του Ιάσονα Νεύρη
Στο πλαίσιο των ακαδημαϊκών και κοινωνικών δραστηριοτήτων του, το Εργαστήριο Αρχαίου Δράματος και Θεατρολογικής Έρευνας (Ε.ΑΡ.ΔΡΑ.Θ.Ε.) του Τμήματος Θεατρικών Σπουδών του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών, με επικεφαλής τη διευθύντριά του Καίτη Διαμαντάκου, καθηγήτρια στο Τμήμα Θεατρικών Σπουδών ΕΚΠΑ, έχει επικεντρώσει τα τελευταία δύο χρόνια την έρευνά του, μεταξύ άλλων, στον εντοπισμό, την καταγραφή, την περιγραφή, την ψηφιακή αρχειοθέτηση και την προβολή τόσο των δημοσιευμένων όσο και των αδημοσίευτων νεοελληνικών μεταφράσεων αρχαίου δράματος. Στο πλαίσιο αυτό έχει δημιουργηθεί, από την ερευνητική ομάδα του Εργαστηρίου, μία Βάση εισαγωγής και επεξεργασίας Δεδομένων (Πρωτεύς21), η οποία αποτυπώνει τον εκδοτικό και παραστασιογραφικό χάρτη των νεοελληνικών –εκδομένων και ανέκδοτων, παρουσιασμένων και μη παρουσιασμένων από σκηνής– μεταφράσεων αρχαίου δράματος, από τον 19ο αιώνα και μέχρι σήμερα και η οποία πρόκειται προσεχώς να δημοσιοποιηθεί σε ειδικό ιστότοπο, με ελεύθερη πρόσβαση στην τεκμηρίωση και με τις κατάλληλες δυνατότητες λειτουργίες αναζήτησης και διασύνδεσης εκ μέρους του χρήστη. Οι καταγεγραμμένες ήδη (πάνω από 1.200 τεκμήρια) μεταφράσεις αρχαίου δράματος συνθέτουν αυτές καθαυτές ένα πλατύ φάσμα διαφορετικών γλωσσικών, μετρικών, υφολογικών και μορφολογικών προδιαγραφών, στοχεύσεων και χρήσεων, μεταφραστικών-πρακτικών ή/και μεταφρασεολογικών-θεωρητικών τάσεων, κοινωνικοπολιτικών, πολιτισμικών και, ειδικότερα, καλλιτεχνικών και θεατρικών συμφραζομένων. Ο στόχος, ωστόσο, είναι η Βάση Δεδομένων να συνεχίσει να εμπλουτίζεται αφενός με παλαιότερα και μελλούμενα εκδοτικά και παραστασιογραφικά δεδομένα και αφετέρου, με τη συλλογή της αντίστοιχης κριτικογραφίας, την αποτύπωση μορφολογικών και ποιοτικών χαρακτηριστικών των μεταφρασμάτων και τέλος, με τη διαμόρφωση ενός προτύπου κατηγοριοποίησης των διαφορετικών «ειδών» μετάφρασης (απόδοση, ελεύθερη απόδοση, παράφραση, ελεύθερη μετάφραση, διασκευή κτλ.). Το ερευνητικό όφελος είναι μεγάλο και διαχέεται σε έναν μεγάλο επίσης διεπιστημονικό πεδίο όπου διασταυρώνονται οι θεατρικές σπουδές, οι κλασικές σπουδές, oι σπουδές νεοελληνικής φιλολογίας, οι σπουδές πρόσληψης, η μεταφρασεολογία και οι ψηφιακές ανθρωπιστικές επιστήμες.
Στον ίδιο παραπάνω ερευνητικό ορίζοντα, το Εργαστήριο Αρχαίου Δράματος και Θεατρολογικής Έρευνας ΕΚΠΑ εστιάζει ειδικότερα την προσπάθειά του στην ανέλκυση από τη διϊστορική αφάνεια αρκετών νεοελληνικών μεταφράσεων αρχαίου δράματος, οι οποίες πραγματοποιήθηκαν από πολύ επιδραστικά πρόσωπα της νεότερης ελληνικής καλλιτεχνικής και ευρύτερης πολιτιστικής σκηνής, συνδέθηκαν συνήθως με σημαντικές θεατρικές παραστάσεις αλλά παρέμειναν μετά τη σκηνική χρήση τους ανέκδοτες (είτε ως αυτοτελείς εκδόσεις είτε ως δημοσιεύσεις σε θεατρικά προγράμματα ή σε λογοτεχνικά/θεατρικά/πολιτιστικά περιοδικά). Στο πλαίσιο ειδικού ερευνητικού προγράματος που αναλήφθηκε από το Εργαστήριο με επιστημονική υπεύθυνη την καθηγήτρια Καίτη Διαμαντάκου –κατόπιν έγκρισης σχετικής ερευνητικής πρότασης στο πλαίσιο της Δράσης «Έρευνα στις μετακλασικές σπουδές» (χρηματοδότηση: Καταπίστευμα Κων/νου Α. Τσαγκαδά και ΕΛΚΕ ΕΚΠΑ)– πραγματοποιήθηκε τον Ιούνιο του 2024 στη Φιλοσοφική Σχολή ΕΚΠΑ η επιστημονική Ημερίδα «Χαμένοι στη Μετάφραση: (Δι)ερευνώντας τις αδημοσίευτες μεταφράσεις αρχαίου δράματος», λίγους μήνες αργότερα δημοσιεύτηκαν τα Πρακτικά της Ημερίδας από την Κάπα Εκδοτική (2024) σε ελεύθερα προσβάσιμη (μέσω της ιστοσελίδας του Εργαστηρίου και του Τμήματος Θεατρικών Σπουδών) ψηφιακή μορφή, για να ακολουθήσει η δημοσίευση (Κάπα Εκδοτική 2024 και 2025) πέντε σημαντικών μεταφράσεων αρχαίου δράματος (τριών τραγωδιών και μίας αριστοφανικής κωμωδίας σε διπλή μεταφραστική εκδοχή), οι οποίες ήταν μέχρι σήμερα όχι μόνο ανέκδοτες αλλά και σε αρκετές περιπτώσεις δυσεύρετες έως εντελώς απρόσιτες.
***
Τη σειρά των «χαμένων μεταφράσεων» εγκαινίασε η πολύκροτη, κυριολεκτικά, μετάφραση της Ορέστειας του Αισχύλου από τον αρχαιολόγο και πανεπιστημιακό Γεώργιο Σωτηριάδη (1852-1942) (Κάπα Εκδοτική 2024). Η έκδοση στηρίχθηκε σε πρωτότυπο (και πιθανότατα μοναδικό) χειρόγραφο, που περιλαμβάνεται στις αποθηκευμένες συλλογές του πρώην Θεατρικού Μουσείου (Κέντρου Μελέτης και Έρευνας του Ελληνικού Θεάτρου, ΚΜΕΕΘ) και του οποίου η κυριότητα ανήκει πλέον στο Υπουργείο Πολιτισμού (Γενική Γραμματεία Σύγχρονου Πολιτισμού, Διεύθυνση Νεότερης Πολιτιστικής Κληρονομιάς, Τμήμα Τεκμηρίωσης και Προστασίας Νεότερων Κινητών Μνημείων, Κεντρικό Συμβούλιο Νεοτέρων Μνημείων), το οποίο παραχώρησε, κατόπιν σχετικού αιτήματος του Εργαστηρίου, την άδεια δημοσίευσής της. Πρόκειται για τη μετάφραση σε «μεικτή» (μετριοπαθή καθαρεύουσα ή, αλλιώς, μετριοπαθή δημοτική με στοιχεία καθαρεύουσας) γλώσσα που υποστήριξε την πρώτη παράσταση της Ορέστειας στο ελεύθερο ελληνικό κράτος αλλά και την πρώτη παράσταση αρχαίου δράματος από το Βασιλικό Θέατρο, τον Νοέμβριο του 1903, με επικεφαλής του εγχειρήματος τον διευθυντή και σκηνοθέτη του Βασιλικού Θεάτρου, Θωμά Οικονόμου. Η μετάφραση του Σωτηριάδη, που έγινε κατά παραγγελία του δημοτικιστή ποιητή και Γενικού Γραμματέα του Βασιλικού Θεάτρου Στέφανου Στεφάνου, ακολουθούσε τη δραστικά συντομευμένη γερμανική διασκευή του έργου από τον Paul Schlenther (βασισμένη με τη σειρά της στη μετάφραση του έργου από τον Γερμανό φιλόλογο Ulrich von Wilamowitz-Möllendorf), η οποία είχε παρουσιαστεί στο Burgtheater της Βιέννης το 1900 σε σκηνοθεσία Fritz Krastel, διάρκειας 123 λεπτών. Την παράσταση ‘προλόγισε’ το ποίημα του δημοτικιστή ποιητή και Γενικού Γραμματέα τότε του Πανεπιστημίου Αθηνών Κωστή Παλαμά, «Ωδή προς τον Αισχύλον» ή «Το χαίρε της Τραγωδίας», το οποίο απήγγειλε, στεφανώνοντας προτομή του Αισχύλου, η δεκαεξάχρονη τότε Μαρίκα Κοτοπούλη, η οποία εμφανιζόταν επίσης ως Παλλάς Αθηνά στις Ευμενίδες, στην «τρίτη Πράξη» της παράστασης. Όλα τα παραπάνω πρόσωπα και γεγονότα –αλλά και πολλά άλλα, από τον ευρύτερο πνευματικό και πολιτικό χώρο της εποχής– με αιχμή του δόρατος τη συγκεκριμένη «μεικτή» μετάφραση, πυροδότησαν τα αιματηρά «Ορεστειακά επεισόδια» (16.11.1903) μεταξύ της αστυνομίας και των φοιτητών-οπαδών του γλωσσαμύντορα καθηγητή και ιδρυτή της «Εταιρείας προς Διδασκαλίαν των Αρχαίων Ελληνικών Δραμάτων» Γεωργίου Μιστριώτη, επεισόδια που αποτέλεσαν και αποτελούν σταθμό τόσο στην ιστορία της πρόσληψης του αρχαίου δράματος όσο και στην ιστορία του Δημοτικισμού.
Το χειρόγραφο των εξήντα τριών, γραμμένων με πένα, σελίδων αποτελεί αντίγραφο μεταγενέστερο της εποχής του 1903, πιθανώς πρόκειται για κείμενο σκηνής ή υποβολείου που χρησιμοποιήθηκε από τον θίασο της Μαρίκας Κοτοπούλη, είναι επίσης πολύ πιθανό ότι αντιγράφηκε από τον ηθοποιό (που εκτελούσε επίσης χρέη αντιγραφέα) Βασίλη Αργυρόπουλο, ο οποίος έπαιξε στην παράσταση της Ορέστειας που παρουσίασε το 1912 η Κοτοπούλη στο θέατρό της, και αποτέλεσε δωρεά στη Θεατρική Βιβλιοθήκη του ΚΜΕΕΘ εκ μέρους του Μιχάλη Αναστασίου το 1949.
Τη μεταγραφή του χειρογράφου, την επιμέλεια και την προλόγιση της έκδοσης έκανε η Άννα Μαυρολέων, αναπληρώτρια καθηγήτρια του Τμήματος Θεατρικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Πελοποννήσου, η οποία, ως επαγγελματικό στέλεχος επί σειρά ετών και υπεύθυνη μηχανογράφησης του Αρχείου του «Κέντρου Μελέτης και Έρευνας του Ελληνικού Θεάτρου – Θεατρικό Μουσείο», είχε από πολύ νωρίς πρόσβαση στο χειρόγραφο της Ορέστειας και έκτοτε έχει μελετήσει σφαιρικά και ουσιαστικά –ήδη από τη διδακτορική διατριβή της (2003) και ακολούθως με πολλές άλλες θεατρολογικές δημοσιεύσεις της, την ταυτότητα και την επενέργεια της πρώτης αυτής μετάφρασης της αισχύλειας τριλογίας, που δοκίμασε τη γλωσσική, κοινωνική, πολιτική και πολιτιστική ελληνική σκηνή στις αρχές του 20ού αιώνα.
***
Την έκδοση της Ορέστειας του Αισχύλου σε μετάφραση Γεωργίου Σωτηριάδη διαδέχτηκε η έκδοση του Ορέστη του Ευριπίδη, σε μετάφραση του θεατρικού συγγραφέα, σκηνοθέτη, μεταφραστή, κριτικού Γιώργου Σεβαστίκογλου (1913-1990) (Κάπα Εκδοτική 2024). Ο Ορέστης αποτελεί το μοναδικό δείγμα ενδογλωσσικής μετάφρασης του Γιώργου Σεβαστίκογλου, ο οποίος, όταν την ανέλαβε, είχε ήδη πίσω του τέσσερις δεκαετίες συστηματικής ενασχόλησης με τη διαγλωσσική θεατρική μετάφραση έργων του ευρωπαϊκού και του αμερικανικού θεάτρου, με αφετηρία την εποχή της ίδρυσης του Θεάτρου Τέχνης και τη συνεργασία του Σεβαστίκογλου με τον Κάρολο Κουν.
Η μετάφραση του Γιώργου Σεβαστίκογλου υποστήριξε την παράσταση του Ορέστη, σε σκηνοθεσία του ίδιου, από τον θίασο του Εθνικού Θεάτρου το 1982, αρχικά στο αρχαίο θέατρο της Επιδαύρου. Η ιδιαίτερα ευνοϊκή υποδοχή της παράστασης από το κοινό και τους κριτικούς της εποχής ήταν προφανώς ο λόγος που η παράσταση επαναλήφθηκε το 1983 (και πάλι στην Επίδαυρο, αλλά και στο Ηρώδειο και στον αρχαιολογικό χώρο της Ελευσίνας), ενώ το καλοκαίρι του 1984 ο θίασος του Εθνικού Θεάτρου πραγματοποίησε μ’ αυτήν θερινή περιοδεία στη Μόσχα. Ενώ στο πρόγραμμα της παράστασης ο Σεβαστίκογλου καταγράφεται ως «μεταφραστής», ο ίδιος χαρακτηρίζει σε συνεντεύξεις του το εγχείρημά του ως «διασκευή» με στόχο την ανάδειξη της πολιτικής διάστασης του κειμένου και τη σύνδεσή του με το ιστορικό παρόν: θέση σύμφωνη με τη βαθιά πίστη του θεατρανθρώπου στην πολιτική και κοινωνική αποστολή της τέχνης, η οποία αποτυπώνεται, άλλωστε, σε ολόκληρο το συγγραφικό και καλλιτεχνικό του έργο, όπως, βέβαια, και στην προσωπική, αξεδιάλυτα συνδεδεμένη με την πολιτική, ιστορία του. Ο Ορέστης του Σεβαστίκογλου, ιδιαίτερο δείγμα της μεταφραστικής και θεατρικής πρόσληψης του αρχαίου δράματος στο μεταίχμιο της πρώτης και της δεύτερης φάσης της Μεταπολίτευσης, τροφοδότησε κριτικούς και καλλιτέχνες με γόνιμους προβληματισμούς, από τη μία πλευρά, γύρω από την πιο ρεαλιστική και ανθρωποκεντρική σκηνική αντιμετώπιση της αρχαίας τραγωδίας και τη σύνδεσή της με της σύγχρονες της εποχής κοινωνικοπολιτικές εξελίξεις και, από την άλλη πλευρά, γύρω από τη διαδικασία απόδοσης ή διασκευής της αρχαίας τραγωδίας και, γενικότερα, γύρω από τα όρια της διαμεσολάβησης του μεταφραστή μεταξύ της γλώσσας/κουλτούρας-πηγή και της γλώσσας/κουλτούρας-στόχος.
Η έκδοση στηρίχθηκε σε πρωτότυπα δακτυλόγραφα κείμενα τα οποία συνέταξε και χρησιμοποίησε ο δημιουργός, φυλάσσονται πλέον στο αρχείο του Εθνικού Θεάτρου και του Ε.Λ.Ι.Α. και παραχωρήθηκαν προς χρήση και δημοσίευση από της κληρονόμους και κατόχους των πνευματικών δικαιωμάτων του έργου του Γιώργου Σεβαστίκογλου, τα παιδιά του Ειρήνη και Πέτρο Σεβαστίκογλου.
Την αντιπαραβολή των δακτυλογράφων, τη μεταγραφή και επιμέλεια του κειμένου και την προλόγιση της έκδοσης έκανε η Κωνσταντίνα Ζηροπούλου, αναπληρώτρια καθηγήτρια στο Τμήμα Θεατρικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Πατρών, η οποία έχει μελετήσει και γνωρίζει σφαιρικά και ουσιαστικά την πολύπλευρη θεατρική δραστηριότητα του Γιώργου Σεβαστίκογλου στην Ελλάδα και το εξωτερικό –ήδη από τη διδακτορική διατριβή της (2007) και ακολούθως με της της δημοσιεύσεις της και μάλιστα με τη μονογραφία της Γιώργος Σεβαστίκογλου. Αγωνιστής του θεάτρου και της ζωής (Μεταίχμιο 2016).
***
Την έκδοση του Ορέστη του Ευριπίδη σε μετάφραση Γιώργου Σεβαστίκογλου, ακολούθησε η έκδοση των Τρωάδων και πάλι του Ευριπίδη, σε μετάφραση του Κύπριου Κωστή Κολώτα (1934-2010), φιλολόγου, μελετητή, συγγραφέα, μεταφραστή, αρθρογράφου, εκπαιδευτικού και πολιτιστικού στελέχους, βραβευμένου με το Βραβείο Θεατρικής Συγγραφής και Μετάφρασης «Μελίνα Μερκούρη» του Θεατρικού Οργανισμού Κύπρου. Η έως πρότινος ανέκδοτη μετάφραση των Τρωάδων του Κωστή Κολώτα παρουσιάστηκε σκηνικά για πρώτη φορά από τον Θεατρικό Οργανισμό Κύπρου το 1982, σε σκηνοθεσία του Νίκου Χαραλάμπους, και παίχτηκε στο αρχαίο θέατρο Επιδαύρου (26-27/7) δύο εβδομάδες περίπου νωρίτερα από την παράσταση του Ορέστη από το Εθνικό Θέατρο (14-15/8). Η ίδια μετάφραση χρησιμοποιήθηκε τριάντα πέντε χρόνια αργότερα, επίσης για το κυπριακό κοινό, στη σκηνοθετική προσέγγιση του Θεόδωρου Τερζόπουλου (συμπαραγωγή του Οργανισμού «Πάφος 2017 – Πολιτιστική Πρωτεύουσα της Ευρώπης» και του Θεάτρου «Άττις»)), και είναι αξιοσημείωτο ότι –πέραν της κοινής μεταφραστικής στήριξης– άλλος συνδετικός (έμψυχος) κρίκος των δύο παραγωγών ήταν η Δέσποινα Μπεμπεδέλη, που επωμίστηκε τον ίδιο ρόλο της Εκάβης σε άνυσμα 35 χρόνων. Αντίθετα με τον Γιώργο Σεβαστίκογλου και τη μοναδική ενδογλωσσική μεταφραστική κατάθεσή του με τον Ορέστη, ο Κολώτας μετέφρασε μεγάλο αριθμό αρχαίων ελληνικών δραμάτων: Πέρσες (1995), Ορέστεια (1999) και Επτά επί Θήβας (2001) του Αισχύλου· Ικέτιδες (1978), Τρωάδες (1982) και Εκάβη (1988) του Ευριπίδη· Πλούτος (1980 και 2008), Βάτραχοι (1989), Θεσμοφοριάζουσες (1996) και Εκκλησιάζουσες (2006) του Αριστοφάνη. Οι αδημοσίευτες μεταφράσεις του υλοποιήθηκαν στο πλαίσιο συνεργασιών του με συγκεκριμένους σκηνοθέτες του Θεατρικού Οργανισμού Κύπρου για παραστάσεις, πρωτίστως, προορισμένες για το θεατρικό κοινό της Κύπρου. Ο ίδιος δήλωνε ότι «ο μεταφραστής ανά πάσα στιγμή πρέπει να έχει στον νου του την παρουσία του κοινού, σε ποιο κοινό απευθύνεται η μετάφρασή του». Σε αυτόν τον λόγο, ενδεχομένως, οφείλεται η μη-δημοσίευση των μεταφράσεών του, όπως επίσης σε αυτό το σημείο συναντάται, ως προς τη μάχιμη μεταφραστική θέση του, με τον Γιώργο Σεβαστίκογλου.
Ο Κωστής Κολώτας υπήρξε, σύμφωνα με τον Αντώνη Πετρίδη, «ο κορυφαίος, ίσως, Νεοέλληνας μεταφραστής του αρχαίου θεάτρου», με κύριο σημείο εστίασης την αποκωδικοποίηση και απόδοση της «θεατρικότητας» του αρχαίου λόγου σε σύγχρονα σκηνικά συμφραζόμενα. Ο ίδιος δήλωνε χαρακτηριστικά ότι: «κριτήριο και όριο [των μεταφράσεων] είναι τα ίδια τα κείμενα. Για να μεταφερθεί ένα έργο προορισμένο για θεατρική παράσταση σε μια μακρινή εποχή […] σε μια παράσταση τού σήμερα, πρέπει να προηγηθεί βαθιά μελέτη και ερμηνεία του κειμένου». Επιπλέον, τόνιζε ότι «μια μετάφραση προορισμένη για παράσταση […] πρέπει να έχει κύρια έγνοια και προσπάθεια να αποκωδικοποιήσει τη θεατρικότητα του αρχαίου κειμένου, να την αποδώσει με γλωσσικούς – εκφραστικούς τρόπους σημερινούς και κυρίως να την υποδείξει στον σκηνοθέτη, ο οποίος με τη σειρά του θα τη μεταφέρει στη σύγχρονη θεατρικότητα».
Η έκδοση στηρίχθηκε καταρχήν σε δακτυλόγραφο κείμενο που παραχωρήθηκε από την οικογένεια του Κωστή Κολώτα στον Θεόδωρο Τερζόπουλο για τη σκηνοθεσία των Τρωάδων το 2017 και του οποίου την άδεια δημοσίευσης έδωσαν τόσο οι κληρονόμοι και κάτοχοι των πνευματικών δικαιωμάτων του έργου του Κωστή Κολώτα, όσο και το θέατρο «Άττις» και ο εμψυχωτής του Θεόδωρος Τερζόπουλος, που χρησιμοποίησαν αυτή τη μετάφραση το 2017 και σε επανάληψη το 2018.
Την ηλεκτρονική μεταγραφή, επιμέλεια και προλόγιση της μετάφρασης των Τρωάδων ανέλαβε η Κατερίνα Αρβανίτη, καθηγήτρια στο Τμήμα Θεατρικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Πατρών, η οποία είναι ειδικευμένη και έχει εντρυφήσει –ήδη από τη διδακτορική διατριβή της και ακολούθως με πολλές άλλες επιστημονικές μονογραφίες, ανακοινώσεις και δημοσιεύσεις της, και μάλιστα με το δίτομο έργο της Η Αρχαία Ελληνική Τραγωδία στο Εθνικό Θέατρο (Παπαζήσης 2021)– στη σκηνική πρόσληψη του αρχαίου δράματος στην Ελλάδα και διεθνώς.
***
Από το πεδίο της αρχαίας τραγωδίας, το οποίο υπηρέτησαν και ανασυγκρότησαν οι τρεις παραπάνω μεταφράσεις και ισάριθμες εκδόσεις τους, η τέταρτη έκδοση μάς μεταφέρει στην αρχαία κωμωδία και, πιο συγκεκριμένα, στις Εκκλησιάζουσες του Αριστοφάνη, στη διπλή μεταφραστική εκδοχή τους, που μας κατέλειπε ο homo universalis Σπύρος Α. Ευαγγελάτος (1940-2017), σκηνοθέτης, θεατρικός συγγραφέας και μεταφραστής, διευθυντής του Κρατικού Θεάτρου Βορείου Ελλάδος, διευθυντής και πρόεδρος της Εθνικής Λυρικής Σκηνής , ιδρυτής και διευθυντής του μακρόβιου θεατρικού οργανισμό «Αμφι-Θέατρο» (1975-2011), αλλά και διδάκτωρ της Φιλοσοφικής Σχολής του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών, μελετητής και ιστορικός του Κρητικού και του Επτανησιακού Θεάτρου, αναπληρωτής καθηγητής αρχικά στο Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας της Φιλοσοφικής Σχολής του ΕΚΠΑ και κατόπιν, από το 1991 και εξής, συνιδρυτής, καθηγητής και συχνά Πρόεδρος του Τμήματος Θεατρικών Σπουδών του ΕΚΠΑ, τακτικό μέλος (από το 2005), Αντιπρόεδρος (2012) και Πρόεδρος (2013) της Ακαδημίας Αθηνών.
Oι Εκκλησιάζουσες είναι η μόνη κωμωδία που ανα-σκηνοθετήθηκε, σε ελληνικό έδαφος και σε ελληνική γλώσσα, σε δύο διαφορετικές εποχές από τον Ευαγγελάτο (ο οποίος επανήλθε αντίστοιχα στη διπλή σκηνοθεσία πέντε τραγωδιών, ενώ ανα-σκηνοθεσίες έκανε και σε άλλα έργα του παγκόσμιου δραματολογίου), αλλά και η μόνη που ανα-μεταφράστηκε δύο φορές από τον ίδιο τον σκηνοθέτη (ο οποίος κατέθεσε ακόμη τέσσερις δικές του μεταφράσεις τραγωδιών και μία μετάφραση της Λυσιστράτης, καμία όμως άλλη διπλή μετάφραση).
Πρώτη φορά οι Εκκλησιάζουσες παρουσιάζονται από τον εικοσιεννιάχρονο Ευαγγελάτο στο Θέατρο Κήπου Θεσσαλονίκης το καλοκαίρι του 1969, σηματοδοτώντας αφενός την έναρξη της Πειραματικής Σκηνής του ΚΘΒΕ και αφετέρου την πρώτη αριστοφανική σκηνοθεσία του Ευαγγελάτου αλλά και την πρώτη σκηνοθεσία του Ευαγγελάτου γενικότερα στο αρχαίο δράμα στην Ελλάδα (μετά τις Τρωάδες που είχαν παιχτεί στη Βιέννη, δύο χρόνια πριν). Ο Ευαγγελάτος δεν χρησιμοποιεί κάποια παλιότερη μετάφραση των Εκκλησιαζουσών, παρά αποδίδει ο ίδιος το έργο που σκηνοθετεί, εδραιώνοντας μια πρόσθετη δική του καλλιτεχνική δραστηριότητα, τη μεταφραστική, την οποία είχε εγκαινιάσει με τη σκηνοθεσία-μετάφραση της Κυράς της Θάλασσας του Ίψεν (Θίασος Αντιγόνης Βαλάκου 1964) και στην οποία θα επανερχόταν πολλές άλλες φορές στη συνέχεια της πορείας του, σε έργα του αρχαίου και του παγκόσμιου δραματολογίου. Έπειτα από τριάντα σχεδόν χρόνια –και ενώ το «παιδί-θαύμα» έχει κατακτήσει πλέον το σκηνοθετικό και ακαδημαϊκό στερέωμα, και έχουν μεσολαβήσει άλλες πέντε (5) αριστοφανικές παραστάσεις με το «Αμφι-Θέατρο», στις δεκαετίες 1970 και 1980 )– οι Εκκλησιάζουσες αναβαπτίζονται σκηνοθετικά και μεταφραστικά από τον Ευαγγελάτο και προτείνονται εκ νέου το 1998, οπότε και παίζονται το καλοκαίρι στο Φεστιβάλ Επιδαύρου (πρώτες παραστάσεις: 31 Ιουλίου και 1 Αυγούστου).
Η έκδοση είναι σημαντική όχι μόνο γιατί πρόκειται για μεταφράσματα-δημιουργίες αυτού του «ολικού» θεατρανθρώπου, καρπούς της πολυεπίπεδης θεωρητικής και πρακτικής, ακαδημαϊκής και καλλιτεχνικής, γνώσης του και εκ των πραγμάτων άξια μελέτης σε πολλά επίπεδα της ιστορίας και της θεωρίας γενικότερα του θεάτρου και ειδικότερα της πρόσληψης του αρχαίου δράματος, αλλά και γιατί πρόκειται για δύο διαφορετικά μεταφράσματα του ίδιου έργου, με μεγάλη χρονική και γεωγραφική απόσταση μεταξύ τους, καμωμένα σε διαφορετικά θεσμικά πλαίσια και σε διαφορετικά θεατρικά, πολιτικά-κοινωνικά αλλά και γλωσσικά συμφραζόμενα – όλα στοιχεία πολύ πρόσφορα για τη μεταφρασεολογική και θεατρολογική μελέτη της θεατρικής ενδογλωσσικής μετάφρασης/μεταγλώττισης. Επιπρόσθετα, μέσω αυτής της έκδοσης, στο πεδίο της αναζήτησης, της προβολής, της δυνατότητας αλλά και της ανάγκης έρευνας αδημοσίευτων μέχρι σήμερα μεταφράσεων υπεισέρχεται δυναμικά ο Αριστοφάνης, με το ιδιαίτερα σύνθετο ως προς τη γλωσσική, μεταφραστική και ιδεολογική πρόσληψή του κληροδότημα από τα τέλη του 19ου αιώνα και μέχρι σήμερα.
Στην περίπτωση της μετάφρασης των πρώτων Εκκλησιαζουσών (1969) η μεταγραφή στηρίχτηκε στο δακτυλόγραφο «Κείμενο Οδηγού Σκηνής» του Σκηνοθέτη, το οποίο απόκειται στο ψηφιακό αρχείο του Κρατικού Θεάτρου Βορείου Ελλάδος, που παραχώρησε, μέσω του καλλιτεχνικού διευθυντή Αστέριου Πελτέκη, την άδεια δημοσίευσης του αρχειακού αυτού υλικού. Στην περίπτωση των δεύτερων Εκκλησιαζουσών (1998) η μεταγραφή έγινε βάσει του κειμένου που είχε συμπεριληφθεί στο Πρόγραμμα της παράστασης από το «Αμφι-Θέατρο». Και στις δύο περιπτώσεις, την άδεια έκδοσης των δύο μεταφράσεων παραχώρησε η κόρη και νόμιμη κάτοχος των πνευματικών δικαιωμάτων του Σπύρου Α. Ευαγγελάτου, Κατερίνα Ευαγγελάτου, σκηνοθέτης και, μέχρι πρόσφατα, καλλιτεχνική Διευθύντρια του Φεστιβάλ Αθηνών Επιδαύρου.
Την επιμέλεια και την προλόγιση της ενιαίας έκδοσης των δύο Εκκλησιαζουσών ανέλαβε η Καίτη Διαμαντάκου, καθηγήτρια στο Τμήμα Θεατρικών Σπουδών ΕΚΠΑ και διευθύντρια του Εργαστηρίου Αρχαίου Δράματος και Θεατρολογικής Έρευνας, με ευρύ επιστημονικό και συγγραφικό έργο σε ζητήματα σχετικά με το αρχαίο θέατρο και την πρόσληψή του (βλ. ενδεικτικά τα τελευταία βιβλία της Θεατρικές ιστορίες του παππού Αριστοφάνη. Σκηνές πρόσληψης, Gutenberg 2021 και Αρχαίο ελληνικό θέατρο. Στιχομυθίες κειμένων, Ινστιτούτο του Βιβλίου – Καρδαμίτσα 2025).
***
Οι τέσσερις αυτές εκδόσεις (και πέντε μεταφράσεις), τις οποίες θα διαδεχθούν άλλες εκδόσεις αδημοσίευτων μέχρι σήμερα μεταφράσεων από επίσης επιδραστικά πρόσωπα της νεότερης ελληνικής πολιτιστικής σκηνής, παραδίδονται στη θεατρολογική, θεατρική και θεατρόφιλη κοινότητα για να προσφέρουν τα δικά τους στοιχεία και να συμβάλλουν με τη δική τους ιδιοσυστασία στην ευρεία θεωρητική και πρακτική συζήτηση πάνω σ’ αυτό το εξαιρετικά ακανθώδες και σύνθετο –επί χάρτου, επί σκηνής και επί κοινωνίας– διακύβευμα που είναι η ενδογλωσσική μεταφορά του αρχαίου δράματος στη νεότερη εποχή.






















