Κωνσταντίνος Παλαιολόγος (*)
1.Εκπαιδευτής καγκουρό
Ο Νικήτας το είχε σιγουράκι πολύ πριν ανοίξει το στόμα του: θα τους άφηνε πάλι όλους ξερούς. Κατείχε την τέχνη, όπως τότε που στην ερώτηση τι ομάδα είστε, εκείνος απάντησε: Πέλοψ Κιάτου.
Τώρα, η απάντησή του, μπροστά σε 10 θελω ναγίνω ποδοσφαιριστές, 8 δασκάλες, 6 τραγουδίστριες και 3… διευθυντές ήταν παρασάγκας πιο εκκεντρική. Παρ’ όλα αυτά, τις 14 συμμαθήτριες και τους 13 συμμαθητές δεν τους δυσκόλεψε τόσο το συμπαθές μαρσιποφόρο (ποιος δεν το ’χει δει σε ντοκιμαντέρ και ποιος νοιάζεται σε τι πράγμα εκπαιδεύεται), όσο ο χώρος εξάσκησης του επαγγέλματος, έτσι τουλάχιστον όπως τον προσδίορισε ο κύριος Παπακωνσταντίνου, ο πενηντάρης δάσκαλος του μονοθέσιου δημοτικού σχολείου Μεσοχωρίου Πυλίας: «Μα μέχρι τους αντίποδες θα φτάσεις, βρε Νικήτα».
2.Κόκκινο, πράσινο, κόκκινο
Κάθε απόγευμα που με βγάζει βόλτα ο Ρόντρι (στην κυριολεξία, αφού αρνείται να συναινέσει σε οποιαδήποτε αλλαγή διαδρομής) στους δρόμους του Χαλανδρίου, συναντάμαι, τρόπος του λέγειν, στη συμβολή Ηρακλειδών με Διονύσου, στο μπαλκόνι του πρώτου ορόφου μιας πολυκατοικίας, έναν προχωρημένης ηλικίας κύριο που, φορώντας την πιζάμα του, πηγαίνει ασταμάτητα πέρα δώθε στο προαναφερθέν ευρύχωρο μπαλκόνι, μονολογώντας: «Κόκκινο, πράσινο, κόκκινο…», αδιάκοπα.
Με τον καιρό, κατάλαβα ότι αναφέρεται σε φωτεινούς σηματοδότες που όμως πλέον έχουν χάσει το νόημα τους (αν το είχαν ποτέ), τουλάχιστον ο κόκκινος, αφού τίποτα δεν σταματάει αυτόν τον παράξενο περιπατητή που πορεύεται συνέχεια δίχως ποτέ να φτάνει πουθενά.
3. Δήμιος
Δεν έπρεπε να πω ναι… Δεν έπρεπε να μπλέξω ευθύς εξαρχής. Ποτέ δεν πρέπει να λέμε ναι όταν μας πασάρουν για διάβασμα και διατύπωση γνώμης δικά τους ποιήματα (και εν γένει λογοτεχνικά πονήματα) άτομα του συγγενικού ή φιλικού μας περιβάλλοντος. Πώς λένε win win situation, ε, το ακριβώς αντίθετο: αν πεις καλά λόγια, δεν θα τα πάρουν και πολύ τοις μετρητοίς, αν πεις κακά, θα τα πάρουν κατάκαρδα και ενδεχομένως κρανίο.
Νομίζω, όμως, ότι ο φίλτατός μου Γιώργος, το παράκανε. Λες στα αλήθεια να είναι βόμβα αυτό που κάνει τικ τακ κάτω από την καρέκλα στην οποία μ’ έχει δέσει.
4. Ο άνθρωπος που έχασε τη σκιά του
Το ηλιόλουστο εκείνο μεσημέρι που, έντρομος, συνειδητοποίησε ότι είχε χάσει τη σκιά του, ο Μενέλαος Γρυλλάκης, ζαλισμένος από το απρόσμενο γεγονός και αμήχανος σαν προδομένος σύζυγος, έμεινε ακίνητος για λίγα λεπτά στο πεζοδρόμιο της οδού Αθηνάς, λες και περίμενε τη σκιά να επιστρέψει μετανιωμένη. Δέκα λεπτά αργότερα, το πήρε απόφαση ότι η ακινησία δεν είναι ποτέ λύση (εκτός αν θέλεις να κρυφτείς από λέαινα στη σαβάνα, αλλά και τότε με περιορισμένες πιθανότητες επιτυχίας) και βάλθηκε να την ψάχνει στα γύρω στενά και κάτω από τα παρκαρισμένα αυτοκίνητα. Τρεις μέρες και τρεις νύχτες κράτησε το μαρτύριο − διπλό μαρτύριο, από τη μια η αγωνιώδης αναζήτηση της δικής του φυγάδος σκιάς, από την άλλη η ζήλια για τις ανάλαφρες πιστές σκιές των άλλων κάτω από τον καυτό καλοκαιρινό ήλιο ή τα εκτυφλωτικά φώτα φανοστατών και αυτοκινήτων τα βράδια.
Την τέταρτη μέρα, η σκιά επέστεψε σαν να μην έτρεχε τίποτα −ξανά μέρα μεσημέρι, όπως όταν είχε φύγει−, αρνούμενη να δώσει στον Μενέλαο οποιουδήποτε είδους εξήγηση. Άρα, για ποιον λόγο να τη δώσουμε εμείς, αγαπητό αναγνωστικό κοινό, που ελαφρώς σε εξαπατούμε με τον τίτλο, αφού, κακά τα ψέματα, οι χωρισμοί τρέφουν πάντα τη λογοτεχνία, οι επανασυνδέσεις σπανίως…
(*) O Κωνσταντίνος Παλαιολόγος είναι συγγραφέας και μεταφραστής






















