Κυριακή, 26 Ιουλίου, 2026
ΑΡΧΙΚΗ ΠΑΙΔΙΚΑ Ελεγεία για έναν τόπο που επιμένει να ελπίζει   (της Γεωργίας Γαλανοπούλου)

Ελεγεία για έναν τόπο που επιμένει να ελπίζει   (της Γεωργίας Γαλανοπούλου)

0
13

 

της Γεωργίας Γαλανοπούλου

Τα κύματα σβήνουν τις πατημασιές δύο παιδιών στην άμμο. «Λες κανείς να μη θυμάται ότι περάσαμε από εδώ;» ρωτά το αγόρι στις πρώτες σελίδες του βιβλίου. Η ερώτηση αυτή, διατυπωμένη σχεδόν αθώα στην αρχή της αφήγησης, αποδεικνύεται ο πυρήνας ολόκληρου του έργου. Γιατί το «Το αγόρι που ήθελε να περπατήσει ένα ολόκληρο νησί γύρω γύρω» δεν είναι τελικά η ιστορία ενός περιπάτου. Είναι η ιστορία της ανθρώπινης επιμονής να διασώσει από τη λήθη τόπους και πρόσωπα που έχουν χαθεί.

Η ιστορία είναι φαινομενικά απλή. Ένα αγόρι, ύστερα από ένα όνειρο, αποφασίζει να περπατήσει γύρω από ένα νησί. Στην πορεία συναντά ένα κορίτσι που γίνεται συνοδοιπόρος του. Από εκείνο το σημείο και μετά, το ταξίδι υπερβαίνει τον γεωγραφικό χώρο και μετατρέπεται σε μια περιδιάβαση στη μνήμη. Μέσα από τις αφηγήσεις του κοριτσιού αναδύονται ένας κήπος γεμάτος δέντρα και παπαρούνες, ένα δεντρόσπιτο, ένα σπίτι που εγκαταλείφθηκε βιαστικά, ένα αντίσκηνο προσφύγων, ένα αρνάκι που έμεινε πίσω, η Κερύνεια και η Αμμόχωστος. Όχι απαραίτητα ως τοπωνύμια ενός χάρτη, αλλά ως τόποι που εξακολουθούν να ανήκουν στους ανθρώπους τους επειδή εξακολουθούν να κατοικούν στη μνήμη τους.

Ένα από τα χαρακτηριστικά της ιστορίας είναι ότι αποφεύγει να μετατρέψει την  εμπειρία της απώλειας σε μάθημα ιστορίας. Ο εκτοπισμός και η προσφυγιά αποτυπώνονται μέσα από μικρά, συγκεκριμένα αντικείμενα: ένα κλειδί, ένα κουταλάκι, ένα ζωγραφισμένο βότσαλο. Οι συγγραφείς αντιλαμβάνονται ότι το τραύμα γίνεται κατανοητό όταν αποκτά υλική υπόσταση, όταν συμπυκνώνεται σε πράγματα που μπορεί κανείς να κρατήσει στο χέρι ή να φυλάξει στην τσέπη του. Τα αντικείμενα αυτά λειτουργούν ως φορείς μνήμης, ως αποδείξεις μιας ζωής που προηγήθηκε και αρνείται να σβήσει.

Ολόκληρη σχεδόν η αφήγηση στηρίζεται στον διάλογο των δύο παιδιών. Η επιλογή αυτή προσδίδει αμεσότητα στο κείμενο και επιτρέπει το ξεδίπλωμα της ιστορίας με φυσικό τρόπο. Το αγόρι ακούει, ρωτά, απορεί και μαθαίνει. Μαζί του μαθαίνει και ο αναγνώστης-παιδί. Η γνώση δεν επιβάλλεται, αλλά μεταδίδεται μέσα από τη συνομιλία, όπως ακριβώς μεταδίδεται η μνήμη από γενιά σε γενιά.

Ιδιαίτερη σημασία αποκτά η μορφή του κοριτσιού. Χωρίς ποτέ να χάνει την παιδικότητά του, αποκτά σταδιακά μία διάσταση συμβολική. Οι αναμνήσεις του δεν ανήκουν αποκλειστικά στο ίδιο, αλλά κουβαλούν το βάρος μιας συλλογικής εμπειρίας. Η φωνή του γίνεται η φωνή εκείνων που έχασαν τον τόπο τους χωρίς  να τον έχουν ποτέ εγκαταλείψει μέσα τους. Υπό αυτή την έννοια, το κορίτσι μοιάζει να προσωποποιεί την ίδια την κατεχόμενη γη που εξακολουθεί να διεκδικεί τη θέση της στη μνήμη.

Η πιο χαρακτηριστική φράση του βιβλίου είναι ίσως εκείνη όπου το κορίτσι λέει ότι «με το άδικο, ο χρόνος δεν κυλά». Πρόκειται για μια διατύπωση που συνοψίζει το βαθύτερο νόημα της ιστορίας. Ο χρόνος της ιστορίας δεν είναι ιστορικός αλλά βιωματικός. Για όσους εκτοπίστηκαν, τα σπίτια, οι κήποι, οι δρόμοι και οι πόλεις παραμένουν ίδια επειδή η μνήμη αρνείται να αποδεχθεί την οριστική απώλειά τους.

Από την πρώτη αναφορά στις πατημασιές που σβήνει το κύμα μέχρι το τελευταίο ερώτημα «Μπορεί κανείς να ξεχάσει;», τα λόγια των δυο παιδιών συγκροτούν μια αντίσταση απέναντι στη λήθη. Δεν αναζητούν εύκολες λύσεις ούτε καταφεύγουν σε αισιόδοξες βεβαιότητες. Αντίθετα, υποστηρίζουν ότι η διατήρηση της μνήμης είναι από μόνη της μια πράξη δικαιοσύνης.

Εν κατακλείδι, το βιβλίο συνομιλεί άμεσα με την ιστορική εμπειρία της εισβολής, χωρίς να κατονομάζει εχθρούς, αλλά και χωρίς να εξαντλείται σε αυτήν. Είναι ένα βιβλίο για τους τόπους που χάνονται και για τους ανθρώπους που αρνούνται να τους αφήσουν να χαθούν οριστικά. Ένα βιβλίο, όχι για έναν τόπο που έπαψε να υπάρχει, αλλά για έναν τόπο που επιμένει να ελπίζει όσο υπάρχουν άνθρωποι  να τον θυμούνται και να προσδοκούν ότι το άδικο μια μέρα θα αποκατασταθεί.

Ο Βαγγέλης Ηλιόπουλος και ο Αντρέας Κώστα, επιχείρησαν να προσεγγίσουν ένα θέμα δύσβατο για την παιδική λογοτεχνία.  Να μιλήσουν, δηλαδή, χωρίς να υποκύπτουν σε συναισθηματικές ακρότητες, για τον τόπο που κουβαλά καθένας μέσα του όταν αναγκάζεται να τον εγκαταλείψει.  Το αποτέλεσμα είναι μια ιδιότυπη ελεγεία για την κατεχόμενη Κύπρο, όπου η απώλεια δεν παρουσιάζεται ως οριστική ήττα αλλά ως διαρκής άσκηση μνήμης και προσδοκίας.

Στη συνολική αισθητική της έκδοσης συμβάλλουν τα σχέδια και τα χρώματα της Έφης Κοκκινάκη.  Σε κάθε σελίδα, η εικονογράφος δημιουργεί ένα βιωματικό εικαστικό πεδίο όπου η μνήμη, οι κινήσεις, τα αντικείμενα και η παιδική ματιά αποκτούν κεντρική θέση.  Οι εικόνες της δεν συνοδεύουν απλώς την αφήγηση, αλλά την ερμηνεύουν ενισχύοντας καθοριστικά την αναγνωστική εμπειρία των παιδιών αναγνωστών.

INFO

Βαγγέλης Ηλιόπουλος& Αντρέας Κώστα, Το αγόρι που ήθελε να περπατήσει ένα ολόκληρο νησί γύρω γύρω, εικ. Έφη Κοκκινάκη, Πατάκης, 2026.

 

Προηγούμενο άρθρο“Σύλβια”, όχι μόνο νουάρ, και καλή λογοτεχνία (του Γιάννη Ν.Μπασκόζου)
Επόμενο άρθροΠεπαλαιωμένα βιβλία, σελέμπριτι και ανάγνωση, συγγραφικές κλειδαρότρυπες κ.ά (της Αλεξάνδρας Χαΐνη)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ