της Όλγας Σελλά
Ήταν σαν σκηνοθετημένο. Στην ορχήστρα της Επιδαύρου έχουν ήδη εμφανιστεί τα δύο πρόσωπα του θεού Ερμή. Ήταν οι προπομποί της παράστασης «Ίων» του Ευριπίδη που σκηνοθέτησε ο Θωμάς Μοσχόπουλος και η πρώτη έπειτα από χρόνια αυτοτελής παραγωγή του Θεατρικού Οργανισμού Κύπρου στο Φεστιβάλ Επιδαύρου. Κι εκεί ακριβώς που με χαριτωμένο και ευφρόσυνο τρόπο, ο Ανδρέας Κουτσόφτας και ο Βασίλης Χαραλάμπους (που ερμήνευσαν τον διπλό Ερμή) και με τον τρόπο της παντομίμας συνοδεύουν τις οδηγίες προς τους θεατές, εμφανίζονται στην ορχήστρα κι άλλες δύο παρουσίες: δύο μικρές αλεπουδίτσες! Οι οποίες, με την ησυχία τους, ανέβηκαν και κατέβηκαν τα διάφορα επίπεδα του σκηνικού που έστησε ο Βασίλης Παπατσαρούχας, κοιτάχτηκαν φιλάρεσκα στους καθρέφτες που «έντυναν» τους κίονες του σκηνικού και όσο ξαφνικά εμφανίστηκαν, το ίδιο ξαφνικά εξαφανίστηκαν.
Κι αμέσως μετά οι δύο ηθοποιοί άρχισαν να αφηγούνται, εναλλάξ, την ιστορία που επρόκειτο να παρακολουθήσουμε. Την ιστορία του Ίωνα (Γιάννης Τσουμαράκης), που βρέθηκε στο Ιερό των Δελφών από μωρό, αφού κάποιοι τον εγκατέλειψαν εκεί, και μεγάλωσε δίπλα στους ιερείς του Μαντείου, ως απλός υπηρέτης στο ναό του Απόλλωνα. Εκεί καταφθάνουν η Κρέουσα (Στέλα Φυρογένη), κόρη του ιδρυτή της Αθήνας, Ερεχθέα, με τον σύζυγό της Ξούθο (Νεοκλής Νεοκλέους) για να μάθουν πότε θα χαρούν παιδιά στην αγκαλιά τους, αφού το ζευγάρι ως τότε ήταν άκληρο. Ο Απόλλωνας λέει στον Ξούθο ότι το πρώτο πρόσωπο που θα συναντήσει βγαίνοντας από το ιερό είναι ο γιος του. Και αυτό το πρόσωπο είναι ο Ίων, που σημαίνει αυτός που καταφθάνει. Η αλήθεια όμως είναι πολύ διαφορετική. Γιατί ο Ίων είναι ο νόθος γιος της Κρέουσας, μετά την βίαιη ένωση της με τον ίδιο τον Απόλλωνα, γεγονός που κρύβει τόσα χρόνια η αρχόντισσα των Αθηνών. Η Κρέουσα εξοργίζεται με την εξέλιξη, και καθώς δεν γνωρίζει ποιος είναι ο Ίων, επιχειρεί να τον σκοτώσει, πληρώνοντας μ’ αυτόν τον τρόπο τον Ξούθο για την «προδοσία» του . Η ξαφνική εμφάνιση της Αθηνάς βάζει τα πράγματα στη θέση τους και τακτοποιεί τις παρεξηγήσεις και όλα τελειώνουν με τρόπο ευτυχή για όλους.
Μια ιστορία κακοποίησης, εγκατάλειψης, διεφθαρμένης εξουσίας των ισχυρών (των θεών στην προκειμένη περίπτωση), καχυποψίας προς τους ξένους και εκδικητικών συμπεριφορών. Μια ιστορία που ο Ευριπίδης έγραψε είτε το 418 π.Χ. είτε, το 413π.Χ. Μια ιστορία που έχει θεούς και από μηχανής θεούς, βασιλείς, θνητούς καλοπροαίρετους και θνητούς ευκολόπιστους που φανατίζονται πριν μάθουν την αλήθεια.
Πώς το προσέγγισε όλο αυτό ο σκηνοθέτης Θωμάς Μοσχόπουλος; Πώς διαχειρίστηκε τις διόλου εύκολες ψυχικές και πραγματικές συνθήκες που καλούνται να αντιμετωπίσουν οι ήρωες της ιστορίας, έτσι ώστε να μην παρακολουθήσουμε μόνο ένα φορτισμένο ψυχολογικό δράμα; Επιστράτευσε το χιούμορ. Κατέφυγε στον σκωπτικό σχολιασμό για να ξεγυμνώσει συμπεριφορές που κρύβονται πίσω από καθωσπρεπισμούς, άγνοια ή σκοπιμότητες. Δανείστηκε από τη «γλώσσα» άλλων θεατρικών ειδών (της φάρσας και της Κομέντια ντελ Άρτε) όχι μόνο για να δώσει έναν άλλο ρυθμό, αλλά για να εκτονώσει και να απαλύνει όσα σκληρά περιβάλλουν τις ανθρώπινες διαδρομές: τις αγωνίες, το αίσθημα απόρριψης, αβεβαιότητας και ντροπής, το θυμό, τη βία, την εκδικητική αντίδραση. Και, το κυριότερο, με όχημα την ποίηση και τις δικές της μετρικές όψεις ο Θωμάς Μοσχόπουλος αφηγήθηκε αυτή την ιστορία –που πολύ σπάνια βλέπουμε στη σκηνή- με ευαισθησία, απλότητα και ακριβολογία, υπογράφοντας και την απόδοση και τη δραματουργική επεξεργασία της παράστασης. Και σε αρκετά σημεία θα μπορούσε ν’ αναγνωρίσει κανείς και πτυχές της δικής του διαδρομής και θεατρικής ματιάς: «…Ανάμεσα σε προσευχές εδώ κι ωραίες συζητήσεις,/ υπηρετούσα τη χαρά κι όχι τις θρηνωδίες. / Κάποιους τους ξεπροβόδιζα, μα υποδεχόμουν/ άλλους,/ που νέα πάντα θα έφερναν και με ανανεώναν,/ γεννώντας μου περιέργεια για καθετί το νέο.».
Αλλά δεν αποσιώπησε στα δυσάρεστα. Δεν τα έκρυψε. Δεν φόρεσε μαύρα γυαλιά ηλίου σε όσα καταδυναστεύουν τους ανθρώπους. Τα έδειξε όλα, χωρίς διδακτισμούς, χωρίς συνθηματολογία, συχνά κρυμμένα κάτω από τον σαρκασμό ή την ευθύτητα. Στους δύο θαυμάσιους μονολόγους του Ίωνα και της Κρέουσας πρώτα πρώτα: του πρώτου για το πώς αντιμετωπίζονται οι ξένοι σ’ έναν τόπο: «Οι κάτοικοι των Αθηνών έχουν ρίζες, λέει/ ένδοξες και πανάρχαιες, που τους κρατούν δεμένους/ με τον σπουδαίο τόπο τους και την αυτοχθονία./ Δεν ήρθανε, λέει, απ’ αλλού/ κι αυτό περί πολλού το έχουν./ Κι εσύ μου λες να εμφανιστώ όχι απλώς αλλοδαπός,/ μα επιπροσθέτως διπλά κηλιδωμένος:/ Ξένου πατέρα, εξώγαμό του τέκνον./ Βεβαρρυμένος με όλα αυτά θα ρθω μειονεκτώντας,/ κανείς δεν θα με σέβεται ή θα με υπολογίζει, / κι άμα τολμήσω να διεκδικήσω/ το ανώτερο αξίωμα της πόλης/ και να αποκτήσω κι εγώ ένα κάποιο όνομα, / θα με μισήσουν πάραυτα οι ανάξιοι του τόπου./ Πάντοτε οι ανύπαρκτοι έχουν δυσανεξία/ σε όποιον είναι ανώτερος. (…)». Και μετά της Κρέουσας, ο σπαρακτικός της μονόλογος για τον βιασμό της από τον Απόλλωνα: «… θα το ανοίξω το στόμα, είναι ώρα,/ πως τα πόδια με βία μου άνοιξε,/ θα το πώς, κι ας το μάθει όλη η χώρα./ δεν αντέχω το βάρος του επάνω μου./ Όπως τότε, το ίδιο και τώρα./ Μα αντί να σφραγίσω τα χείλη μου,/ στη φωνή μου φωνάζω ‘προχώρα’./ (…)./ Κοιτάχτε, παρέες αντρών,/ στρατιές θεών και ομάδες θνητών,/ στυγερών προδοτών/ και δειλών βιαστών,/ γονιών δολοφόνων μωρών,/ πόσο φως στο σκοτάδι σας ρίχνω/ πώς τολμώ και τον ένοχο δείχνω (…)».
Ή στις συμβουλές για βίαιη εκδίκηση του Ίωνα, στις οποίες ο Παιδαγωγός (Βαλεντίνος Κόκκινος) ωθεί την Κρέουσα. Κι επειδή είναι οξύμωρο ένας παιδαγωγός (δηλαδή ένας κατεξοχήν μειλίχιος, σώφρων και συνετός άνθρωπος) να συμβουλεύει τόσο ακραίες πράξεις, κάπου εκεί διέκρινα τον τρομακτικό τρόπο που τα social media οδηγούν, συχνότατα, νέους ανθρώπους σε ακραίες πράξεις.
Αρωγό στη δική του προσέγγιση, ο Θωμάς Μοσχόπουλος είχε ασφαλώς την όψη της παράστασης και το «ένδυμά» της, έτσι όπως τα σχεδίασε ο Βασίλης Παπατσαρούχας, και ακροβατούσαν ανάμεσα στο κλασικό, το μελλοντολογικό, το ανάλαφρο και το παιγνιώδες. Ο ομφαλός της γης, οι Δελφοί ήταν εκεί στη μέση της ορχήστρας και ένα άλλο κοίλον, μικρότερο, κοιτούσε κατάματα το άλλο, το μεγάλο, το αρχαίο απέναντί του, θυμίζοντας σε όλους ότι αυτό που γίνεται εκεί είναι θέατρο. Και οι καθρέφτες αντανακλούσαν τις εικόνες που πιστεύουμε ότι έχουμε ή εκείνες που θέλουμε να δείξουμε. Καθοριστικά, επίσης, συνέβαλαν η κίνηση του Φώτη Νικολάου, τα φώτα του Γεωργίου Κουκουμά και, ασφαλώς, η μουσική της Nama Dama, ένα ανακάτεμα ήχων, επιδράσεων, μνήμης μουσικής. Κι όλα αυτά μαζί, όλοι αυτοί μαζί συνέθεσαν μια ιστορία που έρχεται από πολύ παλιά, αλλά σε πολλά σημεία μοιάζει πολύ με όσα σήμερα συμβαίνουν γύρω μας, όχι συμπτωματικά. Γιατί χρόνια τώρα είναι πολλές οι φορές που τα μαύρα γυαλιά μας εμποδίζουν να πλησιάσουμε τον εαυτό μας πρώτα και τους άλλους μετά.
Και, αναμφίβολα, σ’ εκείνους που ανέλαβαν να ζωντανέψουν τα πρόσωπα του μύθου και τις ιστορίες τους αναλογεί μεγάλο μερίδιο του τελικού αποτελέσματος. Οι ηθοποιοί της παράστασης υπηρέτησαν με ζέση, αφοσίωση και ομαδικότητα την ιστορία του Ίωνα. Η Στέλα Φυρογένη είναι σίγουρα μια μεγάλη ηθοποιός, που κινήθηκε με άνεση ανάμεσα στη μελαγχολία, την αξιοπρέπεια, την οδύνη, την οργή, το θυμό, την κατανόηση, την αποδοχή, την ανακούφιση. Κι όλα αυτά με φινέτσα. Και θα πρέπει να δουν το ταλέντο της και στις ελλαδικές θεατρικές σκηνές.
Ο Γιάννης Τσουμαράκης δικαίωσε το βραβείο «Δημήτρης Χορν» με το οποίο διακρίθηκε το 2025 και στάθηκε επάξια στο ρόλο του Ίωνα. Απέδωσε την ανεμελιά, την παρόρμηση, την αφοσίωση, την ενσυναίσθηση, την έκπληξη, την προσαρμοστικότητα. Ο Νεοκλής Νεοκλέους κινήθηκε με άνεση στη σκηνή, αλλά έφερε μια παραπάνω τραχύτητα και εξωστρέφεια στο ρόλο του Ξούθου. Ο Βαλεντίνος Κόκκινος στο ρόλο του Παιδαγωγού έδωσε, με σαρκαστικό τρόπο, εκείνους που ιδεολογικοποιούν το δρόμο της σύγκρουσης και της βίας.
Ιδιαίτερες και εύστοχες οι παρουσίες της Μαργαρίτας Ζαχαρίου ως Αθηνάς και του Δημήτρη Αντωνίου στο ρόλο του δούλου, ενώ απολαυστικοί ήταν και ο Ανδρέας Κουτσόφτας και ο Βασίλης Χαραλάμπους που ερμήνευσαν τον διπλό Ερμή. Πολύ ξεχωριστή η παρουσία του Ιωάννη Βαρβαρέσου ως Πυθία, παίζοντας με την queer εικόνα αλλά και τη δισυπόστατη μορφή Πυθίας/Απόλλωνα.
Όσο για τον χορό, οι γυναίκες και οι άντρες που μετείχαν σ’ αυτόν, εικονοποίησαν την ανάγνωση του Θωμά Μοσχόπουλου και τα συναισθήματα των ηρώων, απέδωσαν εναρμονισμένα την κίνηση του Φώτη Νικολάου και υποδύθηκαν το ρόλο του πλήθους –του εύπιστου, του φανατικού, του ευσπλαχνικού.
Θα ήταν παράλειψη αν δεν αναφερόμουν στο εξαιρετικής τυποτεχνικής εμφάνισης πρόγραμμα της παράστασης (εκδόσεις Νεφέλη) που περιέχει όλη την απόδοση του έργου από τον Θωμά Μοσχόπουλο.
Η πρώτη, έπειτα από αρκετά χρόνια, αυτοτελής θεατρική παρουσία του ΘΟΚ στην Επίδαυρο μας χάρισε μια παράσταση που είχε σκέψη, δουλειά, πρωτοτυπία, θεατρικότητα.

Η ταυτότητα της παράστασης
Σκηνοθεσία-Απόδοση-Δραματουργική επεξεργασία: Θωμάς Μοσχόπουλος, Συνεργάτης Σκηνοθέτης: Μάριος Κακουλλής, Σκηνικά-Κοστούμια-: Βασίλης Παπατσαρούχας, Μουσική σύνθεση-Σχεδιασμός ηχοτοπίων-Μουσική διδασκαλία: Nama Dama, Κίνηση-Χορογραφία: Φώτης Νικολάου, Σχεδιασμός φωτισμού: Γεώργιος Κουκουμάς, Καλλιτεχνική διεύθυνση οπτικής ταυτότητας: Βασίλης Παπατσαρούχας, Βοηθός σκηνογράφου-ενδυματολόγου-Ειδικές κατασκευές κοστουμιών: Ορέστης Λαζούρας, Συνεργάτιδα παραγωγής: Ελένη Νικολάου, Φωτογραφίες: Δημήτρης Λούτσιος.
Παίζουν: Γιάννης Τσουμαράκης, Στέλα Φυρογένη, Νεοκλής Νεοκλέους, Βαλεντίνος Κόκκινος, Ανδρέας Κουτσόφτας, Βασίλης Χαραλάμπους, Μαργαρίτα Ζαχαρίου, Ιωάννης Βαρβαρέσος, Δημήτρης Αντωνίου
Χορός: Βασίλης Αθανασόπουλος, Γρηγόρης Γεωργίου, Νικόλας Γραμματικόπουλος, Μαρία Δράκου, Ιωάννα Κορδάτου, Θεοφάνης Κοσμάς, Μάριαν Κυπριανού, Δημήτρης Λαγούτης, Πέλλα Μακροδημήτρη, Θεόφιλος Μανόλογλου, Αθηνά Μουστάκα, Χρήστος Παπαδόπουλος, Χριστίνα Παπαδοπούλου, Ιωάννα Παπαμιχαλοπούλου, Κρις Σπύρου, Μαρία Τσιάκκα.
Μουσικοί επί σκηνής
Nama Dama, Ζήνωνας Οικονομίδης, Νικόλας Τσαγγάρης






















