του Γιάννη Ν. Μπασκόζου
Ο φίλος μου Αριστοτέλης θα τα έβαζε αυτά τα τρία πεζά στα «απαιτητικά βιβλία», βιβλία που απαιτούν από τον αναγνώστη να παλέψει για να κατακτήσει το κείμενο- δεν συμφωνώ. Όλα τα καλά βιβλία είναι απαιτητικά. Η Μαντάμ Μποβαρύ μπορεί να διαβαστεί ως ένα μελό ρομάντζο αλλά και ως μία πρώιμη φεμινιστική μυθοπλασία, ανάλογα τι ψάχνει ο αναγνώστης και ποια η σκευή του. Εδώ παρουσιάζω τρία πεζογραφήματα έντονης αφηγηματικής τεχνικής, ευφάνταστης μυθοπλασίας και ιδιαίτερης γλωσσικής επεξεργασίας στα οποία κυριαρχεί ο προσωπικός τόνος του κάθε συγγραφέα. Από εκεί και πέρα “De gustibus et coloribus non est disputandum”.
Ρούλα Γεωργακοπούλου, Εντευκτήριο μελαγχολικών πίθηκων, Εστία
Η Ρούλα Γεωργακοπούλου είναι μια ιδιαίτερη συγγραφέας. Τα βιβλία της όπως και τα θεατρικά της απαιτούν προσοχή.. Το Εντευκτήριο μελαγχολικών πίθηκων είναι μια αλληγορική, ελαφρώς υπερρεαλιστική ευφάνταστη μυθοπλασία. Ο χώρος που κινούνται οι ήρωες είναι η ζούγκλα και όλοι οι ήρωες είναι γορίλες και γοριλάκια εκτός από μία φιλοξενούμενη, ανθρώπινη κοπέλα, ονόματι Homo. Στην κοινωνία των γοριλών αρχηγός είναι ο Ντου Νταντού, πατριάρχης μέγας, γητευτής κοριτσιών και γοριλών. Η ζωή στην κοινότητα των γοριλών δεν έχει καμία σχέση με την ανθρώπινη. Η μνήμη ή τα πολλά σχέδια δεν μετράνε. Κυριαρχεί η σωματικότητα και η πράξη. Συμπρωταγωνίστριες γορίλίνες είναι η Ταρίτα (ευνοούμενη του αρχηγού, η Μις Μαρπλ και η Ρέα. Η συγγραφέας ανθρωποποιεί την κοινότητα δίνοντας φανταστικά ονόματα στους γορίλες και παραλλάσσοντας κάποια ανθρώπινα στοιχεία, όπως ένα γλέντι που γίνεται πάνω στο τσακίρ κέφι. Η Homo θα κοιμηθεί με τον Ντα Ντταντού και θα γεννήσει ένα μικρό γοριλλάκι, τον Μπογάσα. Η κοινότητα των γοριλών μέσα από μια παραδοσιακή τελετή θα αποφασίσει ποια μητέρα θα μεγαλώσει τον Μπογάσα.
Πρόκειται για νουβέλα οργιώδους φαντασίας στην οποία θίγονται ζητήματα πατριαρχίας, κοινοτισμού, θέματα πάθους, ζήλιας, πολυγαμίας, ερωτικών και άλλων σχέσεων. Όμως, προσοχή, η Ρούλα Γεωργακοπούλου δεν ανθρωποποιεί τα ζώα, όπως έχουμε συνηθίσει (βλ. Αίσωπος, Όργουελ, Βουτυράς κ.ά) αλλά το αντίθετο «ζωοποιεί τους ανθρώπους». Και αυτό ίσως δυσκολέψει τον αναγνώστη να το συηθίσει αλλά σίγουρα ύστερες σκέψεις θα τον οδηγήσουν να επανεκτιμήσει κάποια δεδομένα. Το κυρίαρχο είναι ότι θα το ευχαριστηθεί διαβάζοντάς το.
Γιώργος Χωματηνός, Βρίκελοι, Κίχλη
Ακόμα ένα ιδιαίτερο εγχείρημα. Ο συγγραφέας παρουσιάζει ένα αλληγορικό, ψευδο – παραδοσιακό, λίγο γκόθικ και λίγο νατουραλιστικά μυθιστόρημα γεμάτο συμβολισμούς. Λίγες ημέρες πριν το Πάσχα αφικνείται σε ένα χωριό, σε απροσδιόριστο χώρο και έτος, μια βοϊδάμαξα φορτωμένη με ένα μαρμάρινο φέρετρο. Μαζί της ένα καμιόνι, κάτι σαν αυτά τα Ντάτσουν φαντάζομαι των τσιγγάνων με τις ιδιοκατασκευές στο πίσω μέρος, στο οποίο υπάρχει ένας αλλόκοτος θίασος : Ο αρχηγός Χριστόφορος, η Μανταλένα, μια νταρντάνα πρώην καλλονή, ένα ζευγάρι δίδυμων σιαμαίων, ο Σίμος και ο Δήμος, που ο ένα παίζει βιολί κι ο άλλος κλαρίνο, ο Δονάτος, ένας αγαθός γίγαντας και η Σμαρώ, ένα μικρό κορίτσι που είναι και μάντισσα. Το καραβάνι φτάνει σε ένα χωριό με σκοπό να δώσει παραστάσεις για να βγάλουν τα ελάχιστα για να ζήσουν. Το χωριό δυναστεύει ένας σκληρός και αιμοσταγής τύραννος που όμως η όψη του δείχνει σαν αγόρι 13 χρονών. Είναι αυτός που θα ξεπαρθενέψει την Σμαρώ οδηγώντας την στον χαμό.
Η ιστορία είναι ένα μείγμα μεταμοντέρνου παραμυθιού και αλληγορίας. Το βασικό του στοιχείο είναι η γλώσσα και οι διακειμενικές μεταφορές. Κάποια στιγμή παρεμβαίνει και ο ίδιος ο συγγραφέας από το σπίτι του στην Κυψέλη. Ειδικά για τη γλώσσα ο ΓΧ δίνει μεγάλη σημασία, για να μην πω ότι το αφήγημα αυτό έχει γραφτεί κυρίως για τη γλώσσα και τους πειραματισμούς με αυτήν. Ο συγγραφέας έχει χρησιμοποιήσει ξεχασμένες λέξεις, χωριάτικες, καθαρευουσιάνικες, από τα εκκλησιαστικά κείμενα, από το δημοτικό τραγούδι , από τα σκοτεινά παραμύθια αλλά και από Σολωμό, Κάλβο, Χειμωνά, Εμπειρίκο και άλλους. Είναι αφήγημα όπου η γλώσσα είναι ο οδηγός σε τοπία δυσερμήνευτα και σκοτεινά που κρύβουν παγίδες αλλά και γοητεία. Ενώ υπάρχει μυθοπλασία και ο αναγνώστης ενδιαφέρεται να δει την εξέλιξη της, τα επί μέρους επεισόδια συγκροτούν ξεχωριστές σεκάνς,με όχι πάντα προσδιορίσιμη γοητεία. Ένα πείραμα αξιανάγνωστο.
Ιγνάτης Χουβαρδάς, Χειμώνας Καλοκαίρι ή το γαϊτανάκι της ερωτικής διεκδίκησης, Νησίδες
Όποιος/α έχει ξαναδιαβάσει Ιγνάτη Χουβαρδά ξέρει τι θα βρεί. Οι αφηγήσεις του είναι σαν τα επαναλαμβανόμενα έργα του Γαϊτη με τα ανθρωπάκια ή τις βούλες της Γιαγιόι Κουσάμα. Παραμένει ένας μυθιστοριογράφος του περιθωρίου, όχι μόνον γιατί μένει στην ακριτική Κομοτινή αλλά και γιατί υπηρετεί ένας είδος ερωτικής μυθοπλασίας, μοναδικής πιθανόν στη σημερινή ελληνική γραμματεία. Ο υπότιτλος το γαϊτανάκι της ερωτικής διεκδίκησης,τα λέει όλα. Ο μυθοπλαστικός του ιστός είναι γύρω από έναν άνδρα που διεκδικεί το ερωτικό αντικείμενο του πόθου του και τις φιοριτούρες (τα κορδελάκια που θα τα λέγανε οι παλιότεροι) που πραγματοποιούν τα αντικείμενα του πόθου του. Χωρίζεται σε δύο μέρη με τους ενδεικτικούς τίτλους Χειμώνα, Καλοκαίρι.
Ας δούμε το μέρος που τιτλοφορείται «Καλοκαίρι» και αναπτύσσεται σε οκτώ κεφάλια. Ένας μοναχικός εργαζόμενος, ο Συμεών, παρατηρεί κάθε μέρα απέναντι από το σπίτι του να κάθεται στα σκαλάκια ενός ξενοδοχείου μια νεαρή γυναίκα , η οποία καπνίζει και φτιάχνει χειροτεχνήματα. Η εικόνα αυτή του ξυπνά ερωτικό ενδιαφέρον και αρχίζει να την παρατηρεί. Σε λίγο κολλάει, η εμμονή αυτή τον κάνει να είναι ο μοναδικός σκοπός της ζωής του. Έχει ανάγκη αυτή την πρωινή οπτική επαφή μαζί της που την παρομοιάζει με τους πιστούς «που πάνε το βράδυ στην Ανάσταση». Η πρώτη προσέγγιση μαζί της γίνεται με τα μάτια. Ακολουθούν οι καλημέρες. Ο αναγνώστης παρακολουθεί αυτή τη σχέση να εξελίσσεται βασανιστικά αργά. Η «υπάλληλος», όπως την βαφτίζει ο Συμεών είναι παντρεμένη και δεν τον ενθαρρύνει. Η σχέση (ο Συμεών τη θεωρεί «σχέση») μοιάζει χωρίς μέλλον αλλά ο συγγραφέας την αγαπάει, την φροντίζει και την ποτίζει χωρίς όμως αυτή να αναπτύσσεται. Η αφηγηματική τεχνική του ΙΧ είναι το κέντημα των σκέψεων, των εικασιών και των προσδοκιών του ήρωά του. Ο Συμέων χαράσσει σχέδια καθημερινής προσέγγισης, τα αναδιατάσσει, τα ανανεώνει χωρίς να πτοείται όταν αυτά δεν καρποφορούν ή και ανατρέπονται από τις εξελίξεις. Το κινούν κίνητρο είναι ο πόθος του κεντρικού ήρωα, που βαδίζει πάνω σε σχέδια που οποιοσδήποτε άλλος θα τα είχε απορρίψει πολύ νωρίτερα. Είναι το ερωτικό γαϊτανάκι που θυμίζει κάπως τις ταινίες του Ρομέρ , κυρίως στις «Ιστορίες του καλοκαιριού».
Όπως είχε γράψει ο Γιάννης Στρούμπος για ένα άλλο βιβλίο του Χουβαρδά «Ερωτικές επιθυμίες και ηθικές αναστολές, τολμηροί βηματισμοί και ανασφάλειες, διακριτικότητα και αδιακρισία συνυπάρχουν στον λογοτεχνικό κόσμο του συγγραφέα και προσεγγίζονται με ευθύβολη ευστοχία, σ’ ένα βαθύ ψυχογράφημα αποκαλυπτικό της γνώσης των ανθρώπινων, με στοχαστικότητα, αμφιταλαντεύσεις, σπαραγμό αλλά και χιούμορ». Αυτός είναι ο κόσμος των ανδρών για το πως βλέπουν τις γυναίκες, την επιθυμία, το πάθος, την ηδονή. Είνια μια πάλη με αμφίβολα συνήθως αποτελέσματα, καθώς οι ήρωες του ηττώνται κατά κράτος. Η γραφή του, αυτό το ψυχογραφικό κέντημα, αν και ρεαλιστικό εντούτοις αγγίζει μια μεταφυσική του ανέφικτου. Μαζί με τα πολύ καλά ποιήματά του ο Ιγνάτης Χουβαρδάς είναι η πιο ιδιότυπη ερωτική ανδρική φωνή στην ελληνική γραμματεία.






















