Οι “ιερές αγελάδες στη λογοτεχνία” και τα κριτήρια (του Αλέξη Πανσέληνου)

1
655
Kamadhenu Tanjore

 

του Αλέξη Πανσέληνου

 

 Η ιδέα πως «δεν υπάρχουν ιερές αγελάδες στη λογοτεχνία» που προωθήθηκε από μια ομάδα νέων ανθρώπων της γραφής, έχει και την αντίστροφη εκδοχή της – πως «στη λογοτεχνία όλες οι αγελάδες είναι ιερές». Τι σημαίνει αυτό : σημαίνει πως ο Όμηρος εξακολουθεί να είναι ο Όμηρος μαζί με την υβριστική προς τα σημερινά ήθη διένεξη Αχιλλέα και Αγαμέμνονα για την απόκτηση της τρωαδίτισσας «σκλάβας» Βρυσηίδας και την ανταλλαγή της με την Χρησηίδα, πως ο Σέξπιρ εξακολουθεί να είναι ο Σέξπιρ μαζί με το «Ημέρωμα της στρίγγλας» που δεν είναι άλλο από την υποταγή μιας δυναμικής γυναίκας στον άντρα της, πως ο Ζολά παραμένει ο Ζολά μαζί με την «σεξεργάτρια» Νανά του, πως ο Θερβάντες παραμένει Θερβάντες μαζί με την κούφια και ανάξια προσοχής Δουλτσινέα που όμως στέλνει τον Δον Κιχώτη του στο ηρωικό του ταξίδι προς τη δόξα (τι σύλληψη !) και ο Φλομπέρ παραμένει Φλομπέρ παρά την ανελέητη έκθεση της αφέλειας που διακρίνει και καταστρέφει την διάσημη ηρωίδα του.

Και γιατί συμβαίνει αυτό ; Συμβαίνει γιατί όλοι αυτοί και ένα σωρό άλλοι δημιουργοί, σε όλες τις τέχνες, εκφράζουν, περιγράφουν και συχνά στηλιτεύουν (αλλά όχι υποχρεωτικά) το πνεύμα της εποχής τους, κέρδισαν όμως τη θέση τους στο Πάνθεον με την δύναμη της τέχνης με την οποία δημιούργησαν τα έργα τους.

Η πολιτική ορθότητα, ακόμα και αν υποθέσουμε πως δεν αποτελεί ένα πάμφθηνο και υποκριτικό φύλλο συκής μιας κοινωνίας έκδοτης στην διαστροφή και στην καταπίεση, είναι μια αφελής προβολή του σήμερα επάνω στο χθες που δεν έχει καμιά αξία. Η τέχνη είναι που καθιερώνει τις αξίες και όχι η πραγματικότητα που απεικονίζεται από αυτήν .  γιατί η πραγματικότητα διαθέτει το ακαταμάχητο όπλο να είναι πραγματική, δηλαδή να έχει υπάρξει κάποτε ή και να υπάρχει ακόμα σήμερα.

Ο Μ.Καραγάτσης δεν είναι και ποτέ δεν προβλήθηκε ούτε ως Όμηρος, ούτε ως Σέξπιρ ούτε ως Φλομπέρ. Ακόμα και την εποχή που ζούσε και εξέδιδε τα βιβλία του είχε μια θέση πολύ πιο κάτω από έναν μεγάλο αριθμό συγχρόνων του συγγραφέων και πολλοί κριτικοί είχαν επισημάνει τα πολλά ελαττώματα της γραφής του. Το πρόβλημα με αυτόν ήταν (και είναι) πως η γραφή του είναι ολοζώντανη και οι ιστορίες του συναρπάζουν ένα κοινό που δεν αποζητά παντού και πάντα την υψηλή καλλιτεχνική ποιότητα ενός Καζαντζάκη, ενός Μυριβήλη ή ενός Κ.Πολίτη, αλλά θέλει να διαβάσει ένα εύπεπτο παραμύθι που να μην είναι και επιπέδου ρομάντσου των περιοδικών της εποχής. Αν εξέδιδε σήμερα βιβλία ο Κ. θα ήταν κάθε χρόνο πρώτος στα «Ευπώλητα» των εφημερίδων, όπως ένας μεγάλος αριθμός συγχρόνων πεζογράφων που υπηρετούν τις αναγνωστικές απαιτήσεις ενός παρόμοιου ακριβώς κοινού. Αυτός είναι και ο λόγος που εξακολουθεί, εξήντα χρόνια μετά τον θάνατό του, να πουλά περισσότερα από όσα οι περισσότεροι από εμάς. Και κυρίως επειδή, πέρα από το ξεπερασμένο μελό της «Χίμαιρας» έχει γράψει πολλά δυνατά μυθιστορήματα (ενδεικτικά και μόνο Ο Γιούγκερμαν, Ο συνταγματάρχης Λιάπκιν, Το χαμένο νησί, Ο Κοτζάμπασης του Καστρόπυργου κλπ).

Όταν βγαίνουμε σήμερα και λέμε πως ο Καραγάτσης είναι σεξιστής, δεν εκφέρουμε παρά μια αφελή κοινοτοπία. Ο Καραγάτσης ανήκει στην εποχή του και η εποχή του στην Ελλάδα ήταν – και εξακολουθεί να είναι – σεξιστική και άδικη για τις γυναίκες. Περιγράφει ό,τι βλέπει γύρω του. Λέγεται επίσης πως πολλά (αν και όχι πραγματικά τόσο) χρόνια μετά την εμφάνιση του μοντερνισμού, μετά τον Τζόυς, τον Κάφκα και τον Καμύ, ο Κ. εξακολουθεί να γράφει μια λογοτεχνία «παλιάς μόδας», «παραδοσιακή» σκονισμένη και αραχνιασμένη. Αλλά ο Τζόυς, ο Κάφκα και ο Καμύ ανήκουν σε πολύ διαφορετικούς κόσμους (αφήνω που ο Καμύ, απόλυτα σύγχρονός του Καραγάτση, δεν έχει προλάβει ακόμα να αφήσει το αποτύπωμά του).

Ας μην ξεχνάμε πως παρά τον Τζόυς, τον Κάφκα και τον Καμύ, εξακολούθησε – και εξακολουθεί – να γράφεται μια λογοτεχνία που δεν δείχνει να έχει επηρεαστεί και τόσο καταλυτικά από αυτούς και πως ο «μοντερνισμός» – που δεν είναι παρά άλλη μια ετικέτα ευκολίας – υπάρχει και εκφράζεται με ένα πλήθος τρόπων, ανάμεσα στους οποίους και η «παραδοσιακή αφήγηση» ως παρενδυσία ή σάτιρα του παραδοσιακού (βλ. μεταμοντερνισμό). Πόσο μοντέρνος είναι αλήθεια ο Τζον Γουίλιαμς του «Στόουνερ» και πόσο παλιακός ο Λόρενς Στερν του «Τρίστραμ Σάντι» ή ο Θερβάντες ;

Η λογοτεχνία, όχι – η τέχνη σύμπασα, είναι νομιμοποιημένη μες στις αξίες μας γιατί μας διδάσκει την ομορφιά και το αναντικατάστατο της ζωής, με τα σωστά και με τα στραβά της. Και κυρίως γιατί στην τέχνη σημασία και βαρύτητα έχει το ΠΩΣ και όχι το ΤΙ. Αν κάποιοι καλλιτέχνες (και συγγραφείς) ακμάζουν μια  εποχή και εκπίπτουν αργότερα, συμβαίνει όχι γιατί ο κόσμος που περιγράψανε έχει αλλάξει και δεν είναι πια ο ίδιος, παρά γιατί ο τρόπος με τον οποίον το έκαναν έχει δείξει τη φτήνια και την ευκολία του. Και ως προς αυτό ο Καραγάτσης είναι εξίσου ευάλωτος όσο και όλοι εμείς οι άλλοι σήμερα.

 

Προηγούμενο άρθροO «αόρατος» μεταφραστής (της Κατερίνας Σχινά)
Επόμενο άρθροΔίπλα στο ποτάμι (της Μαρίας Κέκκου Δεμερτζή)

1 ΣΧΟΛΙΟ

  1. Κάπως έτσι είναι τα πράγματα όσον αφορά τον Καραγάτση. Νομίζω, ωστόσο, πως με εξαίρεση
    τον Joyce, έχουν κάτι κοινό. Διαβάζονται, δηλαδή, από όλους γιατί οι ιστορίες τους αφορούν
    τους ανθρώπους και τα πάθη τους χωρίς “την μεγάλη διανόηση” που κάποιες ώρες μπορεί και
    να κουράζει.
    Όσο για τον κόσμο πράγματι δεν άλλαξε – επομένως και οι ανάγκες του – άλλαξε όμως η κοινωνία, οι απαιτήσεις της, τα κριτήριά της όσον αφορά τους “διανοούμενους”.
    Κυριαρχεί το “τάχα μου”, δηλαδή.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ