Κυριακή, 16 Αυγούστου, 2026
ΑΡΧΙΚΗ ΚΕΙΜΕΝΑ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΣ ΔΙΗΓΗΜΑΤΑ 2026 Όπως η Αλίκη (διήγημα της Γεωργίας Συλλαίου)

Όπως η Αλίκη (διήγημα της Γεωργίας Συλλαίου)

0
24

 Γεωργία Συλλαίου

Και όλα άρχισαν να γίνονται ανάποδα. Η αναστροφή ξεκίνησε από εκείνη τη νύχτα που η Αλίκη ξύπνησε μέσα στα μαύρα σκοτάδια και με τα μάτια ορθάνοιχτα κοιτούσε τις εικόνες να εναλλάσσονται ταχύτατα στον τοίχο απέναντί της. Και όταν ο τοίχος έγινε παράθυρο, η Αλίκη πήγε να δει τι είναι έξω, όμως δεν υπήρχε τίποτε εκτός από τον αέρα που την πήρε και την σήκωσε, την στροβίλισε για λίγο πριν την εναποθέσει στην εξώπορτα του σπιτιού που τόσα χρόνια έβλεπε και ξανάβλεπε μονάχα στον ύπνο της. Και καθώς γύριζε το κλειδί άρχισε να μικραίνει κι όλο να μικραίνει ενώ αντίθετα τα μαλλιά της μεγάλωναν και ακουμπούσαν στους ώμους της όπως τότε, τ ό τ ε, βαριά και ζεστά.

Η Αλίκη δεν έμεινε για πολύ μέσα στο σπίτι, όλα ήταν στη θέση τους και δεν χρειαζόταν να διορθώσει τίποτε. Από το δυτικό παράθυρο έβλεπε τη θάλασσα, ίδια και συγχρόνως διαρκώς μεταβαλλόμενη όπως είναι μονίμως η θάλασσα και από το ανατολικό την αυλή με την κληματαριά, τον από ξασπρισμένα σανίδια φτιαγμένο πάγκο και στο βάθος τις ασκαμνιές. Δεξιά, το ραφείο του Αχιλλέα και ο γάτος του, ο Ρότζερ, κουλουριασμένος στην πτυσσόμενη καρέκλα του μπαλκονιού.

Γρήγορα, πολύ γρήγορα άρχισε η επανάληψη των γεγονότων από τα περασμένα καλοκαίρια, έβλεπε τις εικόνες και τα πρόσωπα αρχικά ανάποδα, αντίστροφα, από τα δεξιά στ’ αριστερά και τα πάνω κάτω πριν σχηματίσουν την νέα ολότητα, την άλλη εξέλιξη όπως θα έπρεπε να γίνει και τότε.

Είδε και πάλι την ασπρόμαυρη τηλεόραση και το μικρό πλήθος που είχε συγκεντρωθεί έξω από το ραφείο του Αχιλλέα για να δει την προσελήνωση του διαστημόπλοιου και τον Νηλ Άρμστρονγκ να κάνει τα πρώτα βήματα στο φεγγάρι. Ήταν κι αυτή εκεί, καθισμένη σε ένα σκαμνί, στριμωγμένη από τα επιφωνήματα θαυμασμού και τους αναστεναγμούς των γυναικών της γειτονιάς που έκαναν τον σταυρό τους δακρυσμένες. Αργότερα, εκείνη τη νύχτα, σηκώθηκε και έψαξε στον ουρανό το φεγγάρι, όμως δεν υπήρχε το αντιφέγγισμά του στο  στερέωμα, μόνο αστέρια. Και όπως τότε, αποφάσισε ξανά ότι θα ξανάβρισκε κάποτε τη δική της σελήνη και θα ακολουθούσε τη φωτεινή της γραμμή στη θάλασσα, τον φεγγαρίσιο δρόμο μαζί με τον φεγγαρίσιο πιερότο ως το τέλος της διαδρομής.

Και μετά είδε ξανά τους δυο ξένους που παραθέριζαν στο χωριό και γελούσαν με τον τρόμο των ντόπιων εν όψει της επιστράτευσης. Ο Αχιλλέας έκλαιγε καθώς αποχαιρετούσε τον κόσμο που είχε μαζευτεί στο ραφείο να τον ξεπροβοδίσει για το μακρινό του ταξίδι στην Κύπρο. Όμως αυτή τη φορά ο Αχιλλέας επέστρεψε την επόμενη μέρα και μαζί του έφερε μια νύφη. Ο γάμος έγινε το βράδυ και η Αλίκη έμεινε έξω από την εκκλησία γιατί στους γάμους μελαγχολούσε πολύ. Κάθισε με τους δύο ξένους που δεν γελούσαν πια και ανησυχούσαν γι’ αυτήν.

Φορούσε το μπλε σορτσάκι και μια παλιά φανέλα γεμάτη χώματα και γελούσε μαζί με τα παιδιά, χόρευαν κάτω από την καλοκαιριάτικη μπόρα και μύριζαν ηχηρά το χώμα, τι έκσταση. Και όταν ήρθε η ώρα να φύγει από το χωριό, δεν υπάκουσε, όχι. Όχι αυτή τη φορά. Τώρα όλα θα γίνονταν όπως έπρεπε να γίνουν. Γύρισε το κεφάλι στη στροφή, εκεί που ήταν το ρέμα με τις λυγαριές και είδε τον μπάρμπα – Στέργιο και τη γυναίκα του την Αναστασία να της κουνούν το χέρι αποχαιρετώντας την και τα δυο σκυλιά, η Σόνια και η Τζούλι την παρακολουθούσαν λυπημένα.

Και τότε η Αλίκη άφησε το χέρι της μαμάς. Αψηφώντας διαμαρτυρίες και ψεύτικες υποσχέσεις πέταξε ψηλά, πάνω από τις μουριές που στο χωριό τις λέγαν ασκαμνιές και προσγειώθηκε στο χώμα που μύριζε βροχή, δίπλα στους γέροντες και στα θλιμμένα σκυλιά και είπε, όχι, δε φεύγω, θα μείνω εδώ για πάντα γιατί σε κανέναν δεν αξίζει τέτοιος ξεριζωμός.

Και έτσι έγινε.

 

 

Σημ : Ο τίτλος, «‘Όπως η Αλίκη», είναι δάνειο από διήγημα του Αντρέα Καμιλλέρι.

 

Προηγούμενο άρθροΜάτι (του Φώτη Θαλασσινού)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ