του Βαγγέλη Χατζηβασιλείου
Η έννοια της δημόσιας σφαίρας αποκαλύπτει τον κοινωνικό χώρο εντός του οποίου οι πολίτες συζητούν απρόσκοπτα για τα κοινά προβλήματα, διαμορφώνουν την κοινή γνώμη και ασκούν κριτική στην κρατική εξουσία. Βασικά χαρακτηριστικά της είναι ο ελεύθερος διάλογος, η συμμετοχή των πολιτών και η απουσία κρατικής βίας. Την ανάπτυξη της έννοιας οφείλουμε στον Γιούργκεν Χάμπερμας και θα πρέπει να τη συνδέσουμε πάραυτα με τα μέσα ενημέρωσης και με τη δημοκρατία, ξεκινώντας ήδη από τις συζητήσεις στα σαλόνια και στα καφενεία του 18ου αιώνα. Η δομή της αίσθησης, από τη άλλη μεριά, ανήκει ως έννοια στον Ρέιμοντ Ουίλιαμς και σημαίνει την από κοινού, άμεσα βιωμένη πλην όχι και πλήρως αρθρωμένη εμπειρία μιας περιόδου ή μιας κοινωνικής ομάδας. Μιλάμε για ένα πλέγμα συναισθημάτων, αντιλήψεων, διαθέσεων και πρακτικών, που λειτουργεί και καταγράφεται προτού αποκρυσταλλωθεί σε επίσημες μορφές κουλτούρας, όσο παραμένει ακόμη στο πεδίο της ζωντανής (εν τω γεννάσθαι) ιστορίας.
Αυτές είναι οι δύο κεντρικές έννοιες με τις οποίες έρχεται να παρακολουθήσει και να αναλύσει ο Κώστας Καραβίδας στο βιβλίο του Η περιπέτεια των ιδεών, εκδόσεις Πόλις, τα πρώτα τριάντα περίπου μεταπολιτευτικά χρόνια. Η συζήτηση είναι για τρία αριστερά περιοδικά, για τη λειτουργία της κριτικής της λογοτεχνίας, αλλά και για τον λόγο περί λαϊκού και λαϊκισμού, όπου αναπόφευκτα εμπλέκεται η παράδοση. Οι δύο έννοιες, αμφότερες πλαστικές και πολύπτυχες, δεν είναι πρωτόφαντες στα καθ’ ημάς, πλην εδώ σπεύδουν να ανταποκριθούν σε δύο αλληλοδιαπλεκόμενα ζητήματα – σε μια μεταπολίτευση του πολιτισμού, δηλαδή πιο περίπλοκη από τη μεταπολίτευση της πολιτικής, και σε έναν πολιτισμό τον οποίο για να κατανοήσουμε χρειαζόμαστε πολλαπλές και ταυτοχρόνως ιδιαίτερα εστιασμένες εισόδους. Φερειπείν, από Τσαρλς Τέιλορ, Αντρέ Πιερ Ταγκιέφ, Μισέλ Φουκώ και Φρέντερικ Τζέιμσον μέχρι Χανς Μπλούμενπεργκ, Έρικ Χομπσμπάουμ, Τζόρτζιο Αγκάμπεν, Σαντάλ Μουφ και Ερνέστο Λακλάου. Θεωρίες για το τότε και για το τώρα, θεωρίες που εξηγούν μια εποχή μέσα από το ιδίωμά της ή την ανατέμνουν από απόσταση και σε νεοτέρα συμφραζόμενα, ανεξαρτήτως του πότε πρωτοδιατυπώθηκαν.
Ο Καραβίδας ξέρει καλά τη δύναμη μα και τις παγίδες της θεωρίας. Εξ αυτού και επιλέγει τις πολλαπλές επεξηγηματικές πύλες, όπως τις έχει ονομάσει η Ελισάβετ Κοτζιά, προλαβαίνοντας τον τρόπο σχηματισμού του πολύμορφου και ετερογενούς υλικού του. Ο Χάμπερμας με τον διάλογο και με την κίνηση των ιδεών και ο Ουίλιαμς με τη δομή της αίσθησης βοηθούν τον Καραβίδα από τη μια να αναδείξει τον πλούτο της δημόσιας σφαίρας του πολιτισμού σε μια μεταβατική φάση και από την άλλη να διασώσει τη ρευστοτητά του χωρίς να τον εγκλείσει σε σφραγισμένα με ετικέτες κουτιά.
Τα περιοδικά Αντί (1975-2008), Ο Πολίτης (1976-2008) και Σχολιαστής (1983-1990) χρειάστηκε να αντιμετωπίσουν το πέρασμα από την πολιτική στον πολιτισμό και από το συλλογικό στο ατομικό, να ενταχθούν στην Αριστερά χωρίς να μετατραπούν σε κομματικά φερέφωνα, να παραστούν σε μείζονες ιδεολογικές καταρρεύσεις, να τοποθετηθούν στο ζήτημα του γούστου, ακόμα και να τα βγάλουν πέρα με την τυπογραφική και με την ηλεκτρονική τους εμφάνιση. Ο Καραβίδας δείχνει πως δεν τα κατάφεραν ακριβώς, χάνοντας το ρεύμα του ατομικού και του ιδιωτικού, τη στροφή προς τον πολιτισμό και προς τις διαιρέσεις της ιστορικής μνήμης και την πορεία ευρύτερα προς έναν κόσμο που απαιτούσε καινούργια θεωρητικά εφόδια για τη σύλληψη και για την ερμηνεία του.
Για την κριτική της λογοτεχνίας, ο Καραβίδας θα φιλοτεχνήσει καλύτερη εικόνα, μιλώντας για τον Γ. Π. Σαββίδη, για τον Δ. Ν. Μαρωνίτη και για τον Δημήτρη Ραυτόπουλο. Ο Σαββίδης θα υπερασπιστεί τη νεότευκτη υποκειμενικότητα τόσο με τη γλωσσική του ιδιοσυστασία όσο και με τον συνδυασμό αναλυτικών τεκμηρίων και προσωπικής διαίσθησης. Ο Μαρωνίτης θα ξεμπλέξει τους ποιητές της πρώτης μεταπολεμικής γενιάς από τα δίχτυα της κομματικής ιεροσύνης για να τους παραδώσει στην πολιτική ηθική της ευθύνης, της αυτονομίας και της ελευθερίας και ο Ραυτόπουλος θα σπάσει με την ανεξαρτησία και με τον πολυσθενή φιλελευθερισμό του οποιαδήποτε εξάρτηση και ετεροκαθορισμό από οιαδήποτε άνωθεν αρχή και πηγή.
Στον δύσκολο κόμπο της λαϊκής παράδοσης και του λαϊκισμού θα επενεργήσει λυτρωτικά για την προσέγγιση του Καραβίδα η έννοια του Χομπσμπάουμ για την επινοημένη παράδοση. Κάθε χρόνος και κάθε τόπος, κάθε αφήγηση και αναφορά θα επινοήσει και θα καθιερώσει ένα συνεκτικό σώμα ενιαίας συνέχειας, διεκδικώντας εθνικό κύρος, ιστορική κατοχύρωση και υπαρξιακή υπόσταση. Σε ένα τέτοιο περιβάλλον, η δημόσια σφαίρα του πολιτισμού της μεταπολίτευσης θα ψαρέψει στα δεξιά αλλά και στα αριστερά, έχοντας να υπομείνει λύσει επί πλέον δύο βάρη – τη χρονική αρχή της λόγιας και της λαϊκής παράδοσης και τη θέση της Ελλάδας στο τόξο Δύσης και Ανατολής. Πρόκειται για εμπλοκές με τις οποίες δεν έχουμε τελειώσει μέχρι και τις ημέρες μας, αλλά ο μελετητής έχει ήδη κατορθώσει να ελέγξει την ενσωμάτωσή τους στη ρέουσα προβληματική του πολιτισμού της μεταπολίτευσης.
Ο Καραβίδας δεν επιζητεί μια εξαντλητική εξιστόρηση, κατά πάσα πιθανότητα ανέφικτη ή ιδεολογικοπολιτικά επιβαρυμένη, ιδίως όταν πρόκειται για τη μεταπολιτευτική κουλτούρα ή για τους προπομπούς της κατά τη διάρκεια της δικτατορίας, όπως έχουν δείξει πρόσφατες συνολικών φιλοδοξιών μελέτες. Στην περίπτωσή του φτάνουν και περισσεύουν το ερευνητικό βάθος, όπως και η ελεύθερη, αδέσμευτη και ανεξάρτητη ματιά. Θα επανέλθω κάποια στιγμή, συζητώντας ειδικότερα, και για ευνόητους λόγους, το πλαίσιο της κριτικής της λογοτεχνίας.
Κώστας Καραβίδας, Η περιπέτεια των ιδεών, εκδόσεις Πόλις
![]()




















