γράφει ο Χρήστος Τσιάμης
Σκεφτόμουνα τη γενεαλογία της φιλίας μερικών από εμάς, εδώ στα ξένα, και μέσα μου άνοιξαν χαράς ευαγγέλια, και κίνησαν τη σκέψη μου κατά το πρότυπο τού γνωστού χωρίου της Βίβλου: « Αβραάμ εγέννησεν τον Ισαάκ, Ισαάκ δε εγέννησεν τον Ιακώβ, Ιακώβ δε εγέννησεν τον Ιούδαν και τους αδελφούς αυτού». Έτσι κάπως θυμήθηκα ότι «τω καιρώ εκείνω» ο ποιητής Μιχάλης Κατσαρός (ή μήπως ήταν ο Κώστας Ταχτσής;) έστειλε με τις καλύτερες συστάσεις, από την Αθήνα, τον Δημήτρη Νόλλα, «πολλά υποσχόμενο» νεαρό πεζογράφο, στο Νίκο Σπάνια, απόδημο ποιητή και παλιό τους φίλο, που ζούσε επί δεκαετίες στη Νέα Υόρκη. Ο δε Σπάνιας σύστησε τον Νόλλα σε εμένα, που τότε έβγαινα από τα σπάργανα, τα λογοτεχνικά, με μια πρώτη ποιητική συλλογή που ετοίμαζα. Και ο Νόλλας, την άλλη χρονιά, μου έστειλε εδώ, στο «Μεγάλο Μήλο» της Αμερικής, τον φίλο του τον Αργύρη Χιόνη, που ήταν καθ’ οδόν, με υποτροφία, όπως και ο Νόλλας προηγουμένως, προς το περίφημο “Εργαστήρι των Συγγραφέων” στο Πανεπιστήμιο της Αϊόβας. Ο Αργύρης έγραφε, τότε, ποιήματα και παραμύθια για μικρούς και μεγάλους, και ανταλλάσσαμε ακόμα τις δημιουργίες μας σε χειρόγραφα…
Ο Αργύρης, όταν τον γνώρισα, είχε περάσει τα τριάντα και είχε γράψει πολλά, μα ακόμα αδημοσίευτα. Δεν ερχόταν εύκολα η αναγνώριση στην Ελλάδα, μου εξήγησε. Κάποτε, χαρακτηριστικά, μου είχε διηγηθεί μια ιστορία. Έστελνε ποιήματα του, για χρόνια, σε λογοτεχνικά περιοδικά και ούτε καν του απαντούσαν. Είχε βγει ένα καινούργιο περιοδικό πρόσφατα, ανθρώπων της νέας γενιάς, και θεώρησε ότι οι πιθανότητες για δημοσίευση θα ήταν μεγαλύτερες. Τους έστειλε λοιπόν μια μικρή ομάδα από ποιήματα. Καμμιά απάντηση εκ μέρους τους. Λίγο αργότερα, τους έστειλε ποιήματα από την καινούργια του φουρνιά «μήπως και τους άρεσαν καλύτερα». Πάλι τίποτα. Και τότε σοφίστηκε κάτι. Να υποβάλει τα ποιήματα του ως μεταφράσεις, στα ελληνικά, κάποιου μεγάλου ξένου ποιητή άγνωστου ακόμα στην Ελλάδα! Μεταφράζει, λοιπόν, το όνομα του πιστά στα Ισπανικά, και στέλνει τα δικά του ποιήματα στο περιοδικό ως «ποιήματα του σπουδαίου Αργεντινού ποιητή Plata de Nieve, σε μετάφραση Αργύρη Χιόνη».

Η απάντηση από το περιοδικό ήταν άμεση και τηλεφωνική! Θα δημοσίευαν τις μεταφράσεις του στο αμέσως επόμενο τεύχος που θα έβγαινε σύντομα! Έπρεπε, όμως, ο Αργύρης να τους στείλει, το ταχύτερο, ένα βιογραφικό σημείωμα τού Αργεντινού. Δεν υπήρχε ακόμα το διαδίκτυο για να γίνει μια επαλήθευση, στα γρήγορα, της φήμης τού άγνωστου ακόμα ξένου λογοτέχνη (που ήταν, βέβαια, κατασκεύασμα της φαντασίας του Αργύρη). Και ήθελαν να εξασφαλίσουν την πρωτιά της παρουσίασης του στα Ελληνικά. Ο Αργύρης αισθάνθηκε άσχημα. Τους εξομολογήθηκε το «αμάρτημα» του. Και το περιοδικό, αφού είχε ήδη δεχτεί τα ποιήματα του υπό το όνομα τού άλλου, δεν μπορούσε πιά να κάνει αλλιώς. Τα δημοσίευσε τα ποιήματα με το όνομα του.
Από έναν άλλο κλάδο τού γενεαλογικού μου δέντρου φιλίας, και πάλι μέσω του κομβικού «κυρίου Σπάνια», είχα συνδεθεί νωρίτερα με τον συγγραφέα Βασίλη Βασιλικό. Και αυτός, με αφορμή τον θάνατο κάποιου Έλληνα συγγραφέα (δεν θυμάμαι ποιανού ακριβώς), μου είχε περιγράψει, με τον δικό του οξυδερκή τρόπο, με αλληγορία, ένα παρόμοιο τοπίο των Ελληνικών Γραμμάτων. Η ιστορία του μιλούσε για τους κλειδοκράτορες της λογοτεχνίας στη χώρα, τους κριτικούς και τους ακαδημαϊκούς, κυρίως, και τις λογοτεχνικές κλίκες (κάτι για το οποίο με είχε προειδοποιήσει και ο αξέχαστος ποιητής Μιχαήλ Μήτρας). Ενόσω είσαι ζωντανός και κάνεις έργο, μου είπε, δεν έχουν κανένα απολύτως ενδιαφέρον για σένα. Υψιπετούν στα ουράνια σαν τους γύπες και αγνοούν την ύπαρξη σου. Και αν τυχαίνει να ζεις εκτός της χώρας (και «του χώρου»…), ακόμα χειρότερα! Άπαξ και «ψοφήσεις» όμως, συνέχισε, κατεβαίνουν με φόρα, σαν αεροπλάνα στούκας, και σου κατασπαράζουν το σώμα, μέχρι το κόκκαλο. Το μασούν, το αναμασούν, και το αναμασούν, μέχρι σκασμού. Αυτά μου είπε. Με μια έκφραση που τα έλεγε όλα. Τον άκουγα παραξενεμένος. Γιατί, από ό,τι γνώριζα, αυτός είχε ήδη «αποκτήσει στο χώρο όνομα».
Αυτή η ιστορία, βέβαια, δεν ήταν ενδεικτική μόνο εκείνης της εποχής αλλά, όπως έμαθα σε μια συζήτηση σε φιλικό περιβάλλον, είχε προηγούμενο ακόμα πιο βαθιά στο χρόνο. Σε εκείνη τη συζήτηση, είχα ρωτήσει τον Μάικ Κήλυ, τον γνωστό Αμερικανό Ελληνιστή, συγγραφέα, και μεταφραστή, πώς έγινε και στην Αμερικανική ανθολογία νέο-ελληνικής ποίησης (σε συνεργασία με τον Φίλιπ Σεράρντ), «Έξι ποιητές της Σύγχρονης Ελλάδος», το 1961, είχαν συμπεριλάβει τον Καβάφη, τον Σικελιανό, τον Σεφέρη, τον Ελύτη, τον Αντωνίου, και τον Γκάτσο (συγγραφέα μιας μόνο ποιητικής συλλογής), πώς έγινε και ο Γιάννης Ρίτσος δεν είχε συμπεριληφθεί; Και μου απάντησε ότι, τότε, αυτός και ο συνεργάτης του δεν γνώριζαν πλήρως το λογοτεχνικό τοπίο τής Ελλάδος, και «οι άλλοι [οι εν ζωή] ποιητές ούτε καν μας είχαν αναφέρει το όνομα του!». Για φαντάσου! Και ο Ρίτσος έγραφε και δημοσίευε σπουδαία ποίηση (όπως «Ο Επιτάφιος» και «Το Τραγούδι τής αδελφής μου») είκοσι πέντε χρόνια πριν!
Όλα αυτά, βέβαια, λάβαιναν χώρα τον περασμένο αιώνα, ακόμα στην εποχή τού χαρτιού δηλαδή. Σήμερα, στην ψηφιακή εποχή τού διαδικτύου, το λογοτεχνικό στερέωμα της Ελλάδος έχει αλλάξει πολύ. Έχει διευρυνθεί απείρως, και χωράνε μέσα του πολλοί. Και υπάρχουν και πετεινά κάθε λογής, αρπακτικά και μη, που υπερίπτανται σε αέναες πτήσεις. «Περιμένοντας άραγε τι;» διερωτάται κανείς.






















