Τρίτη, 6 Οκτωβρίου, 2026
ΑΡΧΙΚΗ ΒΙΒΛΙΑ Φεμινίστριες εποχής (γράφει ο Θανάσης Μαρκόπουλος)

Φεμινίστριες εποχής (γράφει ο Θανάσης Μαρκόπουλος)

0
18

γράφει ο Θανάσης Μαρκόπουλος

 

Η Άννα Γρίβα είναι ποιήτρια, πεζογράφος και κριτικός (Αθήνα, 1985). Πέρα από τις επιστημονικές της εργασίες ως φιλολόγου, έχει εκδώσει ως τώρα έξι ποιητικές συλλογές, άλλη μία διηγημάτων, μία μετάφραση ποιημάτων από τα ιταλικά και δύο μυθιστορήματα, ενώ ένα τρίτο είναι το προκείμενο με την υπερρεαλιστική αυτοπροσωπογραφία της εικαστικού Noell Oszaid στο εξώφυλλο, μια ασπρόμαυρη φωτογραφία, που υπαινίσσεται τη σταυρική ζωή της γυναίκας. Τόσο πολλά σε τόσο λίγα χρόνια, μόλις δεκάξι (2010-26)!

Η αλχημίστρια είναι μυθιστόρημα ιστορικού χαρακτήρα, όπως και τα άλλα δύο, κι έχουν όλα ως πρωταγωνιστές τόσο στον τίτλο και το εξώφυλλο όσο και στον μύθο γυναικεία πρόσωπα. Οι Εξόριστες βασίλισσες (2021) αναφέρονται στον 5ο αι. και εστιάζουν το βλέμμα τους στην αυτοκράτειρα της δυτικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας Ευδοξία, η οποία μετά την αιχμαλωσία της από τους Βανδάλους επιστρέφει στην Κωνσταντινούπολη κι αναζητά τις ρίζες της μέσα από το ημερολόγιο της μητέρας της Ευδοκίας. Η Ελληνίδα σκλάβα (2022) αφηγείται τις περιπέτειες της μικρής Γαρυφαλλιάς, που ύστερα από την καταστροφή των Ψαρών (1824) σύρεται στα σκλαβοπάζαρα της Ανατολής κι από κει, χάρη στον ανθρωπιστή Αμερικανό διπλωμάτη Φίλιπ Κέρτις, φτάνει στην Αμερική, όπου θα συναντήσει την οικογενειακή θαλπωρή αλλά και τη μικρή Αφρικάνα Ζοζεφίν, σκλάβα εκείνη του γερο-Πίτερ. Η αλχημίστρια πάλι (2026) κινείται γύρω από τη μοίρα των γυναικών του ιταλικού 17ου  αιώνα, οι οποίες διώκονται από την Ιερά Εξέταση ως μάγισσες, ενώ οι πατριαρχικές κοινωνικές δομές δεν αφήνουν και στις άλλες κανένα περιθώριο ελευθερίας. Έτσι, παρά τον τίτλο, η καταδυνάστευση αφορά όλες τις γυναίκες κι όχι μονάχα τις αλχημίστριες, οι οποίες εδώ προτιμούν να ασχολούνται, και βεβαίως κρυφά, με τ’ αστέρια και τα θεραπευτικά βότανα παρά με την αναζήτηση χρυσού, όπως έκαναν οι άλλοι του Μεσαίωνα.

Τα συγκεκριμένα μυθιστορήματα έχουν κι ένα άλλο γνώρισμα. Και τα τρία είναι περιορισμένης έκτασης, ανάμεσα στις 150 με 200 σελίδες, και μοιράζονται σε σύντομα, έντιτλα ή απλώς αριθμημένα κεφάλαια, στοιχεία που τα καθιστούν ευανάγνωστα και αρμοστά στους καιρούς μας, οι οποίοι διακρίνονται για την πληθώρα των εικόνων και τις μεγάλες ταχύτητες. Η έκταση αυτή αποκτά ακόμα μεγαλύτερη σημασία, αν σκεφτούμε ότι τα ιστορικά μυθιστορήματα βρίθουν συχνά από πληροφορίες και λεπτομέρειες εποχής, που διογκώνουν το μέγεθος και απειλούν τη χάρη της μυθοπλασίας.

Αφορμή της Αλχημίστριας στάθηκαν οι σπουδές της συγγραφέως στην Ιταλική Φιλολογία και οι μελέτες της γύρω από το πνευματικό κλίμα του αναγεννησιακού 17ου  αιώνα και τη θέση της γυναίκας. Ειδικότερα, τη συγκίνησή της προκάλεσαν οι επιγραφές και οι αναπαραστάσεις των μελλοθανάτων, που σώζονται στα κελιά του Παλάτσο Κιαραμόντε (Λο Στέρι), την έδρα της Ιεράς Εξέτασης στο Παλέρμο της ισπανοκρατούμενης Σικελίας στα χρόνια 1601-1782. Πρόκειται για μια εποχή αντιφατική, στην οποία συνυπάρχουν η φωτεινή αναγέννηση και οι σκοταδιστικές διώξεις των ανδρών και των γυναικών, που αμφισβητούν τους κανόνες και τα δόγματα της θρησκευτικής και της κοσμικής εξουσίας. Τα στοιχεία αυτά μας τα δίνει η ίδια η συγγραφέας στο «Επίμετρο», που φέρει τον χαρακτηριστικό υπότιτλο «Στα ίχνη ενός ταραγμένου κόσμου» και αποκαλύπτει την επιστημονική προέλευση της μυθοπλασίας.

Οι τόποι στους οποίους κινούνται οι ήρωες του έργου είναι το Παλέρμο της Σικελίας, η Ρώμη και η Τοσκάνη, ενώ η αφετηρία του μύθου τοποθετείται χρονικά στο 1632.  Στο Παλέρμο η βασική ηρωίδα της ιστορίας, η Τζούλια, χάνει μικρή στην πυρά την αλχημίστρια μητέρα της Σοφία Τερέζα Ρομάνο, η οποία κατηγορήθηκε από την Ιερά Εξέταση και τους φαρμακέμπορους ως μάγισσα, παρότι δεν ήταν παρά μια απλή θεραπεύτρια, που ακολουθούσε τη λαϊκή παράδοση των βοτάνων. Εκείνο που επανέρχεται κάθε τόσο στα όνειρα και στοιχειώνει τη ζωή της κόρης είναι το στερνό, απεγνωσμένο βλέμμα της μητέρας τη στιγμή που οι άντρες με τις μαύρες μπέρτες την αρπάζουν και τη σέρνουν βίαια μακριά της. Η Τζούλια γνωρίζεται κάποια στιγμή και γίνεται φίλη αχώριστη με τη Μαρία, την ορφανή από μάνα κόρη του αυταρχικού Ισπανού αξιωματούχου Χουάν Γκαρθία, η οποία όμως είναι ολότελα διαφορετική από κείνον. Όταν η Μαρία, κόντρα στη θέληση του αυστηρού πατέρα, θα ερωτευτεί τον Αντόνιο, τον γιο ενός κηπουρού, πρώην ξυλογλύπτη και χυτευτή μετάλλων, θα αναζητήσουν και οι τρεις τους την ελευθερία στη Ρώμη. Εδώ η Τζούλια θα ερωτευτεί τον ζωγράφο Γκαμπριέλε, θα πληροφορηθεί από τον ίδιο τις ιεροεξεταστικές διώξεις των Τζορντάνο Μπρούνο και Γκαλιλέο Γκαλιλέι, που αμφισβήτησαν το δόγμα του γαιοκεντρισμού, και θα γνωρίσει μια σπουδαία γυναίκα, τη φίλη του ζωγράφο Αρτεμίζια Τζεντιλέσκι. Τα πράγματα θα πάρουν την τραγική τους διάσταση, όταν οι άνθρωποι του δον Χουάν θα φτάσουν στη Ρώμη και θα επιχειρήσουν να αποκαταστήσουν βίαια την προγενέστερη τάξη.

Στο μυθιστόρημα κυριαρχούν οι γυναίκες, οι οποίες, παρόλο που υφίστανται κάθε είδους κακοποίηση, δεν υποκύπτουν ενγένει. Η Τζούλια ανοίγει, πρωτοστατεί και κλείνει το έργο, πιστή στη φιλία με τη Μαρία και στην παράδοση της οικογένειας παρά τους κινδύνους και τις τραυματικές της εμπειρίες, ενώ η Μαρία ενσαρκώνει, μαζί με τη φιλία, και τον έρωτα, την εξέγερση, με άλλα λόγια, ενάντια στον πατέρα, που, αν και νοιάζεται γι’ αυτή, συνθλίβει τα αισθήματά της με τον αυταρχισμό του. Σε ένα δεύτερο πλάνο έρχεται η Αρτεμίζια, η οποία, ύστερα από μια σειρά περιπέτειες λόγω του  βιασμού της από ζωγράφο συνεργάτη του ζωγράφου πατέρα της, βρίσκει τη δύναμη να διεκδικήσει μια θέση στον ήλιο των αντρών και να μπει, πρώτη αυτή, στη φλωρεντινή Ακαδημία των Τεχνών του Σχεδίου∙ ύστερα η Φεντερίκα, η υπηρέτρια του Ισπανού άρχοντα Μανουέλ Ντίαθ, που στηρίζει την Τζούλια ως φίλη της μητέρας της, αλλά ταλανίζεται  από τις τύψεις για τον θάνατο που εξαιτίας της υπέστη εκείνη∙ και τέλος η μοναχή Αγκοστίνα, η οποία, βασανισμένη κι αυτή στην κοσμική της ζωή, όπως κι άλλες αδελφές, συμπαραστέκεται στην εγκυμονούσα Μαρία, όταν εκείνη καταφεύγει στο μοναστήρι.

Σε αντίθεση με τους γυναικείους χαρακτήρες, που αντιμετωπίζονται με κατανόηση και διαγράφονται θετικά, οι αντρικοί παρουσιάζονται κυρίως αρνητικά. Ξεχωρίζει ο Χουάν Γκαρθία, που εκπροσωπεί την πατριαρχική αλλά και την πολιτική τάξη. Είναι υπεύθυνος για την πυρά της Σοφίας Τερέζας και λατρεύει τη μοναχοκόρη του, αλλά η ασφυκτική του  προστατευτικότητα την οδηγεί στην ανταρσία κι εκείνον στις εγκληματικές συμπεριφορές, που έχουν ως αποτέλεσμα το δικό της και το δικό του τέλος. Η περίπτωσή του υπόκειται στο αρχαιοελληνικό δίπολο της ύβρης και της τίσης, τη γνωστή κάθαρση του Αριστοτέλη. Ακολουθεί κατόπιν ο κυνικά ειλικρινής αλλά και αντιφατικός Γκαμπριέλε, που είναι οπαδός των ανατρεπτικών γαιοκεντρικών αντιλήψεων, αλλά το κρύβει από φόβο κι ενώ βοηθά τις κατατρεγμένες γυναίκες στη διαφυγή τους από τη Ρώμη, αρνείται να χαλάσει τη βολή του και να νοιαστεί για την τύχη της Τζούλιας με την οποία συνδέεται ερωτικά. Εξαίρεση αποτελεί ο Αντόνιο, που, αν και δεν υστερεί σε τόλμη από την αγαπημένη του, μια και αψηφά τις απειλές και την εξουσία του πατέρα της, δεν απασχολεί ιδιαίτερα την αφήγηση ούτε και η ιστορική περίπτωση των Μπρούνο και Γκαλιλέι, των οποίων η αναφορά όμως είναι έτσι κι αλλιώς παρεμπίπτουσα.

Ένα άλλο ενδιαφέρον γνώρισμα είναι η υπέρβαση των ταξικών και εθνοτικών φραγμών, που κάνουν ορισμένοι ήρωες. Η κόρη του Ισπανού επικυρίαρχου, μια αρχοντοπούλα, ακούγοντας την καρδιά της, γίνεται στενή φίλη της Τζούλιας και ερωτεύεται τον Αντόνιο, παρόλο που και οι δύο είναι και ταπεινής καταγωγής και Σικελοί. Αντίστοιχη υπέρβαση βέβαια κάνουν κι εκείνοι, μια και με τις επιλογές τους  προκαλούν την οργή του πατέρα της.

Το μυθιστόρημα είναι πολύ καλά δομημένο. Η παντογνωστική αφήγηση δεν χάνει στιγμή από τα μάτια της τη βασική στόχευση, την ανάδειξη της αδικημένης γυναίκας.  Μπορεί να προτρέχει και να επιστρέφει, αλλά ποτέ δεν ξεχνιέται και δεν παίρνει δρόμους και παράδρομους, που θα την έβγαζαν από την κεντρική λεωφόρο, κι αυτό δεν είναι λίγο, αν σκεφτεί κανείς πόση αυτοσυγκράτηση θα χρειάστηκε η συγγραφέας, ώστε να μην υποκύψει στον πειρασμό για μια διεξοδικότερη ανάπτυξη της περιπέτειας των αμφισβητιών του καθολικού γαιοκεντρισμού, πειρασμό που θα ενέτεινε και η οπτική της αφήγησης. Και δεν αναφέρομαι μονάχα στις αναδρομές, άλλοτε εκτενέστερες κι άλλοτε συντομότερες, αιφνιδιαστικές ή μη, αλλά και σε υπαινιγμούς ή πληροφορίες που ενσπείρονται καθοδόν, για να βρουν την ανταπόκρισή τους αργότερα ή και πολύ αργότερα, έτσι ώστε τίποτα να μη μοιάζει τυχαίο ή περιττό και όλα, πράξεις και σκέψεις, να αιτιολογούνται. Ακόμα, οι περιγραφές, όπου υπάρχουν, είναι ελεγχόμενες, δεν γοητεύονται από τον εαυτό τους και δεν αυτονομούνται, αλλά αναπτύσσονται τόσο μόνο όσο χρειάζεται η πλαισίωση των προσώπων και των συμβάντων. Φυσικά δεν λείπουν και οι διάλογοι, που άλλοτε καταλαμβάνουν δικό τους χώρο κι άλλοτε ενσωματώνονται στη ροή της αφήγησης, η οποία, σε συνδυασμό με την προσήλωση στα δρώμενα, περισσότερο δείχνει παρά λέει.  Κι όλα αυτά  με μια  γλώσσα ρέουσα κι ακριβόλογη, λαγαρή, η οποία μάλιστα μπολιάζεται γόνιμα με τόνους λυρικούς και ποιητικούς. Με αυτούς ενγένει τους τρόπους η αφήγηση κατορθώνει να αποδώσει πειστικά, σαν παραμύθι στ’ αλήθεια, τον συγκεκριμένο μαρτυρικό κόσμο  της ενλόγω περιόδου.

Κλείνοντας θα μπορούσε να πει κανείς πως η Άννα Γρίβα έχει αναλάβει ως συγγραφέας την υποχρέωση να διασώσει στη μνήμη την ιστορική «ατυχία» της γυναίκας, της άσημης κυρίως, «ατυχία» που έχει τις απολήξεις της ακόμα και στις σημερινές φιλελεύθερες και δημοκρατικές κοινωνίες. Κι από την άποψη αυτή δεν θα ήταν άστοχο, αν και αναχρονιστικό, να τη δούμε και σαν φεμινίστρια εποχής, όπως είναι και οι ηρωίδες της άλλωστε, οι οποίες, παρότι διαπιστώνουν από τις εμπειρίες τους πόσο δύσκολο είναι να αλλάξει ο κόσμος, ωστόσο επιμένουν να διεκδικούν την ανάσα τους.

Άννα Γρίβα, Η αλχημίστρια, Μυθιστόρημα, Μελάνι, Αθήνα 2026

Προηγούμενο άρθρο¨Το Άλογο Του Τορίνο¨, του Μπέλα Ταρ: «Στον βαθμό μηδέν της ύπαρξης και της γραφής» (του Μανώλη Γαλιάτσου)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ