γράφει η Παναγιώτα Τυρπάνη
Έπειτα από δεκατέσσερα χρόνια εκδοτικής σιωπής, ο Θοδωρής Σαρηγκιόλης επανέρχεται με μια ποιητική συλλογή που δεν επιχειρεί να αφηγηθεί μια υπέρβαση, αλλά να χαρτογραφήσει μια δοκιμασία. Τα Δύσκολα Νερά (2026) δίνουν την εντύπωση μιας κατάθεσης που ωρίμασε μέσα στον χρόνο, ενός λόγου που δεν βιάζεται να μιλήσει, αλλά επιστρέφει αφού έχει πλέον δοκιμαστεί από την εμπειρία.[1] Ο τίτλος της συλλογής λειτουργεί προγραμματικά: τα Δύσκολα Νερά, τα οποία διασχίζει ένας ορεσίβιος ποιητής με κίνδυνο να τον ξεβράσουν «σαν κούτσουρο / γυμνό στην άμμο» («Ορεσίβιος», σελ. 30), από δυσμενείς εξωτερικές συνθήκες του ποιητικού διακόσμου μετατρέπονται σε εσωτερικά τοπία της μνήμης και της ιστορίας.
Κεντρικό άξονα της συλλογής αποτελεί η μνήμη, γύρω από την οποία οργανώνονται και οι υπόλοιπες θεματικές. Η μνήμη δεν λειτουργεί ως αντικειμενική αναπόληση του παρελθόντος αλλά ως ένα πεδίο συνάντησης του ατομικού και του συλλογικού βιώματος. Πρόκειται δηλαδή για έναν ενεργό μηχανισμό επαναπροσέγγισης και ανασύστασης του παρελθόντος μέσα από τη ματιά του ποιητικού υποκειμένου. Υποκειμενική, αποσπασματική και διαμεσολαβημένη από το παρόν της ενθύμησης, η μνήμη εξωραΐζει τις πληγές χωρίς να αποκρύπτει τις ρωγμές στο συνεχές του χρόνου.
ΧΡΥΣΗ ΤΟΜΗ
Αχ, μνήμη, επιλεκτική,
τι όμορφα στολίζεις τις ουλές.
Μα πάντα ένα ράγισμα,
μια ανεπαίσθητη ρωγμή
τέμνει τα γεγονότα.
Χρυσή τομή
στου χρόνου τη συνέχεια. (σελ. 43)
Οι οικείοι τόποι, η φύση και οι δρόμοι μετατρέπονται σε αποθετήρια προσωπικών και συλλογικών εμπειριών. Η πλατεία «Βαρδάρι» της Θεσσαλονίκης, η λίμνη Κάρλα, το «Όστροβο»,[2] και οι υπόλοιποι τοπωνυμικοί δείκτες της συλλογής δεν αποτελούν απλώς σημεία πάνω σε έναν γεωγραφικό χάρτη, αλλά συνθέτουν μια ανθρωπογεωγραφία που παραπέμπει συχνά στην ποιητική παράδοση του συντοπίτη και φίλου του Σαρηγκιόλη, Μάρκου Μέσκου (Η λίμνη πιάτο που χορεύει / με τα βουνά να τη στενεύουν. / Στα σπλάχνα της μικρές ζωές / σπαθίζουν τα καλάμια., «Όστροβο», σελ. 33).
Παράλληλα, η μνήμη στα Δύσκολα Νερά μετατρέπεται σε γέφυρα προς το ιστορικό βίωμα. Ο ποιητής δεν αφηγείται την ιστορία, αλλά αναδεικνύει τα αποτυπώματά της πάνω στον τόπο και στον άνθρωπο, ενώ την παρομοιάζει με «βαρύ ύδωρ». Η παρομοίωση αυτή συνδυάζει τη ρευστότητα του υγρού στοιχείου με την αίσθηση του βάρους, αποδίδοντας την πίεση των ιστορικών αναταράξεων πάνω στην ατομική βούληση. Όπως η μνήμη δεν είναι μια ανέφελη αναπόληση αλλά ένας χώρος ρωγμών και επανερμηνειών, έτσι και η ιστορία δεν εμφανίζεται ως ομαλή χρονική ροή αλλά ως δύναμη που συνθλίβει στο πέρασμά της την προσωπική επιθυμία.
ΒΑΡΥ ΥΔΩΡ
Πόσοι υπνοβάτες εκείνη την παλιά γιορτή θυμούνται
Όταν δίγλωσσοι εφιάλτες τις νύχτες τους στοιχειώνουν;
Βήματα βαριά τη σκάλα κατεβαίνουν,
Δεν πισωπατούν, μπροστά πηγαίνουν,
Ήσυχα βυθίζονται στο βαρύ ύδωρ της ιστορίας.
Σάκος αμνιακός τυλίγει τα σώματα.
Τυφλή πορεία δίχως σόναρ, δίχως πλοηγό.
Στο μαύρο νερό περιπολούν
Χαμένα υποβρύχια.
Στο βυθό μιας φιμωμένης μουσικής μαργαριτάρια
Αντανακλούν τους δύσκολους φθόγγους της.
Καθρέφτες χάλκινοι επιστρέφουν είδωλα. (σελ. 20)
Η ποιητική πραγμάτευση της ιστορίας, καθώς διασταυρώνεται με τις ανθρώπινες διαδρομές και τη συλλογική μνήμη, αποκτά αναπόφευκτα πολιτικές προεκτάσεις. Χωρίς να υιοθετεί διδακτικό ή καταγγελτικό τόνο, ο Σαρηγκιόλης αναδεικνύει τις διαψεύσεις που επέφεραν τα μεγάλα συλλογικά οράματα του 20ού αιώνα. Ενδεικτικό είναι το ποίημα «Οπλισμένο Μπετόν», αφιερωμένο στη μνήμη του Άρη Αλεξάνδρου. Οι αναφορές στην εξέγερση της Κροστάνδης και στους «σπόρους της εξορίας» εγγράφουν το ποίημα σε έναν ευρύτερο διάλογο με την πολιτική ιστορία και συγκροτούν ένα αντιθετικό δίπολο ανάμεσα στην ιδεολογική προσήλωση και την αμφισβήτηση. Οι ιδεολογικές βεβαιότητες εξομοιώνονται με άκαμπτες οχυρώσεις, που όμως είναι έτοιμες να διαβρωθούν από την εμπειρία και την ιστορική πραγματικότητα.
ΟΠΛΙΣΜΕΝΟ ΜΠΕΤΟΝ
Μνήμη Άρη Αλεξάνδρου
Απλώνει το μελάνι της η νύχτα,
ποτίζει τις ρίζες των εξεγέρσεων,
διαβρώνει τους δισταγμούς.
Μια εκπνοή μάς μένει
να σαρώσει τις οχυρώσεις,
των πεποιθήσεων τ’ οπλισμένο μπετόν.
Οι ναύτες γίνανε αγάλματα
στις ακτές της Κροστάνδης.
Απέναντι ο Άρης κρατά τις σημειώσεις,
τους σπόρους της εξορίας του. (σελ. 18)
Σε όλη την έκταση της ποιητικής συλλογής, ο πολιτικός λόγος αρθρώνεται σε τόνο «μινόρε», δηλαδή με χαμηλή ένταση, όπως προδίδει και το ομώνυμο ποίημα. Παραλαμβάνοντας τη σκυτάλη από τους εκπροσώπους της μεταπολεμικής ποιητικής παράδοσης του χαμηλόφωνου και υπαινικτικού πολιτικού λόγου, ο Σαρηγκιόλης δηλώνει ρητά την επιλογή του να αποφύγει τις συναισθηματικές εξάρσεις και τις εκκωφαντικές κορώνες (Πάντα προτιμούσε τα μινόρε / τις χαμηλές πτήσεις., «Μινόρε», σελ. 66).
Ένας ακόμα άξονας με τον οποίο διασταυρώνεται η μνήμη είναι ο χρόνος. Αμείλικτος και ασταμάτητος, δείχνει το σκληρό του πρόσωπο, υπενθυμίζοντας διαρκώς στο ποιητικό υποκείμενο την αμετάκλητα χαμένη παιδικότητα και νεότητα, το αδύνατο της επιστροφής σε αυτές και το αναπότρεπτο τέλος που πλησιάζει. Συνομιλώντας με την αμέσως προηγούμενη συλλογή του (Το δέρμα του χρόνου, Γαβριηλίδης, 2012), ο Σαρηγκιόλης θρηνεί για τον χρόνο που δεν γυρνάει πίσω, μετανιώνει για τα σχέδια και τα ταξίδια που δεν πραγματοποιήθηκαν και ψάλλει την εξόδιο ακολουθία, ειδικά στα ποιήματα «Το αδύνατο της επιστροφής», «Απ’ την αρχή το τέλος» και «Εξόδιος μελωδία».
Ένας ακόμη κεντρικός θεματικός άξονας της συλλογής αφορά την ίδια την ποιητική γλώσσα και την ικανότητά της να αποτυπώνει την ανθρώπινη εμπειρία. Στο πλαίσιο αυτό, δοκιμάζονται τόσο τα όρια της έκφρασης όσο και οι αντοχές της γλώσσας να αρθρώνει νοήματα που συχνά υπερβαίνουν τις δυνατότητές της. Η σιωπή, οι παύσεις και οι υπαινιγμοί λειτουργούν παράλληλα με τον ποιητικό λόγο, αναζητώντας έναν τρόπο να μιλήσουν για όσα, ίσως, αντιστέκονται στη γλωσσική έκφραση. Η ποιητική φωνή έχει «μια γεύση από μασημένα χαλίκια» που χρειάζεται άλλοτε λείανση και άλλοτε κάθαρση, ώστε να «στρογγυλέψει να περνά / χωρίς τ’ αυτιά σας να ματώνει» («Η φωνή μου», σελ. 63).
Πέρα όμως από προσωπικό ποιητικό σχόλιο πάνω στα όρια της γλώσσας, η θεματική αυτή μπορεί να συνδεθεί και με τη μακεδονική γλωσσική παράδοση λόγω της σύνδεσης του εδεσσαίου ποιητή με τον μακεδονικό χώρο. Η μακεδονική διάλεκτος ή η «κομμένη» κατά τον Μάρκο Μέσκο «γλώσσα»,[3] έχοντας υποστεί ιστορική και κοινωνική καταστολή, φέρει μέσα της το ίχνος της βίαιης αποκοπής της φυσικής της εξέλιξης. Από αυτή την οπτική, η γλώσσα δεν αποτελεί μόνο εργαλείο έκφρασης, αλλά και φορέα μνήμης, ταυτότητας και τραύματος, όπως φαίνεται κυρίως από τα ποιήματα «Βαρύ ύδωρ», «Η φωνή μου», «Το βλέμμα στον προορισμό» και «Λόγια».
ΛΟΓΙΑ
Μιλάς κι ακούω
Την αντίλαλη φωνή μου να γυρνά
Φορώντας πανοπλία.
Δείχνει τα δόντια της.
Μιλώ κι ακούω
Τα λασπωμένα λόγια μου
Πηγή ψάχνουν
Να πλυθούν,
Να βαφτιστούν,
Ν’ ανατείλουν φωτεινά,
Η φλόγα να τα τρέφει.
Να μαλακώσουνε αργά,
Να λιώσουν τις γωνίες,
Να γίνουν κύκλος να χωρά
Τις πέτρες που ‘χεις ρίξει. (σελ. 65)
Από την άλλη, ο έρωτας στη συλλογή του Σαρηγκιόλη απηχεί ένα διαρκές αίτημα επικοινωνίας και λύτρωσης. Ειδικά στο «Πεζοποίημα», ο ερωτικός λόγος θα επενδυθεί με μια θρησκευτική εικονοποιΐα και θα αποκτήσει σωτηριολογικές διαστάσεις, χωρίς να στερηθεί τη σωματικότητά του. Το ποιητικό υποκείμενο κινείται διαρκώς ανάμεσα στην επιθυμία της ένωσης και στην εμπειρία της στέρησης, ενώ, αναζητώντας τον δικό του προσωπικό εξαγνισμό, τελικά διατυπώνει ένα συλλογικό αίτημα ίασης από “την αρρώστια του κόσμου”. Παράλληλα, στο αφιερωμένο στη σύζυγο του ποιητή «Το πέπλο», ο έρωτας παρουσιάζεται ως πράξη φροντίδας απέναντι στη διαβρωτική επίδραση του χρόνου. Η μορφή της αγαπημένης, χωρίς να εξαλείφει οριστικά τη φθορά, επιχειρεί να την αμβλύνει, υφαίνοντας συμβολικά ένα «πέπλο» προστασίας πάνω στις ρωγμές της ύπαρξης.
ΤΟ ΠΕΠΛΟ
Στη Γιούλια,
για όλα
Νύχτες ολόκληρες τα μάτια να μην κλείνουν,
Ο χρόνος να ραγίζει τον καθρέφτη,
Νερά να τρέχουν στα σώματα,
Υποσχέσεις να κυλούν στους αρμούς,
Να σβήνουν οι αγκαλιές στις φωτογραφίες,
Οι προσδοκίες στον ήλιο να χλομιάζουν
Κι εσύ,
Στο κουκούλι να πλέκεις με χρυσή κλωστή
Το πέπλο που θα σκεπάσει τις ρωγμές. (σελ. 45)
Μια ακόμη θεματική της συλλογής αντλείται από το επαγγελματικό περιβάλλον του οικονομολόγου ποιητή και, ειδικότερα, από τον χώρο του λογιστηρίου, έναν κατεξοχήν τεχνοκρατικό χώρο που μοιάζει εκ πρώτης όψεως ασύμβατος με την ποιητική δημιουργία. Ωστόσο, μέσα στη συλλογή ο χώρος αυτός μετατρέπεται σε πεδίο παρατήρησης και ποιητικής έμπνευσης. Οι αριθμοί, οι λογαριασμοί, οι ισοσκελισμοί και τα ισοζύγια, η δημοσιοϋπαλληλική γλώσσα μετασχηματίζονται ποιητικά και προσφέρουν στο ποιητικό υποκείμενο μια απρόσμενη διέξοδο από την πεζότητα της καθημερινότητας.
ΛΟΓΙΣΤΗΣ
Αναλογίζομαι
Είμαι λογιστής, των πράξεων μου υπολογιστής;
Αναλογιστής του μέλλοντός μου με υποθήκες
πολλαπλές πανοπλίες, αλεξιδάνεια μυαλά και λόγια;
Έντοκα πλάνα αποπληρωμής,
υπερβολική δόση πίστης στο μέλλον,
στο παραγραφέν δεδουλευμένο παρόν,
στο αποσβεσμένο παρελθόν,
εντέλει, είμαι ορθολογιστής,
–– παράγωγο του λογισμού,
υποπροϊόν του υπολογισμού,
κατάλοιπο του αναλογισμού.
Προτιμώ το α-σύνθετο.
Λογιστής των λογισμών και των ονείρων,
της ζωής συντάκτης. (σελ. 72)
Σε επίπεδο τεχνοτροπίας, η γραφή του Σαρηγκιόλη αναλαμβάνει ρόλο ερμηνευτικό και κριτικό. Η άσκηση σε διαφορετικές στιχουργικές φόρμες –τόσο μοντέρνες όσο και παραδοσιακές– υπηρετεί τη ρευστότητα του περιεχομένου του ποιητικού υλικού και αποδεικνύει τη στιχουργική δεξιοτεχνία του δημιουργού. Ο ποιητικός λόγος είναι στιβαρός, προσεκτικά ζυγισμένος και αυστηρά δομημένος. Δεν φλυαρεί, δεν περισσεύει, δεν κουράζει. Οι κοφτές φράσεις, οι ρήξεις και οι παύσεις δίνουν μια προσωρινή αίσθηση απορρύθμισης μέχρι τον καταληκτικό στίχο που αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα, αφού είτε θα συμπυκνώσει είτε θα ανατρέψει όσα προηγήθηκαν. Τέλος, τα ποιήματα κατανέμονται σε συνεκτικά δομημένες ενότητες, οι οποίες διαχωρίζονται και ταυτόχρονα συνδέονται μέσω των φωτογραφιών των γιων του ποιητή, Ορέστη και Χρήστου Σαρηγκιόλη. Οι φωτογραφίες αυτές συνομιλούν υπόρρητα με το ποιητικό υλικό και ενισχύουν τόσο την ατμόσφαιρα όσο και τη συνοχή της συλλογής.
Καταληκτικά, τα Δύσκολα Νερά συγκροτούν έναν ποιητικό χώρο όπου η μνήμη, ο τόπος και η ιστορία δεν αποτελούν διακριτές θεματικές, αλλά αλληλοδιαπλέκονται και φωτίζουν η μία την άλλη. Το τοπίο γίνεται ιστορία, η ιστορία γίνεται προσωπικό τραύμα, το προσωπικό βίωμα αποκτά συλλογική διάσταση, ενώ ο έρωτας και η γλώσσα λειτουργούν ως δυνατότητες αντίστασης απέναντι στη φθορά και την απώλεια. Η πλεύση μέσα από τα «δύσκολα νερά» αποκαλύπτεται τελικά ως μια πορεία αυτογνωσίας που οδηγεί το ποιητικό υποκείμενο στην αναζήτηση της ταυτότητάς του και την επαναπροσέγγιση των ριζών του, όπως υποδηλώνει το καταληκτικό ποίημα «Επίπεδες αναζητήσεις». Ο ποιητής επιχειρεί τελικά να επιπλεύσει σε «δύσκολα νερά» και να αναμετρηθεί με το βάθος τους, όχι για να τα υπερβεί, αλλά για να τους δώσει μορφή και νόημα, κρατώντας τη μνήμη ζωντανή.
[1] Θοδωρής Σαρηγκιόλης, Δύσκολα νερά. Ποιήματα, Πρόλογος: Θωμάς Κοροβίνης, Βαγονέτο, Θεσσαλονίκη 2026. Πρόκειται για την πρώτη ποιητική συλλογή του νεοσύστατου εκδοτικού οίκου Βαγονέτο και το τέταρτο εκδοτικό εγχείρημα του οίκου συνολικά.
[2] Η ιστορική, σλαβική ονομασία της Άρνισσας, κωμόπολης του Νομού Πέλλας.
[3] Η Κομμένη γλώσσα είναι συλλογή διηγημάτων του Μάρκου Μέσκου, ο τίτλος της οποίας παραπέμπει συμβολικά στη φίμωση της τοπικής μακεδονικής διαλέκτου. Βλ. Μέσκος Μάρκος, Κομμένη Γλώσσα. Ονόματα και ιστορίες, Αθήνα: Νεφέλη, 1997.
Θοδωρής Σαρηγκιόλης, Δύσκολα νερά. Ποιήματα, Πρόλογος: Θωμάς Κοροβίνης, Βαγονέτο, Θεσσαλονίκη 2026























