Πέμπτη, 2 Ιουλίου, 2026
ΑΡΧΙΚΗ ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΕΙΣ Έκτωρ Κακναβάτος: Θέλει αρετή και τόλμη η Φαντασία (γράφει ο Σάββας Μιχαήλ)

Έκτωρ Κακναβάτος: Θέλει αρετή και τόλμη η Φαντασία (γράφει ο Σάββας Μιχαήλ)

0
509
Φωτο Δημ. Γέρος

Σάββας Μιχαήλ (*) 

  

Στην εποχή της δυναστείας  των Τανγκ, ο μεγάλος Κινέζος ποιητής Ντου Φου έγραψε κι αφιέρωσε στην μνήμη του φίλου του, του κορυφαίου ποιητή της Κίνας Λι Μπάι, το ποίημα Νοσταλγώντας τον Λι Μπάι στην άκρη του ουρανού, 天末懷李白 .  Στον έβδομο στίχο γράφει

 

                    應共冤魂語

 

Να συνομιλούμε πρέπει με το Φάντασμα που δεν ησυχάζει

 

      Ένα φάντασμα που δεν ησυχάζει και συνεχίζει να πλανιέται  δεν είναι σκιά του παρελθόντος. «… το φάντασμα είναι το μέλλον”, έγραφε ο Jacques Derrida στα Φαντάσματα του Μαρξ,  «είναι πάντα επερχόμενο, δεν παρουσιάζεται παρά ως αυτό που θα μπορούσε να έρθει ή να επαν-έλθει»[1]. Μαζί με  τα άλλα φαντάσματα που επιμένουν να ταράζουν, να αφυπνίζουν από τον λήθαργο της υποταγής στα κρατούντα και τους κρατούντες,  είναι και “ η υπερρεαλιστική φωνή, αυτή που συνεχίζει να κηρύσσει την παραμονή του θανάτου και πάνω από τις θύελλες…”, όπως διακηρύσσει ο  André Breton. Και τώρα  επανέρχεται με την  στεντόρεια φωνή του “πιο ακραιφνούς υπερρεαλιστή της μεταπολεμικής μας ποίησης”, κατά τον Αλέξανδρο Αργυρίου, του Έκτορα Κακναβάτου.

Επανέρχεται μέσα από ανέκδοτα  κείμενα, βγαίνοντας σαν βοή μέσα από το εργαστήρι του ποιητή,  χάρη στην επίμονη  φροντίδα του  Χρήστου Δανιήλ  και της “Άγρας”, με την έκδοση του νέου βιβλίου Ράτσα υψικάμινου-Ο Έκτωρ Κακναβάτος σε πρώτο πρόσωπο , Θεωρητικά και Κριτικά Κείμενα ( Ανθολόγηση-Εισαγωγή- Επιμέλεια  Χρήστου Δανιήλ, Άγρα 2026)

Σαν βοή,  σαν πολεμική κραυγή και εγερτήριο προανάκρουσμα  ακούγεται στην την αρχή το ποίημα του Κακναβάτου Φωνή μου ράτσα υψικάμινου

 

Φωνή μου ράτσα υψικάμινου, από πλευρό

ανοιχτό του αίλουρου…[2]

 

 

       Είναι, βεβαίως, περήφανη σύνδεση κι απόδοση τιμής στον Ανδρέα Εμπειρίκο που με την Υψικάμινο, το 1935, μεταλαμπάδευσε την φλόγα του υπερρεαλισμού  στην Ελλάδα. Συνάμα είναι και ακλόνητη πίστη στον απελευθερωτικό δρόμο που άνοιξε το Συμβάν, με την έννοια που δίνει στον όρο  ο Alain Badiou, η Τομή του 1935.

Ο Έκτωρ Κακναβάτος, με την ποίηση του , αυτοβιογραφούμενος δια χειρός Χρήστου Δανιήλ,  αλλά και με τα  θεωρητικά-κριτικά κείμενα του που δημοσιεύονται τώρα , δείχνει ότι το ανοικτό ρήγμα που άνοιξε  ο Υπερρεαλισμός δεν  μπόρεσαν να το κλείσουν οι απονεκρωμένες συμβάσεις, η σκόπιμη αγνόησή ή και οι λοιδορίες του αστικού συντηρητισμού, ο πόλεμος που εξαπέλυσαν ενάντια στους πρωτοπόρους υπερρεαλιστές  στον τόπο μας,   οι  “ανίδεοι αλλά όχι ανεύθυνοι κριτικοί”,  όπως ρητά τους καταγγέλλει  και στο παρόν βιβλίο.

Ο Υπερρεαλισμός, κατά τον Κακναβάτο, δεν πέθανε  γιατί δεν είναι απλώς μια καλλιτεχνική Σχολή, ένας ακόμα -ισμός ανάμεσα στους άλλους -ισμούς, ούτε  εξαντλείται μαζί με την αρχική τεχνική της αυτόματης γραφής. Κάνει  διάκριση ανάμεσα στο υπερρεαλιστικό κίνημα, που πρωτοεμφανίζεται το 1924 και την προϋπάρχουσα “ψυχοπνευματική κράση” που αναδύεται από το ασυνείδητο , την ορμή της  φαντασίας και της έκφρασης πέρα από όρια και φραγμούς. “Ο Υπερρεαλισμός σαν κίνημα”, γράφει, “ μπορεί να μην υπάρχει πια. Η φάση αυτής της διαδρομής του μπορεί να ξεπεράστηκε  γιατί- και ήταν  φυσικό- το ιστορικό πλαίσιο μέσα στο οποίο ξέσπασε  και αναπτύχθηκε  σαν κίνημα  δεν είναι το νυν ”. Και συνεχίζει δίνοντας τον λόγο στον Ανδρέα Μπρετόν, τον “μέγα μάγιστρο  του υπερρεαλιστικού κινήματος” , όπως τον αποκαλεί, που σε σχετική ερώτηση έλεγε:                        “Γνωρίζω καλύτερα από τους αντιπάλους μας , πότε θα πέθαινε ο Υπερρεαλισμός. Όταν ένα άλλο κίνημα ή όταν μια ευρύτερη  αντίληψη του κόσμου από την δική του θα εμφανιζόταν, οπότε, πρώτοι εμείς, θα προσχωρούσαμε στο διάδοχό του γιατί ευαγγελιζόμαστε  την διαρκή επανάσταση του ανθρώπου που φυσική του κατάσταση είναι η εγρήγορση[3]

Με την προοπτική αυτής της διαρκούς επανάστασης κι εγρήγορσης , ο Έκτωρ Κακναβάτος στηρίζει  την άκρα βεβαιότητα: “ … τίποτε δεν είναι ικανό να αναχαιτίσει την ορμή για έκφραση-στη βάση της απόλυτα ερωτική-που δεν ανέχεται φράγματα και αδιέξοδα[].[Η] Φαντασία ερεθισμένη, χύνεται σε χώρους άτυπης μορφογένεσης , δηλαδή  σε χώρους  όπου κώδικας είναι ακριβώς η έλλειψη  κάθε αδυσώπητου, κάθε στυγνού και αδιαλεκτικού  μορφοποιητικού κώδικα.  Και επειδή η Φαντασία είναι το πιο κορυφαίο πνευματικό έκτυπο της Ελευθερίας, παραφράζοντας  λεκτικά(διόλου όμως ουσιαστικά) τον Κάλβο θα ‘λεγα: Θέλει αρετήν και τόλμην( όχι βέβαια της ηθικής τάξεως αλλά του ήθους) η Φαντασία. Όσοι τρομαλέοι που δεν την εμπιστεύονται “δουλείαν ας έχουσιν” πνευματικήν βέβαια[4]

Με την vertu των Γιακωμπίνων και με του Saint-Just την  révolution en permanence, με την ανατρεπτική virtu των Καρμπονάρων, με κάλβειο ήθος και τόλμη, πάντα αντισταλινικός κομμουνιστής, “αιρετικός” για τους γραφειοκράτες ,και πάντα αμετανόητος  αντιστασιακός για την καθεστηκυία τάξη,  ο Έκτωρ Κακναβάτος, αγέρωχος, αφήνει την Φαντασία του να καλπάζει ελεύθερη,  με άλματα  πάνω  από κοινωνικούς ή πολιτικούς φραγμούς, πέρα από αισθητικούς κατεστημένους κώδικες.

Στις Προτάσεις για ένα σεμινάριο σε ζητήματα σχετικά με την υπερρεαλιστική γλώσσα [5], στο Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων, στις16 Μαΐου 1990, προτάσσει πρώτα -πρώτα “ ότι η ποίηση  θέλει να είναι  ένας μαινόμενος λόγος[6]  Ο Κακναβάτος δεν απορρίπτει σκοταδιστικά τον Λόγο αλλά τον στενόμυαλο και στενόκαρδο  ορθολογισμό. Ο  “μαινόμενος λόγος” του  βρίσκεται εγγύτερα στην ουσιαστική διάκριση που κάνει ο  Πλάτων στον Φαίδρο , των δύο ειδών της μανίας, της νοσηρής ανθρώπινης και της θεϊκής μεταμόρφωσης των ειωθότων :  Μανίας δε γε είδη  δύο, την μεν υπό νοσημάτων ανθρωπίνων, την δε υπό θείας εξαλλαγής των ειωθότων νομίμων  γιγνομένην”..

Στη συνέχεια, διακρίνει τέσσερα μέρη της “θείας εξαλλαγής” με την μεταμορφωτική παρέμβαση τεσσάρων θεών: “ μαντικήν μεν επίνοιαν Απόλλωνος θέντες, Διονύσου δε τελεστικήν , Μουσών δ’ αυ ποιητικήν, τετάρτην δε Αφροδίτης και Έρωτος ερωτικήν μανίαν εφήσαμέν τε αρίστην είναι[7]

       Ας προσέξουμε  την λεπτή αλλά ουσιαστική διαφοροποίηση που κάνει ο Πλάτων μεταξύ “είδους” και “μέρους” . Ανάμεσα στην νοσηρή ανθρώπινη μανία και την θεϊκή μεταμόρφωση των ειωθότων υπάρχει διαφορά είδους.  Αντίθετα, στη θεϊκή “εξαλλαγή” υπάρχει διαφορά μέρους, διαφορών αλλά μέσα σε ένα είδος, σε μια ενότητα διαφορετικών  μερών. Από αυτή την άποψη, η απολλώνια  “επίνοια” των επερχομένων, η διονυσιακή “τελεστική” έκσταση, η  εμπνευσμένη από τις Μούσες  Ποίηση και η ερωτική παραφορά  συγκροτούν ένα είδος μέσα στην διαφορετικότητά τους, με πρόταξη, της ερωτικής παραφοράς,  που αναγορεύεται σε αρίστην και συνεπώς σε κινητήρια δύναμη του όλου. Στο τελευταίο σημείο,  στην πρωτοκαθεδρία του amour fou, συμφωνούν απολύτως ο Freud, ο Ανδρέας Μπρετόν, ο Ανδρέας Εμπειρίκος, ο Έκτωρ Κακναβάτος κι όλος ο αστερισμός των υπερρεαλιστών.

Τον “μαινόμενο λόγο” του, τον απελευθερωμένο κι  απελευθερωτικό  καλπασμό της υπερρεαλιστικής Ποίησης του στην κάλβεια “φανταστήν οικουμένην”, ο Κακναβάτος έρχεται να αναστοχαστεί στα θεωρητικά και κριτικά του γραφτά. Η απελευθερωμένη ποιητική Φαντασία  συνομιλεί με τον στοχασμό πάνω στην σχέση της Ποίησης με την γλώσσα, την επικοινωνία, την σύγχρονη επιστήμη και τις εκπληκτικές ανακαλύψεις της, τα μαθηματικά και το νέο πεδίο που ανιχνεύει η θεωρία του Χάους.

Αναζητά, με λογισμό και όνειρο, την αλληλεπίδραση, αλληλοδιείσδυση κι αλληλομετατροπή με το αντίθετο, με το άλλο και τον Άλλο,  την εναντιοδρομία κι εναντιοτροπή,  για την οποία μιλούσε ο “σκοτεινός Εφέσιος”  Ηράκλειτος, με μια λέξη, την διαλεκτική.

Τα πεζά γραφτά του δεν μιλούν δογματικά και δεν απευθύνονται από καθέδρας σε ώτα μη ακουόντων. Συν-ομιλούν μεταξύ τους και  ζητούν την συνομιλία  με τον ίδιο τον  προσεκτικό κι επαρκή αναγνώστη.

Ο Έκτωρ Κακναβάτος σε πρώτο πρόσωπο απαντά σε ερωτήματα για την ζωή του και το έργο του, σε συνεντεύξεις κι άλλα δημοσιεύματα συγκροτώντας, με την συλλογή και  θαυμαστή επιμέλεια του Χρήστου Δανιήλ, μια πρωτότυπη “αυτοβιογραφία”.  Ορισμένα από τα πιο καίρια ερωτήματα θα τα απαντήσει όχι μόνο άμεσα, αυτο-βιογραφούμενος, αλλά και συνομιλώντας με την ζωή και το έργο άλλων  αγαπημένων ποιητών και ποιητριών.

Στο βαρυσήμαντο ερώτημα που πρώτος έθεσε στους Νέους Καιρούς ο Hölderlin Προς τι οι ποιητές σε καιρούς στερημένους; ο Κακναβάτος απαντά πολλαχώς.

Πρώτα-πρώτα,  έρχεται το ερώτημα:  προς τι να εκδοθεί η πρώτη του  υπερρεαλιστική  ποιητική συλλογή Fuga  το 1943, μέσα στα μαύρα χρόνια της φασιστικής Κατοχής και την ενεργό συμμετοχή  του ποιητή στην Αντίσταση; Πέρα από την  άμεση απάντηση από τον ίδιο τον ποιητή  σε πρώτο πρόσωπο, μια έμμεση απάντηση μπορούμε να βρούμε και στο κριτικό του κείμενο για την μεγάλη ποιήτρια Μάτση Χατζηλαζάρου “ Η ποίησή μας  είναι η ζωή[8]

Σχετικά με την συλλογή της Μάης, Ιούνης και Νοέμβρης. έκδοση Ίκαρος, Ιούνιος 1944 γράφει: “ Πραγματικά , μέσα σε ένα κλίμα όπου κάθε αξία επιβιώνει στο μέτρο που μπορεί να στρατευτεί για την εξυπηρέτηση  χειρισμών πολιτικής δράσης προς κάποιο κορυφαίο ζητούμενο, όπως η επιβίωση κι η απελευθέρωση ενός σκλαβωμένου λαού, στράτευση που αναιρεί ή παραμερίζει όποια άλλη ζωτική παράμετρο, χρειαζόταν απίστευτο θάρρος να ωθήσει στο προσκήνιο τον έρωτα και την ομορφιά του σαν ύψιστη αξία για τη συνέχιση της ζωής, πλάι στις άλλες μάχιμες αξίες. Με το Μάης , Ιούνης κι Νοέμβρης  η Μάτση Χατζηλαζάρου ευαγγελιζόταν την ανάσταση της ζωής μέσα από τον έρωτα. Ο λόγος της , πλατάγισμα ευφρόσυνης σημαίας μέσα στη σκοτεινιά της σκλαβιάς, θύμιζε ότι τίποτα δεν αφανίζει την ζωή οριστικά όσο η λησμονιά κι ο παραμερισμός του έρωτα [9]

Στο άλλο ερώτημα, που επανέρχεται  συχνά  στις συνεντεύξεις του ποιητή: Γιατί υπάρχει η μακρυά   εκδοτική σιωπή  ανάμεσα  στην έκδοση της πρώτης  ποιητικής συλλογής  Fuga το 1943 και στην έκδοση της δεύτερης συλλογής Διασπορά  το 1961; ο  Έκτωρ Κακναβάτος πάλι απαντά  πολλαχώς, άμεσα  και έμμεσα.

Σε ένα πρώτο, άμεσο επίπεδο,  απαντά, σε πρώτο πρόσωπο, ότι στα 18 αυτά χρόνια μεσολαβούν η άμεση  συμμετοχή στην αντιφασιστική Αντίσταση, τα χρόνια της εξορίας στα ξερονήσια, οι μετεμφυλιακοί διωγμοί, ο σκληρός αγώνας για επιβίωση με ιδιωτικά φροντιστηριακά μαθήματα, καθώς ο κρατικός αντικομμουνιστικός αυταρχισμός τον αποκλείει κι απαγορεύει τον διορισμό του σαν μαθηματικού στην  Δημόσια Εκπαίδευση.

Προσθέτει, όμως, ότι η  εκδοτική σιωπή δεν  σήμαινε και σιγή της ποιητικής του φωνής και δημιουργίας. Συνέχιζε να γράφει ποιήματα. Έτσι,  όταν μετά από χρόνια  συναντιέται ξανά  στους δρόμους της Αθήνας με τον παλιό στενό φίλο του της Κατοχής Δ. Ν. Παπαδίτσα και τον Ε.Χ. Γονατά και τον ρωτούνε εάν  γράφει ακόμα ποιήματα, βγάζει από τις τσέπες του   χειρόγραφα και τους  τα δίνει. Παπαδίτσας και Γονατάς τα εκδίδουν στην Πρώτη Ύλη το 1961 ως την συλλογή Διασπορά και τα αντίτυπα τα στέλνουν στον Κακναβάτο στην Σύρο που δούλευε στο φροντιστήριο, μέσα σε μια  κούτα  από κονσέρβες . Ξαναρχίζει, έτσι,  η δημόσια παρουσία του στα γράμματα και η  μακριά εκδοτική  διαδρομή με σταθμούς τις εκδόσεις Κείμενα του αξέχαστου  Φίλιππου Βλάχου και την Άγρα του Σταύρου Πετσόπουλου.

Στα χρόνια, όμως, της αναγκαστικής εκδοτικής σιωπής και της αφανούς ποιητικής δημιουργίας, όταν η Τέχνη του βρίσκονταν κι  αυτή  σε “ βαβυλώνια αιχμαλωσία”  – για να χρησιμοποιήσουμε την βιβλικής χροιάς έκφραση του Τρότσκυ  για τους διωγμούς της Τέχνης και των καλλιτεχνών στα χρόνια του μεσοπολέμου-  ο Έκτωρ Κακναβάτος στοχάστηκε βαθειά όχι μόνο την επιβαλλόμενη από έξω  ρήξη αλλά και την ακατάλυτη εσωτερική  σχέση ανάμεσα στην Σιωπή και στον Λόγο. Την Σιωπή  σαν την  άβυσσο απ’ όπου αναδύεται ο Λόγος και ο Λόγος  σαν κόμβος  της Σιωπής.

Η προβληματική της Σιωπής και του Λόγου , γέννημα των χρόνων της σκληρής  δοκιμασίας μέσα στην Ιστορία,  αναπτύχθηκε και ανθοφόρησε  στα μεταγενέστερα έργα του Κακναβάτου. Ιδιαίτερη αξία και προσοχή  απαιτεί το θεωρητικό-κριτικό  κείμενο  ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΕΛΥΤΗΣ   Για το Πώς με τι γίνεται τρόπο να φανερωθεί “το μη γενόμενον” [10] Επικεντρώνεται, στην τελευταία  συλλογή του Ελύτη Τα ελεγεία της Οξώπετρας[11], όπου κατά τον Κακναβάτο ακούγεται πάλι “ο υπερρεαλιστικός τέττιξ”,  και μάλιστα στο υπέροχο ποίημα La Pallida Morte (Ο Χλομός Θάνατος)[12], με κέντρο του βάρους τους στίχους

 

                          Ώ και άν έχω! Αλλά πώς  με τί

Γίνεται τρόπο να φανερωθεί το “μη λεγόμενο” [13]

 

         “ Το επιφώνημα /στεναγμός “ώ και αν έχω” που κλείνει με ένα εμφαντικό θαυμαστικό” γράφει ο Κακναβάτος “ σίγουρα αναφέρεται στον πιο πάνω στίχο, όπου ακούγεται η επικλητική δέηση του εκκλησιαστικού λόγου; “υπέρ ων  έκαστος κατά διάνοιαν έχει…”  Ώ, και άν έχω! Ψελλίζει  στη συνέχεια ο ποιητής. Κι έχει, το ξέρομε, πάρα πολλά κατά διάνοιαν, πολλά και ασφαλώς πολύτιμα. Που κάποια μηνύματα μερικών από δαύτα και όχι όλων, βρίσκοντας πού και πού περάσματα ανάμεσα επιχώσεων και σωρειτών στοχασμού και σιωπής, πιδακίζουνε  ίσαμε την επιφάνεια του λόγου, στη γλώσσα την δική του βέβαια…[14]

Αναπτύσσοντας τους συλλογισμούς του ο Έκτωρ Κακναβάτος, αναζητώντας και την συνδρομή της επιστημονικής και συνάμα ποιητικής σκέψης του Γιώργου Χειμωνά, οδηγείται  στην αναζήτηση μιας  διαλεκτικής που να ξεπερνά  τα όρια Λόγου και Σιωπής:

“ …. στο χείλος της αβύσσου που άγλωσση φωλιάζει μέσα μας, ν’ ακούσουμε  το συριγμό που πάει σβήνοντας καθώς ο Χρόνος γκρεμίζεται εντός της και την ηχώ που που στέλνουν από απέναντι οι οροσειρές του Θανάτου. […] αν είναι να βρεθεί απάντηση, ίσως βρεθεί έξω από την γλώσσα, και πιο πέρα ακόμα: έξω από την λογόσφαιρα προς την έρημο κι απαιτεί τέτοιους Μυστικούς που ν’ αντέχουνε την έρημο και την άλεκτη “λαλιά” της μα που γι’ αυτούς  η σιωπή είναι λαλέουσα [15]

Τέτοιους Μυστικούς  πέραν του μυστικισμού βρίσκει ο Έκτωρ Κακναβάτος  στο πρόσωπο του Ανδρέα Εμπειρίκου και του Οδυσσέα Ελύτη.

Παραθέτει πρώτα από τα Πουλιά του Αμαζονίου του Εμπειρίκου

 

Παρομοιάζουν την σιγή με βράχο

κι όμως ανθούν στην κορυφή της

τα στίφη της ζωής και του θανάτου

 

και καταλήγει με  βαρυσήμαντους στίχους από την La Pallida Morte  του Ελύτη, αρχίζοντας  με τους πιο καίριους, συνομιλώντας και  παρεμβαίνοντας, όμως, ο ίδιος ο Κακναβάτος,  με δικούς του  αξιοπρόσεκτους στοχασμούς και παραλλαγές.

 

   … άφωνος μένει ο άνθρωπος και μόνον η Ψυχή. Αυτή σαν μητέρα  νεοσσών κάνει φτερούγα όπου κίνδυνος ΄η συνάζουσα λίγα ψίχουλα γαλήνης μέσα από τις καταιγίδες του νου, έτσι που αύριο μεθαύριο,όταν καταλαγιάζει η μπόρα, κείνα που κατά διάνοιαν έχεις, με άλλο καινούργιο στιλπνό πτίλωμα να ανοιχτούνε  στους αιθέρες , ίσως σ’ άλλη γλώσσα αμίλητη.[16]

 

         Τα ψίχουλα  γαλήνης που συνάζει η Ψυχή με την Ποίηση in dürftiger Zeit, σε καιρούς στερημένους, μέσα σε καταιγίδες ,  προνοούν  τον  τρόπο να φανερωθεί το “μη λεγόμενο”, κείνα που κατά διάνοιαν έχεις.

      Ίσως σ’ άλλη γλώσσα αμίλητη, μας λέει ο ο ποιητής Έκτωρ  Κακναβάτος, με απολλώνια επίνοια των Επερχομένων.

 

 

5 Μαΐου 2026

Γενέθλιον Karl Marx      

[1] Jacques Derrida  Spectres de Marx, Galilée 1993. σ. 71

[2]Έκτωρ Κακναβάτος, Ράτσα Υψικάμινου Έκτωρ Κακναβάτος σε πρώτο πρόσωπο , Θεωρητικά και Κριτικά Κείμενα, Άγρα 2026  σελ. 9

[3]Όπ. π.    σ.145

[4]Όπ.π.   σσ143-144

[5]όπ. π.   σσ. 156-160

[6]όπ.  π.   σ.156

[7]Πλάτων, Φαίδρος 265 Α-Β

[8] Ράτσα Υψικάμινου… όπ.  π.  σσ. 335-339

[9] όπ.  π.  σσ. 335- 336

[10]όπ.  π.   σσ 318-327.

[11]   Οδυσσέας Ελύτης  Τα ελεγεία της Οξώπετρας  Ίκαρος 1991

[12]όπ. π. σσ. 18-19

[13]όπ. σ. 18

[14]Ράτσα υψικάμινου…  όπ.  π.   σσ. 319

[15]όπ. π.    σ.326

[16]Ράτσα υψικάμινου όπ. π   σ. 327  Οι παρεμβάσεις  του Κακναβάτου  με bold στις  λέξεις που προσθέτει. Για τις αλλαγές στην σειρά  των λέξεων του παραθέματος παράβαλε με Τα ελεγεία της Οξώπετρας  όπ. π.   σ. 19

 

(*) Ομιλία στην παρουσίαση του βιβλίου Έκτωρ Κακναβάτος,  ΡΑΤΣΑ ΥΨΙΚΑΜΙΝΟΥ- Ο ΕΚΤΩΡ ΚΑΚΝΑΒΑΤΟΣ ΣΕ ΠΡΩΤΟ ΠΡΟΣΩΠΟ και ΘΕΩΡΗΤΙΚΑ-ΚΡΙΤΙΚΑ ΚΕΊΜΕΝΑ  ( Άγρα 2026) Διεθνής Έκθεση Βιβλίου , Θεσσαλονίκη, 10 Μαΐου 2026

 

 

Έκτωρ Κακναβάτος, Ράτσα Υψικάμινου Έκτωρ Κακναβάτος σε πρώτο πρόσωπο , Θεωρητικά και Κριτικά Κείμενα, Άγρα 2026

Προηγούμενο άρθροΟ ιταλοθρεμμένος ελληνόγλωσσος ποιητής (και μεταφραστής) Κάλβος (του Ευριπίδη Γαραντούδη)
Επόμενο άρθροΤο δώρο του Αναγνώστη

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ