Πέμπτη, 16 Απριλίου, 2026
ΑΡΧΙΚΗ ΑΝΤΑΠΟΚΡΙΣΕΙΣ Pais Amargo  θα πει Πικρία Χώρα (της Κωνσταντίας Σωτηρίου)

Pais Amargo  θα πει Πικρία Χώρα (της Κωνσταντίας Σωτηρίου)

0
232

 

 

Της Κωνσταντίας Σωτηρίου (*) 

Ένας ουρανός διαφορετικός, με τα αστέρια όπως τα γνωρίζω μέχρι σήμερα ανεστραμμένα. Και ψύχρα, αν και είναι αρχές Ιουνίου και η Κύπρος, όπως την άφησα 27 περίπου ώρες πριν, έχει ήδη αρχίσει να χοχλάζει. Χρειάστηκε να διασχίσω σχεδόν το μισό ημισφαίριο (Λάρνακα-Αθήνα-Άμστερνταμ) για να φτάσω εδώ, στο Μπουένος Άιρες για να συμμετέχω  στην δράση:  «Θεατρικοί Διάλογοι: Ευρωπαϊκή Δραματουργία, Σκηνή της Αργεντινής». Σε μια άλλη ήπειρο, που το καλοκαίρι είναι χειμώνας, ο κόσμος χορεύει ταγκό στους δρόμους και έχει μια ιστορία τόσο αλλιώτικη, όσο και ίδια με την δική μου. Βρίσκομαι εδώ επειδή επιλέχτηκα από το Κυπριακό Υπουργείο Εξωτερικών να εκπροσωπήσω την χώρα μου σε αυτή την πολιτιστική διπλωματία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, που στόχος της είναι η ενίσχυση της πολιτιστικής ανταλλαγής και η δημιουργία γεφυρών συνεργασίας μεταξύ του ευρωπαϊκού και του αργεντινού θεατρικού κόσμου. Βρίσκομαι επίσης εδώ επειδή ο ακούραστος Πρέσβης της Κύπρου στην Αργεντινή Στέλιος Γεωργιάδης, που έχει στήσει την πρεσβεία από το μηδέν, προσπαθεί με κάθε τρόπο να ενισχύσει τις σχέσεις της χώρας μου με την απίστευτη και απίθανη αυτή χώρα.

Η επιλογή της Κύπρου και του έργου μου, Πικρία Χώρα, που βασίζεται στο ομώνυμό μου βιβλίο, έγινε μέσα από συγκεκριμένες διαδικασίες. Σε συνεργασία με τις Βρυξέλλες και την πλατφόρμα «Cultural Relations Platform», απευθύνθηκε καταρχάς κάλεσμα σε όλα τα κράτη μέλη την ΕΕ που διαθέτουν διπλωματική αποστολή στην  Αργεντινή για την υποβολή θεατρικών έργων σύγχρονων συγγραφέων τους. Η επιλογή των έργων βασίστηκε, μεταξύ άλλων και στη θεματική συνάφεια με την κοινωνική και πολιτιστική πραγματικότητα της Αργεντινής. Η Πρεσβεία της Κύπρου αξιολόγησε διάφορα έργα από Κύπριους θεατρικούς συγγραφείς, ανάμεσά τους και το δικό μου έργο, Πικρία Χώρα, που αναφέρεται στις μανάδες και τις συζύγους των αγνοουμένων της Κύπρου. Το έργο επιλέχτηκε λόγω της θεματικής του συνάφειας, υπάρχουν και στην Αργεντινή αγνοούμενοι, ο πόνος των γυναικών της Κύπρου που περιγράφεται στο δικό μου έργο αφορά κι αυτές τις γυναίκες. Την ίδια στιγμή η Αργεντινή συνέδραμε επιστημονικά στην εξακρίβωση της τύχης και δικών μας αγνοουμένων κι έτσι αποφασίστηκε από την Πρεσβεία να προταθεί η Πικρία Χώρα ως η κυπριακή πρόταση.

Στο φεστιβάλ προτάθηκαν συνολικά 27 έργα και οι υπεύθυνοι του Ευρωπαϊκού Φεστιβάλ επέλεξαν μόνο 5 έργα, μεταξύ των οποίων και τη δική μας πρόταση. Εκτός της Κύπρου επιλέγηκαν έργα από την Φιλανδία, την Γαλλία, το Βέλγιο και την Πολωνία. Όλα τα έργα, συμπεριλαμβανομένης και της Πικρίας Χώρας μεταφράστηκαν στα ισπανικά και η παρουσίαση τους ανατέθηκε σε Αργεντινούς σκηνοθέτες και ηθοποιούς.

Βρίσκομαι λοιπόν στο Μπουένος Άιρες, επειδή κι εμείς ως συγγραφείς προσκληθήκαμε προσωπικά να ταξιδέψουμε στην Αργεντινή για να παρακολουθήσουμε την παρουσίαση του έργου μας και να συμμετέχουμε σε πανεπιστημιακά εργαστήρια με φοιτητές. Βρίσκομαι επίσης εδώ για να συμμετέχω σε ένα από τα πιο συναρπαστικά ταξίδια της ζωής μου και να γνωρίσω ανθρώπους που κυριολεκτικά δεν θα ξεχάσω ποτέ.

Τα παιδιά ενός άλλου πολέμου

Φτάνω Κυριακή και Δευτέρα πρωί, χωρίς να έχω συνέλθει καθόλου από το φοβερό τζεκ λαντ, βρίσκομαι στο Metropolitan School of Dramatic Arts (EMAD) για ένα  διήμερο σεμινάριο δημιουργικής γραφής με θέμα: «Τα παιδιά του πολέμου: Μια ανοιχτή πληγή». Στόχος μου να προσπαθήσω να μεταδώσω πως εγώ, ως ένα παιδί τραυματισμένο από το πόλεμο του νησιού μου, καταφέρνω να κάνω το τραύμα λογοτεχνία. Δείχνω στο πολύχρωμο κράμα των 30 φοιτητών του τμήματος δημιουργικής γραφής βιντεάκια και φωτογραφίες από την Κύπρο. Τους μιλώ για την σύγκρουση, τα παιδιά μου χρόνια δίπλα από την Πράσινη Γραμμή, τον διαχωρισμό και τον πόλεμο. Τους περιγράφω πώς αρχίζω να γράφω για να περιγράψω στον εαυτό μου τις δικές μου πληγές. Αλήθεια, η γραφή τελικά επουλώνει; Μου κάνουν ερωτήσεις για τον πόλεμο. Δεν ξέρουν πολλά για την Κύπρο.  Ούτε κι εγώ γνωρίζω τόσα τελικά για την Αργεντινή. Το ακροατήριο απέναντι μου ακούει με προσοχή και ενδιαφέρον. Αποτελείται από φοιτητές δραματικής σχολής και ηθοποιούς, που τους αρέσει το γράψιμο, φερέλπιδες σεναριογράφους και θεατρικούς συγγραφείς, ηλικίας από 20 μέχρι 50 ετών. Όλους τους έχει σημαδέψει το πολιτικό και άλλο τραύμα της δικής τους εποχής. Όλοι έχουν μια προσωπική ιστορία να διηγηθούν.  Από τις διηγήσεις παππούδων και γιαγιάδων για την δικτατορία, τις συλλήψεις και δολοφονίες πολιτών, τις τρομερές ιδιωτικοποιήσεις της δεκαετίας του 1990, των πόλεμων των Μαλβίνας (προς θεού μην αναφέρεις την λέξη Φώκλαντ με προειδοποιεί ο Αλφρέδρο, ο σκηνοθέτης του έργου μου!) και ασφαλώς για τους αγνοουμένους της Αργεντινής. Σύμφωνα με έκθεση της Εθνικής Επιτροπής για τους αγνοούμενους που δημοσιοποιήθηκε στα 1984, συνολικά 8.960 άτομα κάθε προέλευσης και φύλου «εξαφανίσθηκαν» κατά τη διάρκεια της δικτατορίας (1976 – 1983). «Υπάρχει ένας αστικός μύθος, πως αν είσαι γεννημένος αυτές τις ημερομηνίες, καλύτερα να ψάξεις να δεις αν ζεις με τους αληθινούς γονείς σου» μου λέει μισοαστεία μισοσοβαρά ο Αλφρέδο, που βρίσκεται δίπλα μου στο σεμινάριο και βοηθά στην μετάφραση. Η αίθουσα παγώνει όταν προβάλω φωτογραφίες με τους Κύπριους αγνοουμένους και εξηγώ για αυτούς που χάθηκαν στον πόλεμο. Κι αυτούς που έμειναν πίσω και τους έψαχναν και περίμεναν. «Όπως οι δικές μας οι γιαγιάδες της πλατείας Μάϊου». Το κίνημα που δημιουργήθηκε από τις γυναίκες της Αργεντινής με στόχο να ανακαλύψουν τα χαμένα παιδιά και εγγόνια τους από την περίοδο της δικτατορίας. Οι φοιτητές με κοιτάζουν πίνοντας μάτε, το κατεξοχήν αργεντίνικο  ρόφημα από ένα μείγμα πικρών βοτάνων και πράσινου τσαγιού που ξυπνάει αναμνήσεις αισθήσεις και πνεύμα. Κάποτε κουνούμε με λύπη το κεφάλι, κάποτε σκύβουμε το κεφάλι. Τελειώνουμε το μάθημα με κατοίκον εργασία. «Να γράψετε ένα κείμενο με βάση την δική σας ιστορία από την πολιτική κατάσταση στην χώρα σας. Να γράψετε αυτά που νιώσατε, αυτά που ζήσατε». Αλήθεια η γραφή τελικά επουλώνει;

Δύο μέρες μετά συναντιόμαστε ξανά στο Πανεπιστήμιο. Καθόλου παράξενο που αυτή η χώρα έχει γεννήσει μερικούς από τους καλύτερους συγγραφείς σε όλο τον κόσμο. Τα κείμενα των φοιτητών μου κατακλύζονται από εικόνες και ήχους πολέμους όπλων και δικτατορίας. Ξεκινώντας από την χούντα του και συνεχίζοντας με σημαντικές στιγμές της Αργεντινής ιστορίας. Διαβάζουμε την κάθε ιστορία ξεχωριστά και κάνουμε αράδα αράδα κομματάκι τον πόλεμο και το τραύμα. Κλείνοντας το σεμινάριο με εκπλήττουν με ένα υπέροχο και συμβολικό δώρο. Τώρα πια έχω το δικό μου ξεχωριστό φλυτζάνι για μάτε και το υπέροχο μείγμα για το ρόφημα να μου θυμίζει για πάντα τα γραπτά αυτά των φοιτητών μου. Ζωγραφισμένο στο φλιτζάνι μου το μαντήλι των γιαγιάδων της Πλατείας Μαΐου.

Θα τους ξαναδώ την επόμενη μέρα σε ένα πάνελ στο Πανεπιστήμιο μαζί με τους άλλους θεατρικούς συγγραφείς με θέμα την θεατρική γραφή στην Ευρώπη. «Για ποια θέματα γράφετε;», μας ρωτούν, «ποια είναι η θέση της χώρας σας για την Γάζα», τι σε κάνει να γράφεις; Έχετε ταυτότητα Ευρωπαϊκή;  Στην συζήτηση μας καταπλήττει ο Φιλανδός συνάδελφος που συμμετέχει στο πρότζεκ με ένα θεατρικό για ένα χωρισμένο ζευγάρι. «Εγώ δεν έχω πολιτική θέση και αυτή είναι μια πολιτική θέση» μας δηλώνει χωρίς απολογία γεγονός που ξεσηκώνει μια θυελλώδη συζήτηση για την πολυτέλεια της έλλειψης πολιτικής στην ζωή σου. Α, σκέφτομαι, υπάρχουν κι αυτές οι χώρες, υπάρχουν κι αυτοί οι άνθρωποι.

Η παράσταση

Ασφαλώς η πιο σημαντική στιγμή του ταξιδιού ήταν η ίδια η παράσταση στο θέατρο Μάρτιν στο κέντρο της πόλης. Με τον σκηνοθέτη Αλφρέδο Σταφολάνι με τον οποίο επικοινωνούμε εδώ και μήνες, μια συνδέει ένα αόρατο νήμα. Ανταλλάσσουμε εμαίλς σχετικά με το κείμενο, με ρωτά για την πολιτική κατάσταση του τόπου μου και μου στέλνει φωτογραφίες από τις πρόβες. Οι πέντε ηθοποιοί ενσαρκώνουν τις γυναίκες του έργου μου στέλνουν επίσης μηνύματα. Ταυτίζονται με τις γυναίκες της Κύπρου που περίμεναν χρόνια τους δικούς τους, η ιστορία των αγνοουμένων του πολέμου είναι τελικά πολύ νωπή και για τις δύο χώρες μας, πολύ επίπονη, πολύ δύσκολη. «Μόνο όταν κάνουμε τον πόνο λέξεις και λογοτεχνία και θέατρο και τέχνη μπορούμε να πούμε πως ζούμε», μου γράφει ο Αλφρέδρο που αποφασίζει να βάλει στην σκηνή τις πέντε ηθοποιούς να μοιραστούν δυό λόγια από την δική τους ιστορική εμπειρία στην αρχή της παράστασης, για τους αγνοούμενους της δικής τους οικογένειας, για το τραύμα της δικής τους πατρίδας. «Αυτή είναι μια ιστορία που μιλά για μας, για τους ανθρώπους που χάσαμε, τον πόνο μας, μα γράφτηκε σε μια χώρα μακρινή, για άλλες γυναίκες  σε μια άλλη Πικρή Χώρα, την Κύπρο».  Παρακολουθώ την παράσταση δακρυσμένη. Τις φωτογραφίες των ανθρώπων που χάθηκαν και από τις δύο χώρες να ενώνονται στην σκηνή, τις λέξεις μου στα ισπανικά να μιλάνε για τον διπλό πόνο.  Στο τέλος της παράστασης δεκάδες Αργεντινοί έρχονται να μας σφίξουν το χέρι. «Πρέπει να συνεχίσουμε τις παραστάσεις στο κανονικό ρεπερτόριο», μου λέει στο τέλος ο Αλφρέδρο.

Το Μπουένος Άιρες

Στο απίστευτα εντατικό πρόγραμμα των μόλις εφτά ημερών, λίγος είναι ο χρόνος για να δω αυτή την απίστευτη πόλη. Για πολύ λίγο καταφέρνω να επισκεφθώ  και το Museo de la Inmigracion που στεγάζεται στο ιστορικό Hotel de Inmigrantes (Ξενοδοχείο των Μεταναστών), ένα κτίριο που λειτούργησε από το 1911 έως το 1953 για να υποδεχτεί, να φιλοξενήσει και να βοηθήσει τους χιλιάδες μετανάστες που έφταναν στο λιμάνι του Μπουένος Άιρες  και καταγράφει την ιστορία της πόλης. Ξεκλέβω ωστόσο χρόνο για μικρές βόλτες. Μένω κοντά στον μεγάλο οβελίσκο, το σημείο που μαζεύονται χιλιάδες αργεντινοί όταν η χώρα τους κερδίζει στο ποδόσφαιρο, που είναι οδηγός μου για να μην χαθώ στα δρομάκια της πόλης που θέλω να ανακαλύψω. Στο κέντρο της πόλης η υπέροχη ευρωπαϊκή αρχιτεκτονική δεσπόζει, στους παράπλευρους δρόμους, στους τοίχους των μικρών καφενείων της γειτονίας κυριαρχεί η μορφή του Μαραντόνα. Λατρεύω την μποέιμικη ζωή του Σαν Τέλμο, το μικρό αγγλόφωνο βιβλιοπωλείο Walrus Books και το μουσείο Μοντέρνας Τέχνης της Αργεντινής που καταγράφει την σημαντική παρουσία γυναικών καθώς και της σπουδαίας θεατρικής σκηνής της χώρας.  Περπατώ και αναζητώ στα σοκάκια το Μπουένος Άιρες του Μπόρχες και της Κλαούντιας Πινιέρο, καθώς και τόσων άλλων Αργεντινών συγγραφέων που σημάδεψαν κυρίως την εφηβεία μου. Καθώς και τον αγαπημένο μου κομίστα Γκίνο και την μορφή της Μαφάλντας του που είναι παρούσα σε κάθε μορφή της πόλης. Την Πέμπτη το απόγευμα, περιφέρομαι ξανά στους δρόμους να αποχαιρετήσω την πόλη, καταλήγω στον καθεδρικό που λειτούργησε ο Αργεντινός πάπας, ο Φραγκίσκος και βρίσκομαι στην πολύβουη  Πλατεία Μαϊου γύρω στις 4 και μισή. Μικρές ομάδες ανθρώπων διαδηλώνουν σε μια γωνιά για την ακρίβεια και στην άλλη πλευρά της πλατείας δύο συνδικάτων φωνάζουν για απεργία. Αλλά στο μέσο της πλατείας και κάνοντας τον γύρο του κύκλου, εμφανίζεται ξαφνικά η αγέρωχη ομάδα. Ταλαιπωρημένες και αποδεκαστισμένες σε σχέση με τις μεγαλειώδες τους διαμαρτυρίες των προηγούμενων χρόνων, οι Γιαγιάδες της Πλατείας Μαϊου συνεχίζουν κάθε Πέμπτη απόγευμα να κάνουν τον γύρο της πλατείας και να καλούν τα παιδιά τους. Το σπαραχτικό κάλεσμα των ονομάτων κάθε παιδιού που ακόμα είναι αγνοούμενο και ακόμα αναζητείται και η ηχηρή απάντηση των γυναικών Presenta! Παρόντες! Σε κάνει πρώτα να ανατριχιάσεις και ύστερα να αρχίσεις να κλαις. Για αυτούς που χάθηκαν, και για αυτές που περίμεναν, αυτές τις αθώες, μόνο αυτές!

…..

Αντί υστερόγραφου: Έξι μήνες μετά από αυτό τα ταξίδι, γιατί αποφασίζω να γράψω για την εμπειρία μου στο Μπουένος Άιρες; «Σας ενδιαφέρει», λέω στον Γιάννη Μπασκόζο να γράψω ακόμα και τώρα κάτι; «Ασφαλώς». Το ταξίδι έπρεπε κάπως να κατακαθίσει μέσα μου σκέφτομαι. Αν όλα ενώνονται στον κόσμο με τρόπους μαγικούς, λίγες ώρες πριν ολοκληρώσω το κείμενο λαμβάνω μήνυμα από τον σκηνοθέτη του έργου. «Η Pais Amargo  εντάσσεται στο ρεπερτόριο του θεάτρου Μάρτιν για την επόμενη σεζόν!», μου λέει ο Αλφρέδρο. Για αυτούς που χάθηκαν κι αυτές που περίμεναν, τους δικούς σας και τους δικούς μας χαμένους.

(*) Η Κωνσταντία Σωτηρίου είναι Κυπρία συγγραφέας, τελευταίο βιβλίο της το “Η κεφαλή του Τσατσγουέρθ”(Πατάκης) . Το κείμενό της είαι εντυπώσεις από τη συμμετοχή της στο Φεστιβάλ Δραματουργίας στο Μπουένος Άιρες

 

Προηγούμενο άρθροΠερί Καβάφη (γράφει ο Βαγγέλης Δημητριάδης)
Επόμενο άρθροΓιατί να διαβάζουμε ακόμη ποίηση; (γράφει η Βαρβάρα Ρούσσου)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ