά, πολύ ψηλά να πετά, και φοβήθηκε, αλλά ήταν καλά ντυμένος και κρύο δεν ένιωθε, απλά το ύψος τον φόβιζε, μετά συνήθισε και του άρεσε, πετούσε, πετούσε όλο και πιο ψηλά, αστέρια δεν είδε, παρά μονάχα πουλιά, αλλά όχι ολόκληρα, μονάχα τον σκελετό τους, και τα οστά τους άκουγε να κροταλίζουν καθώς πετούσαν και σιγά-σιγά, όσο αυτά κατέβαιναν στους πιο κάτω ουρανούς, μύες τα οστά τους κύκλωναν και με φτερά γέμιζαν, κανονικά πουλιά, σαν αυτά που ζωγράφιζε έγιναν, και σκελετούς από άλλα ζώα είδε, λιοντάρια κι ελέφαντες και, όσο και αυτά κατέβαιναν στους πιο κάτω ουρανούς, γίνονταν και αυτά σαν τα ζώα που ζωγράφιζε, κι όσο αυτός, πιο πάνω και πιο πάνω συνέχιζε να ανεβαίνει, είδε τη γη ολάκερη, με σπίτια και εργοστάσια και δρόμους, σαν να καθρεφτιζόταν στους ουρανούς η γη που γνώριζε και το σπίτι του είδε και χάρηκε, κι όσο πιο πάνω ανέβαινε, έβλεπε τη γη από άλλα, άγνωστα πια μέρη και ανθρώπους έβλεπε που δεν ήταν ακριβώς άνθρωποι και γλώσσα παράξενη μιλούσαν και τον χαιρετούσαν και φιλιά του έστελναν όπως περνούσε με ταχύτητα, κι εκείνος άρχισε να φωνάζει, γεια σας και γεια σας, και, φώναζε τόσο δυνατά, που η μάνα του ξύπνησε και ανήσυχη πήγε στο δωμάτιό του να δει τι συμβαίνει.
Τον σκούντησε ελαφρά, έτσι όπως είχε γείρει το κεφάλι του στο πρεβάζι του παραθύρου, και ο Νικολάκης πετάχτηκε πάνω με την μιά, είδα τους ουρανούς, της φώναξε ενθουσιασμένος, τους είδα που άνοιξαν και άρχισε να της διηγείται τι είδε και η μάνα του φάνηκε να εντυπωσιάζεται, και μετά, την άλλη μέρα, στο σχολείο, τα διηγήθηκε και στα παιδιά και όλα ζήλεψαν με αυτά τα τόσα πολλά και ωραία και μοναδικά που είδε, ακόμη και η δασκάλα του απόρησε και από μέσα της ζήλεψε κι αυτή που είχε μεγαλώσει και σπάνια ονειρευόταν.











![Τα μεταμφιεσμένα (βιβλία) εκτός Απόκρεω [της Μαρίζας Ντεκάστρο]](https://www.oanagnostis.gr/wp-content/uploads/2026/02/ccb052aebf9ab89eb4ba0dcadf63d752-218x150.jpg)













