Παρασκευή, 14 Αυγούστου, 2026
ΑΡΧΙΚΗ ΚΕΙΜΕΝΑ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΣ ΔΙΗΓΗΜΑΤΑ 2026 Το ταξίδι (διήγημα της Γιώτας Ζώη)

Το ταξίδι (διήγημα της Γιώτας Ζώη)

0
25

Γιώτα Ζώη

Τελείωσα την καταγραφή της αγροτικής παραγωγής του νησιού που είχα να κάνω για την υπηρεσία μου. Τέλος Ιούνη, μεσημέρι, ο ήλιος καίει. Περιμένω το καράβι της επιστροφής στο παραδοσιακό καφενείο της Μαρίας.  Είναι χτισμένο στην άκρη ενός βράχου, μικρό και καθαρό, μπροστά του απλώνεται απέραντη η θάλασσα, προσφέρει παραδοσιακά γλυκά και καφέδες.

Τούτη την ώρα σερβίρει ο γιος της Μαρίας, ο Σπύρος. Ψηλός, ξερακιανός, τα μαλλιά του ανάκατα, τα μπατζάκια του παντελονιού του είναι μόνιμα σηκωμένα. Το πρωί τον είδα στο μόλο, κρατούσε ένα μακρύ καλάμι που κατέληγε σε φουντωτό θύσανο, το βουτούσε στη θάλασσα κι ύστερα το έβγαζε, ράντιζε στον αέρα και ψιθύριζε.

Του κάνω νόημα, με βλέπει, γυρίζει το πρόσωπό του απ’ την άλλη. Κάνει πάντα του κεφαλιού του, πότε φέρνει γρήγορα τους καφέδες, πότε ξεχνάει, άλλοτε απαντάει, άλλοτε όχι, αφήνει τους πελάτες να περιμένουν κι αγναντεύει το πέλαγος. Έχει μανία με τα καράβια. Όταν βλέπει κάποιο να έρχεται από μακριά τα παρατάει όλα και φεύγει.

Κάποια στιγμή με πλησιάζει, παραγγέλνω καφέ.

Η θέα από εδώ είναι πανοραμική. Από μακριά φαίνονται τα σπίτια της χώρας, άσπρα χαρτάκια απλωμένα ψηλά στην πλαγιά του βουνού. Στα ριζά του το λιμάνι, από εκεί βλέπω που ξεκινάει το παλιό λεωφορείο για τη χώρα, βγαλμένο λες από άλλη εποχή ξεφυσάει σε αργούς ρυθμούς, ανεβαίνει το φιδίσιο δρόμο περνώντας ξυστά από τους γκρεμούς.

Όπου και να κοιτάξεις, ξερότοπος. Φρύγανα και θυμάρια φυτρώνουν πάνω στις έρημες πεζούλες, εκεί που άλλοτε ο αέρας θρόιζε τα σιτάρια και τις σπορές.

Αριστερά μου ξεκινάει ένα μικρό χωμάτινο μονοπάτι, φτάνει μέχρι την παραλία. Παχιά άμμος, πράσινα νερά. Μια σειρά αλμυρίκια και τρεις φοίνικες δίνουν μια νότα εξωτική. Στην άκρη η ταβέρνα. Στην αυλή της, ξύλινα τραπέζια με ψάθινες καρέκλες, καρό τραπεζομάντιλα. Γεμάτο το μαγαζί. Κι εκεί ανάμεσα στα εδέσματα, κάτω από την κληματαριά, στάζει η κανάτα το κρασί στα ποτήρια, κερνάει όλο το μαγαζί από τραπέζι σε τραπέζι. Κάποιοι θαμώνες χτυπούν ελαφρά το λαούτο και την κιθάρα κι ύστερα τα χείλη ξεκινούν το τραγούδι. Θάλασσα, ουρανός, άνθρωποι γίνονται μια φωνή.

Κι ύστερα ο χορός, η γιορτή. Οι νότες σαν να γίνονται ένα με τον αέρα, τα κύματα, τους γλάρους. Οι άνθρωποι  σε κύκλους ομόκεντρους, χτυπούν τα πόδια στη γη, δονείται το έδαφος, πετάει ο ήχος κατευθείαν στην καρδιά, μου δίνει  μια αίσθηση ότι ένα κομμάτι μέσα μου ανήκει εδώ.

Ακούω τον ήχο της καμπάνας, λες και καλεί τα βράχια, τα κύματα, τα πουλιά, την πλάση όλη για προσευχή. Το μοναστήρι χτισμένο στην κορυφή ενός βράχου, μοιάζει να κρέμεται απ’ την άκρη του. Το μπαλκόνι του όταν το χτυπά ο ήλιος χάνεται στο γαλάζιο τ’ ουρανού.

Βλέπω τον Σπύρο να μου φέρνει τον καφέ, κοιτάζει δυο γλάρους που πετούν χαμηλά, του χύνεται κάτω.

Τις προάλλες κατά το σούρουπο, περπατούσα σ’ ένα μονοπάτι όταν τον είδα που μπήκε στο κοιμητήριο. Τον ακολούθησα, στάθηκα σε μιαν άκρη, μου έκανε νόημα να τον πλησιάσω, μου έδειξε τη φωτογραφία ενός κοριτσιού. «Ήταν φίλη μου», είπε, «ποτίζαμε τα ζώα, παίζαμε κυνηγητό, κάναμε κούνια κάτω από το αρμυρίκι, βουτούσαμε στη θάλασσα». Μετά άναψε όλα τα καντήλια κι αφού τελείωσε μουρμούρισε «οι πεθαμένοι με τους πεθαμένους κι οι ζωντανοί με τους ζωντανούς», έκανε το σταυρό του κι έκλεισε την πόρτα. Δεν μίλησα, ήξερα πως ο πατέρας του ήταν αγνοούμενος από το ναυάγιο του Norman Atlantic.

Φεύγοντας σταθήκαμε στο μονοπάτι και κοιτάζαμε από ψηλά τους ψαράδες στην προβλήτα του λιμανιού που ξεψάριαζαν τα δίχτυα και γέμιζαν τα καλάθια που στέκονταν δίπλα τους. Ένα πλοίο διέσχιζε τη θάλασσα φωτισμένο. «Άφιξη, ταξίδι, επιστροφή εκεί απ’ όπου ξεκίνησαν» είπε κι  έφυγε σαν κυνηγημένος.

Τώρα έρχεται με το δίσκο, καθαρίζει το τραπέζι, αφήνει τον καινούριο καφέ κι ύστερα στέκεται μπροστά μου στητός. «Φεύγω, καλή αντάμωση» του λέω, με κοιτάζει καλά καλά. Απολαμβάνω τον καφέ μου, το βλέμμα φεύγει στο πέλαγος. Κοιτάζει κι εκείνος «έρχεται, έρχεται» λέει και αμέσως χάνεται.

Πηγαίνω περπατώντας στο λιμάνι. Το πλοίο ίσα που δένει, μπαίνω μέσα, ξεκινάει αμέσως για την επιστροφή. Τακτοποιώ τα πράγματά μου και βγαίνω στην κουπαστή. Κοιτάζω το νησί που ξεμακραίνει, ξερό βουνό που προβάλλει ήρεμα μέσα από τη θάλασσα, στην κορυφή του ασπρίζει η Χώρα. Γύρω μου άνθρωποι πάνε και έρχονται, σπρώχνονται, φωνάζουν, προσπαθούν να βολευτούν όπως όπως για το ταξίδι. Ο Σπύρος στην άκρη του γιαλού κουνά το καλάμι. Δύσκολος τόπος η γαλήνη.

 

 

 

 

Προηγούμενο άρθροΜουσικές, ήχοι και τραγούδια για τη θάλασσα (του Γιάννη Μουγγολιά)
Επόμενο άρθροΗ πρόσληψη της Οδύσσειας στον 21ο αιώνα από τον Νόλαν (γράφει ο Πέτρος Μπούρας-Βαλλιανάτος)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ