γράφει ο Στέφανος Δημητρίου
Είναι δυνατόν να υπάρξουν πολίτες «ελεύθεροι και υπεύθυνοι», όπως ορίζει το άρθρο 16 &2 του Συντάγματος, χωρίς αντίστοιχη δικαιοπολιτική παιδεία; Πιθανότατα ναι, εφόσον αυτό επιτευχθεί διά της παιδευτικής λειτουργίας των θεσμών. Αυτή βεβαίως είναι πολύ μεγάλη και πολύ επίκαιρη συζήτηση, που αφορά το τι μέλλον μπορεί να έχει η κοινωνία μας. Η απάντηση, όμως, αλλάζει, εάν τροποποιήσουμε κατά τι το ερώτημα και το να αναδιατυπώσουμε έτσι ώστε να ταιριάζει στους ακαδημαϊκούς πολίτες, δηλαδή του φοιτητές και τις φοιτήτριες της χώρας. Το βιβλίο του Φίλιππου Βασιλόγιαννη επωμίζεται το βάρος της ευθύνης για μια τέτοια συμβολή. Είναι κάτι παραπάνω από εγχειρίδιο, παρόλο που έτσι σεμνά υποτιτλίζεται. Είναι μια συγκροτημένη διδακτική προσπάθεια, απότοκη φιλόμοχθης ερευνητικής δουλειάς, που δείχνει πώς ο συνεκτικός επιστημονικός λόγος μπορεί να είναι διδακτικά απλός και μεστός.
Το αίτημα για δικαιοσύνη, με συγκροτημένο τρόπο, σε σχέση με τη θεσμική οργάνωση της κοινωνίας, τίθεται, πρώτη φορά, από τον Πλάτωνα και τον Αριστοτέλη. Ο νεωτερικός και σύγχρονος κόσμος εκεί χρωστάει, ακόμη και όταν καμώνεται πώς αυτό δεν ισχύει. Ο Φίλιππος Βασιλόγιαννης, όμως, δεν επιχειρεί απλώς μια ιστορία του δικαίου, παρόλο που και ένα τέτοιο εγχείρημα είναι και σημαντικό και αναγκαίο και κοπιαστικά απαιτητικό. Ο Βασιλόγιαννης στηρίζεται κυρίως στην εποπτεία του πεδίου και την αναλυτική σαφήνεια ως προς τη διαίρεση και τη σύνδεση των αξόνων που το συνέχουν. Με αυτόν τον τρόπο, αποσκοπεί, όπως φαίνεται από τη μέθοδό του, στην ανασυγκρότηση του γνωστικού αντικειμένου της Φιλοσοφίας του Δικαίου κατά τέτοιο τρόπο ώστε ο αναγνώστης του βιβλίου να μπορεί να κατανοήσει το πώς συγκροτείται ένα τέτοιο αντικείμενο, το πώς δηλαδή το δίκαιο, εκτός από δίκαιο κανόνων, που, με τη σειρά τους, συνέχουν την έννομη τάξη, μπορεί – και οφείλει – να είναι και αντικείμενο συστηματικού, κριτικού στοχασμού. Ήδη με την αναφορά του όρου «έννομη τάξη» εισερχόμαστε στο πεδίο στο οποίο εργάζεται ο συγγραφέας, ο οποίος, από την αρχή, φροντίζει να δείξει στον αναγνώστη ότι η έννοια της έννομης τάξης αναφέρεται σε ένα οργανωμένο σύνολο δικαιικών κανόνων, οι οποίοι συγκροτούνται σε μία πολιτική κοινότητα. Αυτή έχει τη θεσμική οργάνωση που αντιστοιχεί στην κρατική της υπόσταση. Στην έννομη τάξη, όπως αυτή συγκροτείται μετά τον Διαφωτισμό, την Αμερικανική και τη Γαλλική Επανάσταση, οι κύριες αρχές είναι αυτές της ελευθερίας και της ισότητας και επί τη βάσει αυτών και του συνακόλουθου αποκλεισμού κάθε εξουσιαστικής αυθαιρεσίας και ανελευθερίας, το δίκαιο συναρτάται ευθέως με το κράτος, το οποίο διασφαλίζει και την τήρηση των δικαιικών κανόνων, με την ευχέρεια της εξαναγκαστικής ισχύος και επιβολή των κανόνων του, ώστε να διασφαλίζεται η αμοιβαία συμβατότητα της ελευθερίας όλων. Τα παραπάνω συνυφαίνονται με το ότι η έννομη τάξη αναγνωρίζει ως θεμελιώδη αρχή του πολιτεύματος τη λαϊκή κυριαρχία, δηλαδή την κυριαρχία του πολιτικού σώματος του υποκειμένου «λαός», όπου ως τέτοιος αναγνωρίζεται η συγκροτημένη, οργανωμένη ενότητα των πολιτών, οι οποίοι είναι φορείς ίσων πολιτικών δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, και ίσου πολιτικού αυτοκαθορισμού. Επίσης, η κρατική εξουσία περιλαμβάνει και τις διακριτές λειτουργίες, όπως αυτές ασκούνται από τα αντίστοιχα όργανα, του νομοθετικού, εκτελεστικού και δικαστικού έργου. Η άσκηση της εξουσίας, από τα αντίστοιχα κρατικά όργανα, δεσμεύεται, σύμφωνα με το Σύνταγμα και τους νόμους, έναντι των μελών της Πολιτείας, ότι οφείλει να εγγυάται και να προστατεύει τα θεμελιώδη δικαιώματα καις τις ελευθερίες τους. Οι σχετικοί με αυτές τις ελευθερίες κανόνες δικαίου έχουν γενική και αφηρημένη εκφορά, υπό την έννοια ότι η γενικότητα των ρυθμίσεων αφορά απροσδιόριστο αριθμό προσώπων και σχέσεων μεταξύ αυτών, ώστε να αντιστοιχεί στην ορθή οργάνωση της έννομης τάξης. Η έννομη τάξη είναι ορθώς συγκροτημένη, όταν όλοι οι πολίτες αντιμετωπίζονται ως ισοτίμως ελεύθεροι. Ως προς αυτό, ο Φίλιππος Βασιλόγιαννης πραγματεύεται το θεμελιώδες ερώτημα περί το «πώς είναι δυνατή η συμβίωσή μας με τους άλλους συνανθρώπους μας, ενός προς έναν, υπό όρους ελευθερίας και ισότητας; Η αφηρημένη μεν και στοιχειώδης, αλλά και θεμελιώδης απάντηση είναι: δύναμαι να συμβιώσω με τους άλλους με όρους τέτοιας αμοιβαιότητας μόνον ως πρόσωπο∙ ως υποκείμενο δηλαδή δικαιωμάτων και υποχρεώσεων. Το δίκαιο της ελεύθερης προσωπικότητας, του με σάρκα και οστά όμως ελεύθερου προσώπου, βρίσκεται, από αυτήν την αφηγηματική οπτική γωνία, στο κανονιστικό επίκεντρο του πρώτου κεφαλαίου (οιονεί κλάδου) της έννομης τάξης. Προς αυτό συγκλίνουν και οι πλέον έγκριτες ηθικές διαισθήσεις (ή ενοράσεις μας) ως προς την ηθική μας ασυλία: ποιος, άραγε, από τα εκατομμύρια της χώρας μας ή τα δισεκατομμύρια του πλανήτη μας (ακόμη και αν βρεθώ στην επικράτεια του πλέον αυταρχικού καθεστώτος), έχει διαπροσωπικούς λόγους να με υποχρεώσει ( και, επομένως, να με εξαναγκάσει) σε ενέργεια ή παράλειψη, αν προηγουμένως δεν τον έχω αδικήσει είτε με αδικοπραξία (προσβολή, δηλαδή, του δικαιώματός του) είτε με αθέτηση υπεσχημένων, δικαιικώ όμως τω τρόπω, δηλαδή με παραβίαση αρχών μη διανεμητικής δικαιοσύνης;» (σ. 80). Στηριζόμενος σε αυτόν τον προβληματισμό, ο Φίλιππος Βασιλόγιαννης, σε ένα από τα πιο ενδιαφέροντα μέρη του βιβλίου του, θα εξετάσει τη θεωρία του Τζων Λοκ και του Εμμάνουελ Καντ, σε σχέση με τη ιδιοκτησία. Και οι δύο, όπως επισημαίνει ο Βασιλόγιαννης, θεμελιώνουν αυτό το δικαίωμα σε μία μονομερή ενέργεια, στο δίκαιο, δηλαδή, του πρώτου καταλαβόντος. Ο Λοκ, για παράδειγμα, ορίζει ως θεμέλιο του ατομικού δικαιώματος στην ιδιοκτησία την ατομική εργασία. Η τελευταία είναι αυτή που νομιμοποιεί την απόσπαση ενός μέρους (έκταση γης) από το όλον, δηλαδή τη γη που ανήκει σε όλους, επειδή ο Θεός την έδωσε σε όλους. Όμως, «κατά τον (ύστερο) Κant, η θεωρία του Locke δεν ευσταθεί και βέβαια δεν ταιριάζει με το εμπράγματο δίκαιο (τόσο το ρωμαϊκό όσο και το κοινοδικαιϊκό) στον κανονιστικό του πυρήνα» (σ.87). Εφόσον κάτι είναι χωρίς ιδιοκτήτη, είναι δηλαδή «αδέσποτο», τότε, επί τη βάσει της ίσης ελευθερίας όλων, καθένας έχει αντίστοιχο δικαίωμα να το καταλάβει. Για τον Βασιλόγιαννη, «η πρωτότυπη κτήση παραμένει μη διανεμητική» (σ. 89). Το τι βεβαίως ανήκει στον καθένα, ώστε να μπορεί να πει ότι είναι δικό του, το ορίζει η έννομη εξουσία, η οποία, όπως αναφέρει ο Καντ, στη «Μεταφυσική των Ηθών», συγκροτείται διά της μεταβάσεως από ένα pactum naturalis, δηλαδή μια ασαφή ιδέα περί φυσικής κατάστασης, οριζόμενης ως κατάστασης όπου, ελλείψει μια κοινής εξωτερικής νομοθεσίας, ο καθένας κρίνει τι είναι ορθό με βάση το τι ο ίδιος θεωρεί ορθό, σε ένα pactum civilis, δηλαδή την οργανωμένη, θεσμικώς συντεταγμένη πολιτική κοινωνία, όπου το κράτος δικαίου ορίζει το ορθό με βάση κοινά αποδεκτούς νόμους. Έκανα αυτή την αναφορά σε ζητήματα ιδιοκτησίας και θεμελίωσης δικαιώματος, διότι μας επιτρέπει να δούμε τον τρόπο με τον οποίο ο συγγραφέας εξετάζει αντιπαραθέσεις σχετικές με κρίσιμα, επίκαιρα ζητήματα. Είναι ενδεικτικός ο τρόπος της κριτικής εξέτασης δύο αντιπαρατιθέμενων θεωριών, δηλαδή της θεωρίας του κατεξοχήν πολιτικού θεωρητικού του Τζων Ρωλς, του μεγαλύτερου πολιτικού φιλοσόφου του 20ου αιώνα, που παραμένει και στον τωρινό ο προκαλών τις μεγαλύτερες συζητήσεις, και του αντιπάλου του Ρόμπερτ Νόζικ, εκπροσώπου ενός ρεύματος σκέψης που εμπνέεται από συγκεκριμένες ερμηνείες του Λοκ, ως προς το ατομικό δικαίωμα στην ιδιοκτησία, και του Καντ, ως προς την αρχή της αυτονομίας, για να συγκροτήσει μια θεωρία περί ατομικού δικαιώματος, εγγραφόμενη στο πεδίο του οικονομικού φιλελευθερισμού, αλλά όχι με τη στενή έννοια. Ο Νόζικ, που είναι ένας πολύ σημαντικός θεωρητικός, με ιδιαίτερη γραφή και επιχειρηματολογική δεινότητα, αδίκως, σε σχέση με το ενδιαφέρον που έχει το θεωρητικό του εγχείρημα, έχει υποβιβαστεί, μάλλον με δογματική, αφοριστική αυθαιρεσία, στο πεδίο και τη βαθμίδα του «νεοφιλελεύθερου». Ο ίδιος διαφωνώ σε πάρα πολύ μεγάλο βαθμό με τις θέσεις και το κύριο επιχείρημα του Νόζικ, αλλά η διαφωνία δεν συνιστά υποτίμηση. Αντιθέτως, είναι συχνά και τεκμήριο της αξίας και του ενδιαφέροντος που προκαλεί μία διαφορετική θέση, ένα αντίπαλο επιχείρημα.
Ο Ρωλς, στο μνημειώδες έργο του «Θεωρία της Δικαιοσύνης» (εκδόσεις Πόλις), χωρίς να αφορμάται από τη μεθοδολογική υπόθεση μιας φυσικής κατάστασης, όπως συμβαίνει με τις θεωρίες κοινωνικού συμβολαίου του Τόμας Χομπς ή του Τζων Λοκ, έχοντας αφετηρία μία υποθετική «πρωταρχική θέση άγνοιας», αναζητεί θεμελιώδεις αρχές που θα μπορούσαν να στηρίξουν το θεσμικό συγκρότημα μιας ευτεταγμένης κοινωνίας, με όρους δικαιοσύνης ως ακριβοδικίας, οι οποίοι θα ήταν διακριτοί σε αρχές δικαιοσύνης, που θα επέλεγαν υποθετικοί άνθρωποι, ευρισκόμενοι στην αντιστοίχως υποθετική αρχική θέση ίσης άγνοιας, ώστε να μη γνωρίζουν τη θέση που θα έχουν σε μία πραγματική κοινωνία, άρα και να μην έχουν κίνητρο να μεροληπτήσουν. Έτσι μπορούν να επιλέξουν μία αρχή όπου κάθε άνθρωπος θα έχει ίσο δικαίωμα σε ένα σύνολο θεμελιωδών ελευθεριών, δηλαδή των συνταγματικών ελευθεριών, αλλά και σε μία αρχή που θα ορίζει ότι οι όποιες ανισότητες μπορούν να είναι ανεκτές, μόνον εφόσον αποβαίνουν προς όφελος των λιγότερο ευνοημένων (π.χ. η φορολόγηση του πλούτου προς στήριξη των ασθενεστέρων, των δημοσίων αγαθών και της μείωσης των κοινωνικών, οικονομικών ανισοτήτων). Η πρώτη αρχή, που έχει και αξιακώς πρωτεύουσα σημασία και υπεροχή, διασφαλίζει τον πολιτικά φιλελεύθερο χαρακτήρα της θεωρίας, σε συνδυασμό με τη δεύτερη αρχή που, διασφαλίζει τη μείωση των ανισοτήτων και το κοινωνικό κράτος εν τη ευρεία εννοία. Μπορούμε να πούμε ότι είναι μια σοσιαλδημοκρατική θεωρία, με όλα τα αξιακά γνωρίσματα του πολιτικού φιλελευθερισμού και της εναρμόνισης των αρχών της ελευθερίας και της ισότητας.
Ο αντίλογος του Νόζικ, στο πλέον γνωστό και σημαντικό έργο του, «Αναρχία, Κράτος και Ουτοπία» (εκδόσεις Ευρασία, 2024), εμπνεόμενος από θεωρίες κοινωνικού συμβολαίου, χωρίς ούτε και αυτός όμως να ενδιαφέρεται να συγκροτήσει τέτοια θεωρία, περιγράφει μια γνησίως ελεύθερη, υπό την έννοια, όμως, ότι αυτό σημαίνει ότι είναι αυθόρμητη, διαδικασία η οποία οδηγεί στη συγκρότηση κράτους. Αυτό το κράτος είναι, για τον Νόζικ, ουσιωδώς νομιμοποιημένο, εφόσον είναι το πλέον μικρό, το ελάχιστο κράτος ως προς την οργάνωση και το εύρος της παρεμβατικής δικαιοδοσίας του. Αυτό το ελάχιστο κράτος έχει το περιορισμένο δικαιοδοτικό, παρεμβατικό έργο το οποίο εκτείνεται μέχρι την αστυνομική παρέμβαση, για την επίτευξη και κατοχύρωση ασφάλειας, καθώς και τη λειτουργία που αφορά την απονομή δικαιοσύνης. Αυτό είναι το εύρος της δικαιοδοτικής του εμβέλειας. Η αφετηρία του Νόζικ, που ιδιάζει προς τη μεθοδολογική υπόθεση μιας πρότερης «φυσικής κατάστασης», η ιδέα της οποίας είναι κοινή στις θεωρίες κοινωνικού συμβολαίου, είναι η ιδέα μιας ελεύθερης αγοράς. Έτσι όλοι οι άνθρωποι είναι φορείς φυσικών δικαιωμάτων, ως προς την ιδιοκτησία και την ασφάλεια, καθώς και την αντίστοιχη αμυντική προστασία. Σε ό, τι αφορά την ιδιοκτησία, αυτή συνιστά δικαίωμα που συστοιχεί και προς την αρχή της καντιανής αυτονομίας, σύμφωνα με τον Νόζικ, άρα οποιαδήποτε κρατική παρέμβαση, η οποία την θέτει σε διακινδύνευση, όπως είναι η φορολόγησή της ως πλούτου, είναι για εκείνον κάτι σαν κλοπή, εφόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις της εξασφάλισης νόμιμων τίτλων. Αναφέρω αυτή την περίπτωση θεωρητικής διαμάχης, διότι ο τρόπος με την οποίον την περιγράφει και την εξετάζει ο Φίλιππος Βασιλόγιαννης συνιστά υπόδειγμα κριτικής εξέτασης.
Ας επιστρέψουμε, όμως, στο αφετηριακό ερώτημα αυτού του κειμένου, δηλαδή στο αν οι πολίτες είναι δυνατό να υπάρξουν ως πολίτες ελεύθεροι και υπεύθυνοι χωρίς δικαιοπολιτική παιδεία, που να τους επιτρέπει το να κατανοούν σε ποιο πολίτευμα και με ποια πολιτισμική κληρονομιά μπορούν να υπάρξουν ως τέτοιοι. Αυτή η παιδεία, τουλάχιστον σε επίπεδο πανεπιστημιακής διδασκαλίας και εκπαίδευσης, περιλαμβάνει οπωσδήποτε και τη Φιλοσοφία του Δικαίου. Τι μπορεί να σημαίνει, όμως, η επιδίωξη να υπάρχουν ελεύθεροι και υπεύθυνοι πολίτες, σήμερα, την εποχή της κρίσης, αλλά και των αλλεπάλληλων κρίσεων, που απειλεί κάθε αξιακό κεκτημένο στην Ευρώπη και το οποίο έχει σχεδόν καταρρεύσει στην Αμερική; Αυτό το ερώτημα, σε συνδυασμό με όλα τα προηγούμενα, που συναρτούν την αξία της Φιλοσοφίας του Δικαίου με τη δικαιοπολιτική παιδεία των πολιτών, μας οδηγεί στην βαθιά κρίση της φιλελεύθερης δημοκρατίας σήμερα. Για να είμαστε ακόμη πιο ακριβείς, οδηγούν και στο μίσος προς τη φιλελεύθερη δημοκρατία. Ο ίδιος συγγραφέας, ο Φίλιππος Κ. Βασιλόγιαννης, το 2019, έγραψε και εξέδωσε το βιβλίο του «Το μίσος για τη Φιλελεύθερη Δημοκρατία» (εκδόσεις Ευρασία). Έκτοτε έχουν «συντονιστεί» όλοι οι τυχαίοι, απρόβλεπτοι παράγοντες, για να το καταστήσουν προκλητικά επίκαιρο. Δεν θα σταθώ τόσο στην επικαιρότητά του. Άλλωστε και μόνο ο νυν πρόεδρος των ΗΠΑ συνιστά απροσμάχητης ισχύος τεκμήριο αυτής της επικαιρότητας. Θα σταθώ στο επίρρημα, στο «προκλητικά». Το προηγηθέν αυτό, προκλητικά επίκαιρο βιβλίο του Βασιλόγιαννη, μας προκαλεί να συνδέσουμε το σύνολο των εννοιών, των προβλημάτων, της δικαιοφιλοσοφικής του θεώρησης με το αξιακό κεκτημένο του νομικού θετικισμού, της στοχαστικής θεωρίας του Τζων Ρωλς, τις ενστάσεις σε αυτήν τη θεωρία, τη θεωρία της ισότητας του Ντουόρκιν, την αξίωση για μείωση των ανθρωποβόρων κοινωνικών ανισοτήτων, καθώς και τις αντιδημοκρατικές εξάρσεις του λαϊκισμού, με την αξία της πολιτικής, αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας, δηλαδή της φιλελεύθερης δημοκρατίας. Η τελευταία, συναρτώμενη με την προοπτική της κοινωνικής δικαιοσύνης, μπορεί να έχει ως αναβαθμό της και τη εξέλιξή της προς έναν ρεπουμπλικανικά δημοκρατικό και πολιτικά φιλελεύθερο σοσιαλισμό. Αυτό είναι θέση του γράφοντος και όχι του Φίλιππου Βασιλόγιαννη. Ο διάλογος όμως γίνεται ευκολότερος, κατανοητότερος και νοηματικά πληρέστερος, όταν διεξάγεται με σαφείς θέσεις. Η στοχαστική προβληματική του Βασιλόγιαννη μάς επιτρέπει να θέσουμε και το ερώτημα ως προς το αν υπάρχει μη φιλελεύθερη δημοκρατία. Η απάντηση προφανώς απόκειται στην κριτική ευχέρεια κάθε ανθρώπου και σε ό, τι αφορά τον γράφοντα αυτό το κείμενο η σαφής απάντηση είναι ότι δεν μπορεί να υπάρξει. Ως εκ τούτου, η υπεράσπιση της φιλελεύθερης, αντιπροσωπευτικής και πλουραλιστικής δημοκρατίας, μαζί με το σύνολο των δικαιοκρατικών αρχών της, είναι προϋπόθεση για κάθε ελεύθερη συζήτηση, αλλά και για την ισότιμη συνύπαρξη διαφορετικών ανθρώπων και ενώσεων ανθρώπων, πολιτικών, κοινωνικών και άλλων. Η μελέτη του βιβλίου «Φιλοσοφία του Δικαίου. Ένα εγχειρίδιο», ιδίως σε συνδυασμό με το «Το μίσος για τη Φιλελεύθερη Δημοκρατία», επιτρέπει στον αναγνώστη να κατανοήσει ότι μια δημοκρατία, στερούμενη τις ανωτέρω δικαιοκρατικές αρχές και τις συναφείς εγγυητικές δεσμεύσεις, η οποία θα μετατρέπει τα κεκτημένα δικαιώματα των πολιτών, αλλά και των αλλοδαπών και των προσφύγων, κάθε χώρας, σε αμφίβολα διακυβεύματα, δεν θα είναι δημοκρατία. Δεν θα είναι η δημοκρατία που διαμορφώθηκε ιστορικά ως συνταγματική δημοκρατία. Δεν θα είναι, δηλαδή, η δυτική δημοκρατία, όπως την γνωρίσαμε, μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, και την γνωρίζουμε και τώρα, κάπως πιο χλωμή πια, έχοντας και την αντίστοιχη ανησυχία για τη μακροημέρευσή της. Η έγνοια, όμως, για τη διαφύλαξη των δικαιοκρατικών χαρακτηριστικών αυτής της δημοκρατίας, δικαιολογεί και το να μετατραπεί αυτή σε μία έμφοβη, διαρκώς ανασφαλή, δημοκρατία; Μπορούμε να κατανοήσουμε τα μείζονα δικαιώματα, τα ανθρώπινα δικαιώματα, δηλαδή τα θεμελιώδη δικαιώματα, τα οποία εμβληματικώς προέβαλε η Οικουμενική Διακήρυξή τους, με τη Γαλλική Επανάσταση, και τα αναγνώρισε και ως δικαιώματα του πολίτη, χωρίς τα αντίστοιχα ερωτήματα, τα οποία, όταν θα πρέπει να βρουν και τις πολιτικές απαντήσεις τους, μετατρέπονται σε διλήμματα; Όλα αυτά νοηματοδοτούνται στο πεδίο του νεωτερικού, του Διαφωτιστικού, ευρωπαϊκού κόσμου. Αυτός περιλαμβάνει και τις μετανεωτερικές αμφισβητήσεις των παραπάνω, αλλά και το αντίθετο, δηλαδή την υπεράσπιση και διεύρυνση όλων αυτών των αξιακών αρχών και επιτευγμάτων, όπως είναι και η θέση του γράφοντος αυτό το κείμενο. Το βιβλίο όμως του Φίλιππου Βασιλόγιαννη παρέχει, με εξαιρετική συνοχή, το εννοιολογικό υλικό για να κατανοήσουμε το δικαιικό και κανονιστικό σύμπαν μέσα στο οποίο ο κόσμος των ίσων δικαιωμάτων, σε αντιστοιχία προς τις ίσες υποχρεώσεις, βγάζει νόημα. Ή ίσως και να μη βγάζει πια. Αλλά αυτό είναι και το κρισιμότερο διακύβευμα.
(*) Ο Στέφανος Δημητρίου είναι καθηγητής Πολιτικής Φιλοσοφίας στο Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Ιστορίας του Παντείου Πανεπιστημίου
Φίλιππος Κ. Βασιλόγιαννης, Φιλοσοφία του Δικαίου. Ένα εγχειρίδιο, εκδόσεις Ευρασία, Αθήνα 2025
![]()






















