Κυριακή, 19 Ιουλίου, 2026
ΑΡΧΙΚΗ ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΕΙΣ Μανιφέστο Στεναγμών (γράφει ο Βασίλης Κουνέλης)

Μανιφέστο Στεναγμών (γράφει ο Βασίλης Κουνέλης)

0
50

 

Του Βασίλη Κουνέλη

Το «μανιφέστο» είναι  μια γραπτή διακήρυξη πολιτικού, κοινωνικού ή καλλιτεχνικού περιεχομένου. Εκεί αναφέρονται οι βασικές αρχές ενός κινήματος ή εκφράζονται διαμαρτυρίες για μια κατάσταση, συνήθως δύσκολη που έχει δημιουργηθεί.

Ο «στεναγμός» είναι μια ξαφνική βαθιά, κοφτή, ακούσια εισπνοή-εκπνοή, που μπορεί να ακούγεται ή να μην ακούγεται.

Ως μια χαμηλόφωνη μεν πλην βαθιά, σαφώς γραπτή και βέβαια συστατική διακήρυξη τιτλοφορεί η Πηνελόπη Ζαλώνη αυτήν την 3η ποιητική της συλλογή μετά τις δυο προηγούμενες:  ‘‘Το Άλφα του Βαλσάμου’’ (εκδ. Provocateur 2018) και ‘’Το Κέρασμα’’ (εκδ. Βακχικόν 2020), καθώς και άλλες μεταφραστικές ή σκηνοθετικές εργασίες της που λειτουργούν όχι αντιθετικά αλλά σαν προεργασία ή και παράλληλα με τον ποιητικό οίστρο της, συδαυλίζοντας και εντέλει καλλιεργώντας την διακαή φλόγα της ποίησης, που προφανώς την διακατέχει!

Έτσι έχουμε μια ποιήτρια που κατά τον Βασίλη Βασιλικό[1] είναι η νέα Κική Δημουλά και κατέχει (από το 2020) ήδη την δική της γλωσσική σφραγίδα ή ταυτότητα, που δεν είναι όμως πλαστική, αλλά βουτηγμένη στο αίμα και την ομορφιά της ίδιας και της γενιάς της, όπως αναφέρει.

Αλλά σήμερα η Πηνελόπη είναι μια ποιήτρια που μπορεί πιά, είναι σε θέση να καταθέσει ένα μανιφέστο ποιητικής γραφής, μια ισχυρή διακήρυξη της τεχνικής και του στοχασμού της, για να παραμείνει πρωταγωνίστρια όχι μόνο στο ελληνικό ποιητικό παρόν, αλλά και ως μια ισχυρή παρακαταθήκη του μέλλοντος του ποιητικού λόγου, αυτής της σπουδαίας εκδοχής του ανθρώπινου λόγου!

Τι μας φέρνει σήμερα η Πηνελόπη για να μας φιλέψει; Σαράντα ποιήματα στα οποία πρωταγωνιστούν ο χρόνος και ο τόπος, αλλά και η ψυχή.

Ο τόπος και  ο χρόνος είναι βασικά στοιχεία της οποιασδήποτε γραφής. Για παράδειγμα στην πεζογραφία απαραίτητο στοιχείο είναι ο τόπος της ιστορίας που θα αφηγηθείς[2]:

«Είμαστε στο Κάνσας. Και πιο επίπεδο, πιο έρημο μέρος
δεν έχεις ξαναδεί στη ζωή σου. Το 1540, όταν ο Κορονάδο
και οι άντρες του το διέσχισαν αναζητώντας τις Πόλεις του Χρυσού, χάθηκαν τόσο άσχημα, που οι μισοί από δαύτους τρελάθηκαν.
Δεν υπάρχει τίποτα να σου πει πού βρίσκεσαι. Ούτε βουνά,
ούτε δέντρα, ούτε βουναλάκια στον δρόμο. Είναι επίπεδο σαν
πτώμα αυτό το μέρος, και μόλις περάσεις λίγο καιρό εδώ, θα καταλάβεις πως δεν έχει πουθενά να πας παρά μόνο προς τα πάνω-ότι ο ουρανός είναι ο μοναδικός σου φίλος»[3]

Ο χρόνος της ιστορίας που θα αφηγηθείς, αποτελεί εξίσου απαραίτητο στοιχείο.

Χρόνοι και χρόνος[4]

«Τήν ἄλλην βραδιάν επανήρχετο, ὄχι πολύ οίνοβαρύς, ἔρριπτε βλέμμα εἰς τά παράθυρα τῆς Πολυλογούς, ὕψωνε τοὺς ὤμους, κ᾿ ἐμορμύριζεν.». Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης

 Ὁ ἀφηγητής, δηλαδή, μᾶς «λέει» ἐδῶ πώς ἡ σύντομη αυτή «σκηνή» δέν ἐτελέσθη ἅπαξ μία μόνο βραδιά ἀλλά ἔχει ἐπαναληφθεῖ καί ἄλλες βραδιές ὁλόιδια, μέ τά ἴδια λόγια, μέ τίς ἴδιες κινήσεις, με τήν ἴδια ἀνάμικτη διάθεση τοῦ ἔρωτα καί τοῦ θανάτου. Πόσες όμως βραδιές, ὄχι μόνο δέ χρειάζεται να τό ὑπολογίσουμε, ἀλλά χρειάζεται νά μήν μποροῦμε νά τό ὑπολογίσουμε. Καί ἐφρόντισε γιά τοῦτο ὁ συγγραφέας πού, ἐπιθυμώντας να παραμείνουν τά περί τόν χρόνο τοῦ διηγήματος σέ ἀοριστία, ἀπέκλεισε κάθε δυνατότητα μέτρησης[5].

Έμπειρη η Πηνελόπη ακολουθεί τους παραπάνω πεζογραφικούς κανόνες και δεν κρατάει την ποιητική χροιά της στο «κενό». Η αφαίρεση και οι άλλες τεχνικές της γραφής της δεν λειτουργούν στο μηδέν αλλά εντάσσονται καταλυτικά στις παραπάνω αναγκαίες συνιστώσες της γραφής. Όταν χρειαστεί βέβαια χρησιμοποιεί σβησμένες στιγμές κι έναν χρονόπληκτο αυτόματο πλοηγό, όπως στο ποίημα της: «Πέντε χρόνια έκανε να φτάσει».

Όπως ο Παπαδιαμάντης, έτσι και η Ζαλώνη δεν μας λέει στο πρώτο ποίημα της: «Και περιμένοντας, πέρασαν χρόνια», πόσα χρόνια πέρασαν! Γιατί όχι μόνο δεν χρειάζεται να τα υπολογίσουμε, άλλα χρειάζεται ακριβώς να μην μπορούμε να τα υπολογίσουμε!

Κατά την παραπάνω επισήμανση μου, τα περισσότερα από τα ποιήματα της έχουν την αναφορά τους στον χρόνο και άλλα στον τόπο της «ποιητικής αφήγησης».

Θα μου πείτε υπάρχει τόπος ποιητικής αφήγησης;

Προφανώς και υπάρχει! Είναι ο τόπος που εκκινεί ο ποιητής, αυτός που επιλέγει από τις υπάρχουσες παραστάσεις του να περιγράψει και συχνά ο φανταστικός του τόπος, π.χ. μια κατά τον Αριστοφάνη, και κατά τον Πεισθέταιρο Νεφελοκοκκυγία[6].

Η  «Νεφελοκοκκυγία»  της Ζαλώνη είναι τα κύματα, στο ποίημα: «Ήταν γεννημένη στα κύματα»- ένας γενέθλιος τόπος χωρίς παρελθόν ή σε άλλο ποίημα της τα σπλάχνα της γης -κατάφορτος με απολιθωμένα στόματα στο ποίημα της: «Κατέφυγε στα σπλάχνα της γης» ή η οδός Απωλείας ή ξαμολήθηκε στου φεγγαριού το ουρλιαχτό και τα δυο εμπεριέχονται στο ποίημα της: «Κατηφόρισε την οδό Απωλείας», ένας προμαχώνας που ποτέ δεν κατέρρεε, μόνο άλλαζε κλίση στο ποίημα της: «ένας γκρίζος γάτος».

Η παρέλαση του λόγου της απολαυστική. Οι ιδιαίτερες λέξεις της μοναδικές: «αποστραγγισμένα λαλούμενα, νοτισμένα καλοστεκούμενα, να θαλασσώσουν τις στεριές, αποκαρωμένους, φεγγοβολή των ματιών μου, τυλίγεσαι με θαλασσόχορτα, ξάμωνε τα μάτια της,  σαν διακαμός, μ’ έναν δελφινισμό, μεϊντάνι, ανθρωπομαζώματα, αντρόπιαστοι, αναταράσσει το βολετό μου, πλαταίνει ο χρόνος, να δευτερώσει ο κόσμος, θυγατέρα πενθοφόρα,  άδυτη αγκαλιά, κορώνει στ’ αμπάρι, ουροβόρος μνήμη, αλλαξοκαιριά, Μισερώθηκε, ξεθύμασμα, λεμονιά η αμαράζωτη, καταθλιπτική ευπρέπεια» ή ως εξαίρεση το λογοπαίγνιο: Αύγουστος η ψυχή του ανθρώπου! –όλο το βιβλίο υποδηλώνει άλλωστε τη λατρεία της Πηνελόπης για τη θάλασσα, το καλοκαίρι και τη μέθη της σχόλης – και εκφέρεται η ευχή ο χρόνος αυτός να «διαπλατυνθεί», όπως στο ποίημα της: «Ά και να μάκραινε το καλοκαίρι» ή με την αναφορά της στην αιώνια Κυριακή στο ποίημα της: «κατέφυγε στα σπλάχνα της γης»!

Η «ψυχή» σε όλη αυτήν τη διαπάλη τόπου -χρόνου, προσπαθεί να αναδυθεί και να «ακουστεί»- ηττημένη εκ προοιμίου από τις ασφυκτικές συνθήκες που δημιουργούν οι δυο προαναφερόμενοι αυστηροί παράμετροι(τόπου και χρόνου), ώσπου ξεγυμνώνεται στο ποίημα της «Η ψυχή της στέγνωσε» και αναδεικνύεται προς το τέλος της συλλογής της με μεγαλοπρέπεια στο ποίημα της: «Ρημαγμένοι», αλλά και στο ποίημα της: «Κρέμασα τον ώμο»- και αενάως εκεί βαράνε κάρτα οι ψυχές χορεύουν όλοι με όλους…

Η ψυχική μάχη ενδύεται ενίοτε τον μανδύα μιας καταθλιπτικής ευπρέπειας, και η ποιήτρια περιγράφει μια μάχη με τον πόνο, που φτάνει έως το μεγαλείο της «οικειότητας» που δημιουργεί η σχέση ανθρώπου και πόνου, στο ποίημα της: «Πόνος ο Μέγας»- που πάει ο πόνος; Τ’ αποκούμπι αυτό του ανθρώπου

Πανταχού παρούσα ακόμα μια μάχη φωτός, αυτού που έξοχα φωτίζει την αγκαλιά της από ηλιοβασιλέματα στο ποίημα της: «Και περιμένοντας, πέρασαν χρόνια» -και του εσωτερικού σκότους ιδιαίτερα στο ποίημα της: «βρεγμένα τα ρούχα».

Η Ζαλώνη δεν κλείνει τα μάτια στα τρέχοντα, ούτε είναι πολιτικά ουδέτερη! Για την πολιτική αδιαφορία μιλά στο ποίημα της: «Πόση διαφορά κάνουν» ή για την οικολογική καταστροφή και τις φωτιές στο «μόνιμο έγκαυμα που καίει τη χώρα» και για την παγκόσμια κατάσταση συγκλονίζει η περιγραφή της: ο Πλανήτης τούτος πέλαγος ακάθαρτου πολτού, ένα τεράστιο σφαγείο, για τους πρόσφυγες μιλά στο ποίημα της: «να ξεδιψάσουν ήθελαν»,  φτάνοντας και κορυφώνοντας στο εθνικό μας άγος με το ποίημα της: «Το τρένο φεύγει κι ακόμα φεύγει», τίτλος -λογοπαίγνιο κι αυτός, απομεινάρι της θητείας της στην μουσική σκηνή με την παραπομπή στο πασίγνωστο τραγούδι «το τρένο φεύγει στις οκτώ», των Μίκη Θεοδωράκη-Μάνου Ελευθερίου!

Ο τόπος κι ο χρόνος δια πλέκονται ανερυθρίαστα στο κορυφαίο τεχνικά ποίημα της συλλογής «Το τρένο φεύγει κι ακόμα φεύγει». Το ποίημα  παραπέμπει στο γνωστό δυστύχημα -εθνικό άγος. Η ονομασία Τέμπη παραλείπεται σκοπίμως, καθώς προφανώς έχει καταλήξει ή συντόμως θα καταλήξει λέξη του συρμού, και καλώς αποφεύγεται για τον λόγο αυτό από την ποιήτρια. Βέβαια η ονομασία Τέμπη παραπέμπει στο tempo που είναι χρόνος, ήτοι ρυθμός, ενοποιώντας μοναδικά, τις έννοιες του Τόπου και του Χρόνου, όπως κάνει άλλωστε εξαιρετικά πλην απολύτως εσωτερικά η ποιήτρια μας στο εν λόγω ποίημα!

Άλλωστε και ο δάσκαλος μας Β. Βασιλικός μας είχε πει τον φοβερό ορισμό της ποίησης : Η ποίηση είναι αυτό: μια πραγματική ιστορία που έχει γίνει ποίημα, χωρίς να ξέρει την πραγματική ιστορία![7]

Στο ίδιο μοτίβο ο Φρόστ θεωρούσε κάθε παρέμβαση του γνωστικού μέρους της διάνοιας στις καθαρές, ανιδιοτελείς έννοιες της μορφοποιητικής φαντασίας μια υπονόμευση της ποιητικής ιδέας, μια προσβολή στις νομοθετικές και εκτελεστικές δυνάμεις της ίδιας της έκφρασης[8]

Θα μείνω λίγο και στον στίχο από το ίδιο ποίημα: όλα τελειώνουν με τη μυρωδιά,  που παραπέμπει στην αναφορά του Σελίν –Τα πλάσματα οι τόποι τα πράγματα τελειώνουν με τις μυρωδιές. Όλες οι περιπέτειες φεύγουν απ’  τη μύτη…Η αψιά μυρωδιά της Αφρικής, νύχτα τη νύχτα, σιγόσβησε. Μου ‘γινε όλο και πιο δύσκολο να ξαναβρώ το βαρύ κράμα νεκρής γης, καβάλου και ψιλοκοπανισμένης ζαφοράς.[9]

Η ποιητική συλλογή κλείνει με το ακροτελεύτιο ποίημα της: «Αυτή που ανασκαλεύει».

Ξεχωρίζω τις αποστροφές του ποιήματος: και σπέρνει κοχύλια… αυτή που αναμετρήθηκε… σκλήρυνε το μέσα της…διάβαζε τα σημάδια του ουρανού… και πιάστηκε στα χέρια με δυο κύματα… και σαν λόφος εταπεινώθη.

Αυτή είναι τελικά η Πηνελόπη Ζαλώνη: Αυτή που ανασκαλεύει!

 

 

[1] Προλογικό σημείωμα του Βασίλη Βασίλικού στην ποιητική συλλογή ΤΟ ΚΕΡΑΣΜΑ εκδ. ΒΑΚΧΙΚΟΝ 2020

[2] Απόσπασμα από το υπό έκδοση βιβλίο μου ΣΥΝΑΞΑΡΙ ΓΙΑ ΝΕΟΥΣ ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ

[3] Paul Auster Mr VERTIGO, σελ. 16 εκδ Μεταίχμιο 2016, μετάφραση Ιωάννα Ηλιάδη

[4] Απόσπασμα από το υπό έκδοση βιβλίο μου ΣΥΝΑΞΑΡΙ ΓΙΑ ΝΕΟΥΣ ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ

[5] Χρόνοι και χρόνος Αλ Κοτζιάς τα αθηναϊκά διηγήματα εκδ. Νεφελη σελ. 85

[6] Στους Όρνιθες του Αριστοφάνη όπου πείθει τα πουλιά για το μεγάλο όραμα  τη  Νεφελοκοκκυγία. Αυτή η πόλη θα είναι μια ουτοπία όπου τα πουλιά, και όχι οι θεοί ή οι άνθρωποι, θα κατέχουν την απόλυτη εξουσία.

[7] Απόσπασμα από το υπό έκδοση βιβλίο μου ΣΥΝΑΞΑΡΙ ΓΙΑ ΝΕΟΥΣ ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ

[8] Αναφορά στον R. Frost (The figure a Poem Makes, 1939) στον Seamus Heaney, Η ΚΥΒΕΡΝΗΣΗ ΤΗΣ ΓΛΩΣΣΑΣ, μετ. Ερωτόκριτος Μωραΐτης, εκδ. ΠΑΤΑΚΗ 2008

[9] ΣΕΛΙΝ Ταξίδι στην άκρη της νύχτας, σελ. 220 ΕΣΤΙΑ μετάφραση Σεσίλ Ιγγλέση

 

 

Πηνελόπη Ζαλώνη, Μανιφέστο Στεναγμών, εκδ. ΙΩΛΚΟΣ, 2025

 

Προηγούμενο άρθροΑνήθικες προτάσεις (διήγημα του Γιάννη Πάσχου)
Επόμενο άρθροΦεστιβάλ Επιδαύρου 3: «Άλκηστις», Ευριπίδης, Δ. Καραντζάς – Η πλάστιγγα έγειρε στην τραγωδία ( της Όλγας Σελλά)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ