Δευτέρα, 28 Σεπτεμβρίου, 2026
ΑΡΧΙΚΗ ΚΕΙΜΕΝΑ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΣ Η μεταφυσική του καλού κηπουρού – α΄ β΄ (του Μιχάλη Μακρόπουλου)

Η μεταφυσική του καλού κηπουρού – α΄ β΄ (του Μιχάλη Μακρόπουλου)

0
23

του Μιχάλη Μακρόπουλου

Με τρόπο αυτοσχεδιαστικό, ακολουθώντας το ένστικτό μου (άρα, με τρόπο άλλοτε λαθεμένο κι άλλοτε ορθό), θα γράφω εδώ για τον καλό κηπουρό και τη μεταφυσική του, από κεφαλαιάκι σε κεφαλαιάκι, έως εκεί που θα νιώσω πως δεν υπάρχει πλέον λόγος να το συνεχίσω. Φίλη,-ε αναγνώστρια,-η, ας πας στο α΄ προτού διαβάσεις το β΄, κ.ο.κ. Και στον αυτοσχεδιασμό, υπάρχει ένα ξετύλιγμα…

α΄

Αργά κάθε απομεσήμερο ένας γέρος βγαίνει στο μπαλκονάκι του στον τρίτο όροφο, σ’ έναν μικρό δρόμο στην Καισαριανή στο σύνορο με το Παγκράτι, κοντά στην πύλη της Πανεπιστημιούπολης και στα παλιά προσφυγικά με τα σημάδια από σφαίρες στους τοίχους, απ’ τα Δεκεμβριανά το ’44. Είναι λιπόσαρκος, λιγάκι σκυφτός· φοράει ένα τριμμένο πανταλόνι, κοντομάνικο πουκάμισο. Κανείς δεν ξέρει ότι ’ναι ο Θεός, καλά καλά ούτε ο ίδιος.

Το μπαλκόνι του, κι ας είναι στενό και μαζεμένο, είν’ ένας κήπος χωρίς σχεδόν σπιθαμή ελεύθερη, με τις γλάστρες πλάι πλάι, αφήνοντας χώρο ίσα για να περνάει ο γέρος με το μισογεμάτο ποτιστήρι του, δρασκελίζοντας κοτσάνια και φύλλα που κρέμονται ως το μωσαϊκό κάτω. Μπορεί, ενόσω σουρουπώνει και βραδιάζει μετά, να περνάει εδώ ως και μία ώρα και δύο, χαμένος έξω απ’ το χρόνο, ανύπαρχτος σχεδόν ο ίδιος, μοιρασμένος σε κάθε φύλλο και πέταλο· κατοικώντας όλος στη νεανική αφή των γέρικων δαχτύλων του, που με κίνηση λεπτή κι ακριβή σαν το βελόνιασμα της κλωστής αγγίζουν το φυλλαράκι, νιώθουν τα νεύρα, το έλασμα, και ξέρουν για τις απλές ανάγκες αυτού του φύλλου ό,τι ο ίδιος μπορεί να το αγνοεί, αφημένος όλος στη γνώση του χεριού του, άχρονος, χωρίς άλλη βούληση, πέρα απ’ ό,τι άλεκτο, χωριστό και ίδιο, θέλει το καθένα από τα φυτά ξέχωρα. Μπορεί από αντίκρυ να τον δουν να ’χει σταθεί σκυμμένος για ώρα, ολότελα ασάλευτος, σαν να κοιμήθηκε όρθιος. Δεν κοιμάται, έχει τα μάτια ανοιχτά, μα ούτε σκέφτεται κάτι συγκεκριμένο, πέρα από φράσεις που τυχαία του ’ρχονται στο μυαλό, και καλά καλά δε βλέπει ꟷ ώσπου ξάφνου, αγγίζοντας απαλά το τρυφερό έλασμα, ξέρει τι ακριβώς να κάνει· οι γέρικες φλέβες του, πεταχτές στη ράχη των χεριών του, είναι ηθμοί, και σάκχαρα κυλούν μέσα τους.

Ο καλός κηπουρός, πλαγιαστά γιατί ειδάλλως δε χωράει να περάσει, κάνει ύστερα μισό βήμα ως τη γλάστρα παραδίπλα.

 

β΄

Στον τοίχο του μπαλκονιού, έως απάνω, υπάρχει μια μπακλαβαδωτή πέργκολα, κι ένα γιασεμί σκαρφαλώνει κι απλώνεται στα μισοσαπισμένα της ξύλα.

Στέκεται τώρα και το κοιτάζει.

Χρειάζομαι σπάγκο εκεί κι εκεί κι εκεί, λέει.

Οι τσέπες του πανταλονιού του είναι χιλιοκαρικωμένες, το ύφασμα της φόδρας τους έχει λιώσει σχεδόν, κι ο γέρος δεν ξέρει ποτέ τι μπορεί να ’χει μέσα, αν θα ’ναι ένα μανταλάκι, ένας φελλός, ένα βότσαλο, μια βίδα και το παξιμάδι της, μολύβι και γομολάστιχα, ό,τι χωράει ο νους μα, προπαντός, μια τσέπη ꟷ αλλά κάπως τυχαίνει να ’χει πάντοτε αυτό που χρειάζεται.

Τώρα, βάζει το χέρι στη δεξιά τσέπη, και βρίσκει ένα μικρό κουβάρι σπάγκο.

Για δες, λέει· τυχερός είμαι. Αλλά χρειάζομαι και κάτι για να τον κόψω.

Βάζει το χέρι στην αριστερή, και βρίσκει ένα παλιό κοπίδι που η λεπίδα του έχει σκουριάσει.

Στη μια γωνιά του μπαλκονιού έχει ένα σκαμνί με σκαλί. Στριμώχνει κι άλλο τις γλάστρες γύρω του, αφήνοντας χώρο ίσα για να το χωρέσει, σκαρφαλώνει και δένει τους τρυφερούς μίσχους στο ξύλο.

Τον σπάγκο και το κοπίδι, τα βάζει πάλι στις τσέπες του· τα ξεχνάει έπειτα, και δεν πρόκειται να τα βγάλει για να τα ταχτοποιήσει στη θέση τους ꟷκαι ποια να ’ναι άραγε; Στο σπίτι του γέρου, ποτέ κάτι δεν έχει μία θέση ακριβώςꟷ, αλλά αύριο, ή πιο μετά σήμερα, που θα χρειαστεί κάτι άλλο, θα βάλει το χέρι στην τσέπη και θα το βρει ꟷ και γι’ άλλη μια φορά θα ξαφνιαστεί…

 

Προηγούμενο άρθροΑπό το σκοτεινό δάσος στη δύναμη της αφήγησης  (της Γεωργίας Γαλανοπούλου)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ