διήγημα της Νάγιας Ξενάκη
“I’m central to nowhere… Thinking of sweeping it clean… When we choose to go we’re losing more …Than just our surroundings…” .
Το ξυπνητήρι χτύπησε στις 7 παρά 5 όπως κάθε μέρα. Ο Άρης σηκώθηκε αμέσως. Συνολικά εκείνη την εβδομάδα είχε κοιμηθεί 20 ώρες. Είχε εκπαιδεύσει όμως το εαυτό του να ξυπνάει με το πρώτο ξυπνητήρι ακόμα κι όταν κοιμόταν ελάχιστα. Έκατσε στην άκρη του κρεβατιού για μια στιγμή ασάλευτος κοιτώντας τον απέναντι τοίχο που ήταν κρεμασμένο ένα κάδρο το οποίο απεικόνιζε μια δασική περιοχή στην Λατινική Αμερική. Έκλεισε τον Frusciante και κατευθύνθηκε προς την κουζίνα. Είχε χρόνια να αλλάξει αυτόν ήχο. Τον έχει κρατήσει από τον καιρό που σπούδαζε γιατί ήταν το μόνο τραγούδι που άκουγε μες τον βαθύ του ύπνο, οπότε δεν τόλμαγε να το αλλάξει. Έτσι όπως πάω σε λίγο δεν θα χρειάζομαι ξυπνητήρι. Αν δεν κοιμάμαι… Αναστέναξε και άνοιξε ένα μαύρο ποτήρι θερμός, έριξε 2 κουταλιές καφέ, 3 παγάκια και βγήκε στο μπαλκόνι να τον χτυπήσει. Τον διασκέδαζε να βλέπει τα περιστέρια να τινάζονται στον αέρα σαν ψίχουλα στην πρωινή υγρασία από το ήχο της πρόσκρουσης που έκαναν τα παγάκια στα τοιχώματα του ποτηριού. Ο Άρης μένει σε ένα τριάρι μόνος του κοντά στην λεωφόρο Συγγρού πάνω από μία αντιπροσωπία αυτοκινήτων. Η αντιπροσωπία άνοιγε στις 9 οπότε ήταν ακόμα ήσυχα στην γειτονιά κι είχε χρόνο να παίξει με τα περιστέρια. Έβαλε ένα μπλε καλαμάκι στον καφέ του και έκατσε στο μπαλκόνι κι άρχισε να διαβάζει ένα βιβλίο του Πεσσόα. Του το ‘χε χαρίσει ο φίλος του ο Σπύρος. “ Φίλε, αυτός ο τύπος θα σου ανατινάξει το μυαλό!” του είχε πει. Δεν καταλάβαινε ακόμα γιατί αλλά είχε του είχε εμπιστοσύνη. Η ώρα είχε πάει 8 οπότε άφησε ένα όνειρο του Πεσσόα στη μέση και σηκώθηκε να ντυθεί για την δουλειά. Είχαν απεργία σήμερα τα μέσα μεταφοράς κι έτσι αναγκαστικά έπρεπε να πάρει το αμάξι. Αναστέναξε στην σκέψη. Την τελευταία φορά που πήρε το αμάξι για να ανέβει στο κέντρο χρειάστηκε μία ώρα για να βρει να παρκάρει. Δεν έχει και πάρκινγκ το Βαλλιάνειο Μέγαρο,σκέφτηκε, λες γι’ αυτό να μεταφέρανε την βιβλιοθήκη στο ίδρυμα του Σταύρου; Άναψε ένα τσιγάρο και μπήκε στο αυτοκίνητο. Συνειδητοποίησε ότι τον έκοβε το τζιν που φορούσε, είχε πάρει 2-3 κιλά πρόσφατα και πολλά ρούχα του δεν του έκαναν. Αυτή η καινούρια πιτσαρία στο Κουκάκι θα έφταιγε. Την φόρμα εργασίας την φορούσε πάντα αφότου έφτανε στην δουλειά. Είχε ένα απροσδιόριστο αίσθημα ντροπής για την τη φόρμα εργασίας. Στα Γιάννενα δεν είχε πρόβλημα αλλά στην Αθήνα δεν του έβγαινε. Ευτυχώς βρήκε γρήγορα κάπου ν’ αφήσει το αμάξι κάπου χαμηλά στην Ασκληπιού και κατευθύνθηκε προς την παλιά εθνική βιβλιοθήκη του Βαλλιάνειου Μεγάρου της οδού Πανεπιστημίου. Είχε ξεκινήσει ένα πρόγραμμα αποκατάστασης του χώρου και ο Άρης συμμετείχε στις εργασίες ως ειδικός συντηρητής της φατνωματικής οροφής. Το έργο αναμένεται να ολοκληρωθεί στις αρχές του νέου έτους. Οι δρόμοι ήταν στολισμένοι με χριστουγεννιάτικα λαμπάκια. Καλές γιορτές! Τι ωραία ευχή… Οι γιορτές σήμαιναν γι αυτόν ταξίδι μακριά από την πόλη, θα έμπαινε το αμάξι του και θα πήγαινε σε μέρη που θα είχαν άπειρο χώρο για παρκάρισμα.
Ανέβηκε τις σκάλες από την δεξιά πλευρά, κοντοστάθηκε στο τελευταίο σκαλί και γύρισε για μια στιγμή το κεφάλι του να κοιτάξει τον δρόμο. Άνθρωποι με γιορτινή διάθεση σαν έχουν καταπιεί κάποιο χριστουγεννιάτικο σουξέ περπατούσαν γρήγορα γεμίζοντας τις χριστουγεννιάτικες βιτρίνες με τα αστραφτερά ρούχα. Μια καταναλωτική ευθυμία κατέκλυζε τα πεζοδρόμια. Αυτή η ατμόσφαιρα ήταν πολύ πολύ ενοχλητική για τον Άρη. Ένιωσε ένα θολό αίσθημα συμπόνιας αλλά και οίκτου για εκείνους, το οποίο μεταφράστηκε σε ένα ανεπαίσθητο μούδιασμα στο μπροστινό του κρανίου του. Είμαστε όλοι μόνοι, δεν περιμένουμε κανέναν και δεν μας περιμένει κανείς. Τι τρέχουν να προλάβουν; Πρόσεξε μια γυναίκα που περπατούσε αργά στην πλατεία της βιβλιοθήκης. Φορούσε ένα μακρύ μαύρο φόρεμα, ήταν ψηλή και νέα. Τα μαλλιά της ήταν καστανά και μακριά. Γύρω από το πρόσωπό της οι μπροστινές τούφες σχημάτιζαν καμπύλες ευγενικών κυμάτων που της έδιναν μια μοναδική γλυκύτητα. Οι πρωινές ακτίνες έπεφταν πάνω στο μάγουλο της δημιουργώντας την εντύπωση ενός φωτεινού πυρήνα. Σαν το όνειρο μιας μαύρης τρύπας να είχε καρφωθεί στο δέρμα αυτής της γυναίκας αντανακλώντας όλη τη μελαγχολία του διαστήματος. Θυμήθηκε μία ταινία που είχε δει πρόσφατα. Αρχικά του είχε περάσει αδιάφορη όμως στη συνέχεια με κάθε ευκαιρία επανερχόταν στο μυαλό του. “Ελληνική φιλμογραφία, εξόριστος στην κεντρική λεωφόρο. Αστεία και πολύ βάρβαρη. Σκληρή διανόηση και τρυφεράδα. Δες την σου λέω και θα με θυμηθείς. Κώστας Ζερβός , μεγάλος τύπος” την είχε προτείνει πάλι ο φίλος του που δούλευε τα Σαββατοκύριακα στο σινεμά στην λεωφόρο Συγγρού, ο Σπύρος. Πόσα πράγματα του είχε πει αυτός ο άνθρωπος. Καμία φορά αναρωτιόταν γιατί αυτός ο άντρας έκανε παρέα μαζί του. Ο Άρης άκουγε προσεκτικά αλλά σπάνια μιλούσε. Μάλλον όλοι έχουν ανάγκη από έναν θεατή. Κάποια στιγμή θα βαρεθεί κι αυτός. Δεν είναι η πρώτη φορά. Μοιάζω πολύ τελικά με αυτόν τον τύπο στην ταινία. Αλλά εγώ φαίνεται γεννήθηκα άδειος. Αλλά κι αυτή η γυναίκα μοιάζει πολύ στην… πως την λέγανε; Έστριψε στην γωνία. Ο Άρης κοίταξε το σκισμένο του τζιν και μπήκε γρήγορα μέσα στην βιβλιοθήκη να ξεκινήσει την δουλειά. Η διαδικασία της επισκευής είχε αρχίσει δύο βδομάδες τώρα. Το σχέδιο ολοκληρωνόταν με ταχείς ρυθμούς. Του άρεσε η δουλειά του. Ήταν καθήκον του να συντηρεί το παρελθόν, να το κρατήσει ζωντανό, να μην πεθάνει η προέλευση μας, αυτή η μήτρα του κόσμου. “Θα πας πουθενά τις γιορτές” τον ρώτησε ο Χάρης ένας νεαρός συνάδελφος του όσο τελειοποιούσε ένα μαύρο αστέρι στην οροφή. “Θα κάνω ένα road trip στα γύρω χωριά κοντά στα Γιάννενα”. “Είναι πολύ όμορφα εκεί πάνω, είχα πάει κι εγώ μικρότερος όταν είχα μια γκόμενα βορειοελλαδίτισσα, αλλά έμπλεξα εδώ με τις δουλειές και με παράτησε”. Ο Άρης έγνεψε καταφατικά και συνέχισε την δουλειά του. Η συζήτηση τον αποσπά από το βάψιμο και αυτή η δουλειά απαιτεί μεγάλη προσοχή στη λεπτομέρεια. “Μόνος σου θα πας;” συνέχισε ο Χάρης κάπως ενοχλημένος με την σιωπή του συναδέλφού του. Ο Άρης εκείνη την ώρα είχε βυθίσει την προσοχή του στις κόκκινες σταγόνες, οι οποίες τον δυσκόλευαν περισσότερο λόγω της κεκλιμένης επιφάνειας. Ταράχτηκε από την φωνή του Χάρη με αποτέλεσμα να τιναχτεί απότομα το χέρι του και να ρίξει όλη την κόκκινη μπογιά στο κεντρικό χώρο του αναγνωστηρίου. Έκλεισε για λίγα δευτερόλεπτα τα μάτια του σε μια προσπάθεια να καταπιεί τον θυμό του. Μέσα στο σκοτάδι θυμήθηκε τη μαυροντυμένη γυναίκα που είδε το πρωί έξω από την βιβλιοθήκη και χαμογέλασε. Χωρίς να πει λέξη, με τον Χάρη να τον κοιτάει μαρμαρωμένος, κατέβηκε από την ψηλή σκάλα και κατευθύνθηκε προς το σημείο που είχε πέσει η μπογιά. “Γαμημένε…” ψέλλισε και με όλη την ψυχραιμία που είχε επιστρατεύσει άρχισε να καθαρίζει τη ζημιά γνωρίζοντας ότι θα του έπαιρνε όλη τη μέρα. Είχε λερώσει τα πάντα. Το γραφείο, το πάτωμα, δύο λαμπατέρ, μέχρι και σε κάποια συρτάρια είχε μπει η μπογιά, τα οποία ήταν ανοιχτά.. Εκεί στη μέση, ανάμεσα στους εργάτες και τους επιθεωρητές, στους φεγγίτες, στις παλιές εφημερίδες, στα βιβλία, στις μαρμάρινες κολώνες, στα αναλόγια ο Άρης βρέθηκε μπροστά σε μία ανακάλυψη. Μέσα σε ένα συρτάρι ενός ξύλινου γραφείου που τώρα καθάριζε από τη κόκκινη μπογιά βρήκε μια καρτ ποστάλ. Παρατήρησε πως είχε πάνω της την φωτογραφία μιας νέας γυναίκας. Ήταν ίδια με την γυναίκα που είδε έξω το πρωί! Ίδια με την ηθοποιό στον εξόριστο! Ολόιδια. Κοίταξε με δύο κοφτές κινήσεις του κεφαλιού γύρω του ελέγχοντας τον χώρο και την έχωσε γρήγορα στην τσέπη της φόρμας εργασίας του. Συνέχισε να καθαρίζει την κόκκινη μπογιά ενώ το μυαλό του επέπλεε σε μια θάλασσα από ερωτηματικά. Τι μου συμβαίνει;
Η ώρα ήταν 5 το απόγευμα. Ήταν η ώρα που ο Άρης τελείωνε την δουλειά. Βγήκε από την βιβλιοθήκη και στάθηκε στην πρόσοψη του κτιρίου. Το έκανε κάθε απόγευμα. Μια συνήθεια που δεν μπόρεσε να αποχωριστεί από τα παιδικά του χρόνια. Όταν περίμενε τον ήλιο να φύγει από τη βεράντα του σπιτιού του. Ενώ από πίσω άκουγε τα δάχτυλα της μητέρας του να χαιδεύουν τα πλήκτρα του πιάνου. Ο ήλιος είχε αλλάξει στρατόπεδο, ήταν στη δύση του. Όλος ο ουρανός είχε μετατραπεί σε ροζ και πορτοκαλί πέπλο που απλωνόταν με όλη τη θαλπωρή που του έχει απομείνει στις τελευταίες μέρες του χρόνου. Ο Άρης ένιωθε την ζέστη του ήλιου το μετωπό του. Έμεινε στο μπαλκόνι εκεί ακίνητος μέχρι οι πορτοκαλί ακτίνες του ήλιου να διαπεράσουν τις κόρες των ματιών του και να διαλύσουν το μούδιασμα που φώλιαζε στο κρανίο του. Οι άνθρωποι σταματούσαν να θαυμάσουν τον χειμερινό ουρανό και τα πρόσωπά τους έπαιρναν το πύρινο χρώμα της δύσης. Έπειτα συνέχιζαν την πορεία τους προς διάφορες κατευθύνσεις.
Πέρασε την Ακαδημία Αθηνών σχεδόν τρέχοντας και κοιτώντας χαμηλά το δρόμο. Μπήκε στο αμάξι του, έκλεισε την πόρτα με δύναμη και έβγαλε την καρτ ποστάλ από την τσέπη του. Οι τελευταίες ακτίνες του ήλιο έπεσαν πάνω στο πρόσωπο της γυναίκας της φωτογραφίας. Πήρε μια ανάσα και άρχισε να διαβάζει. “Κανείς δεν ένιωθε το άρωμα από τη σκοτεινή μαγνόλια της κοιλιάς σου- Federico Garcia Lorca. Δεν σε έχω ξεχάσει. Γύρισα. Έχω σκοπό να μείνω για καιρό. Προς το παρόν με φιλοξενούν κάτι φίλοι, αλλά έχω βρει ένα ωραίο σπίτι στο Κολωνάκι και σύντομα θα μετακομίσω. Θέλω να σε δω. Η παρέα διαλύθηκε. Είναι δύσκολα χρόνια. Μην με τιμωρήσεις. Συγγνώμη που εξαφανίστηκα. Δεν μπορούσα να κάνω αλλιώς. Το ξέρεις. Όμως τώρα γύρισα. Έχω γράψει κάτι που θα σε ενδιαφέρει. Πρέπει να το διαβάσεις. Οπωσδήποτε. Δεν είναι ασφαλές να το δώσω αλλού. Σε χρειάζομαι. Χρειαζόμαστε την βοήθεια σου. Δεν είμαι μόνη. Θα σε περιμένω στο σπίτι στην οδό Ξά—, Αθήνα, 1968. Δικιά σου Μ. ” η φωτογραφία της όμορφης γυναίκας σαν υστερόγραφο ολοκλήρωνε το γράμμα. Έμοιαζε τόσο με την γυναίκα που είδε το πρωί που για μια στιγμή αναρωτήθηκε αν είχε δει κάποιο φάντασμα. Αν υπήρξε ποτέ αυτή η γυναίκα ή ήταν αποκύημα της φαντασίας του. Θα αρχίζω να τρελαίνομαι μου φαίνεται. Δεν γίνεται όλες οι γυναίκες να μοιάζουν με μία. Αυτή στην φωτογραφία έχει κοντά μαλλιά. Η γυναίκα που είδε το πρωί στο βιβλιοθήκη είχε μακρυά. Ντάξει μακραίνουν τα μαλλιά αλλά έχουν περάσει και τόσα χρόνια δεν γίνεται να έχει μείνει ίδια. Η γυναίκα στην ταινία, πως την λέγανε, κι αυτή μακριά μαλλιά είχε. Αλλά πιο αδύνατη. Μα δεν είναι τα μαλλιά μωρέ, ούτε τα κιλά. Μοιάζουν όμως τόσο πολύ, το πρόσωπο, η έκφραση τους είναι ολόιδια. Κάποιος μου κάνει πλάκα εδώ πέρα. Και οι τρεις έχουνε την ίδια ομορφιά. Μια ομορφιά που μοιάζει σαν να μην σβήνει ποτέ αλλά χάνεται στη στιγμή. Δεν μπορώ να βγάλω άκρη μόνος μου. Ο Σπύρος θα μου πει που ξέρει από αυτά. Απ’ όλα ξέρει. Χρειάζομαι τον Σπύρο. Τόσα ξέρει αυτός. Θα μου βγάλει την διάγνωση και θα γυρίσω σπίτι μου ήρεμος μετά. Θα μου πει ότι τρελάθηκα. Εγώ θα του δώσω δίκιο, όπως πάντα, χωρίς να φέρω αντίρρηση και θα γυρίσω σπίτι μου να δω ωραία όνειρα, να κοιμηθώ και λίγο επιτέλους. Θεέ μου κάνε να κοιμηθώ! Εξάλλου αυτός μου είπε να δω τον Εξόριστο. Από κει άρχισαν όλα όπως φαίνεται.
Έβαλε μπρος και ξεκίνησε για να βρει τον Σπύρο. Ο ήλιος είχε πέσει για τα καλά και η πόλη είχε βυθιστεί σε ένα βαθύ μπλε.
Μπήκε κατεβαίνοντας τρέχοντας με ορμή τη σκάλα του σινεμά για να φτάσει στο μπαρ. Πέταξε το σώμα του πάνω στο μπαρ σαν τσουβάλι. Η μπύρα που κρατούσε ο Σπύρος χύθηκε η μισή πάνω στην μπάρα. “Τι έπαθες αγόρι μου; Σε πείραξε κανένα ρημάδι;” Ο Σπύρος είχε τον τρόπο του να μιλάει. “ Η ρημαδοταινία σου με πείραξε. Κυριολεκτικά, σου λέω, πείραξε το νου μου, το μυαλό μου , τα ‘χω χάσει” ο Σπύρος το κοίταξε και δύο δευτερόλεπτα μετά έσκασε στα γέλια. “ Γι αυτό είναι οι ταινίες αγόρι μου για να τα χάνεις. Αλλά εσύ δεν τα βρήκες ποτέ για να τα χάσεις ομορφάντρα μου. Τι να σε κάνουμε όμως. Είσαι ωραίος τύπος. Να ξέρεις όμως ότι οι ταινίες σώζουνε τον κόσμο, δεν τον χαλάνε. Τα χάνεις για να τα βρεις καλύτερα. Μην κοιτάς που τα λαμόγια κλείνουν τα σινεμά και τους βάζουν λουκέτα για να τα κάνουν ξενοδοχεία να χεζοτρώνε οι τουρίστες τους. Αν ήταν στο χέρι μου θα γέμιζα την πόλη με σινεμά και σκηνές θεάτρου. Κάθε στενό θα είχε και το σινεμά του, μια μπυραρία για συζήτηση βαθιά αυστηρά και…”
-Άσε τις εξυπνάδες τώρα. Μόνο εσύ μπορείς να με βοηθήσεις. Δεν έχω κι άλλον. Έχεις χρόνο ;
– Πάντα στις υπηρεσίες σας μεσιέ. Πως μπορώ να σας βοηθήσω; Οι ερευνητική μου μύτη οσμίζεται γυναίκα.
– Μπράβο μπράβο! Ξέρω εγώ από ποιον ζητάω βοήθεια.
-Για πες. Ποια κατάφερε να σε βγάλει από το κελί σου ;
– Ποιο κελί μου; Καμία. Σου είπα η ταινία σου, ο εξόριστος τα έκανε όλα.
– Δεν καταλαβαίνω. Τα χεις πάθει με την ηθοποιό;
– Την βλέπω παντού. Σήμερα το πρωί…
Ο Άρης του διηγήθηκε με λεπτομέρειες όλα τα γεγονότα της μέρας ένα προς ένα.
…Κι έτσι έφτασα εδώ. Δεν γίνεται να είναι παντού. Χαμηλώνοντας την φωνή του και σκύβοντας στο αυτί του Σπύρου. Λες να μου έχεις λασκάρει καμιά βίδα, λες να τρελαίνομαι;
Ο Σπύρος τον κοίταξε ατάραχος για δύο δευτερόλεπτα και μετά έριξε το γνωστό δυνατό γέλιο του.
Πολύ σε πάω εσένα. Μπορεί να μην μιλάς πολύ αλλά όταν μιλάς… Βρε τον Εξόριστο ζημιά που μας έκανε… Τι να χεις πάθει ρε Άρη; Το γνωστό σε όλους μας σύμπτωμα. Οξεία καυλίτιδα. Σου έχω πει τόσες φορές δεν θα την βγάλεις καθαρή αν συνεχίσεις έτσι. Ο άνθρωπος δεν είναι φτιαγμένος να ζει μόνο με το κουφάρι του. Όσο ρεμάλι κι να ναι. Δεν γίνεται να βγαίνεις από το σπίτι μόνο για να έρχεσαι εδώ και να πηγαίνεις στην δουλειά. Και είσαι τυχερός. Εγώ είμαι και γαμώ της παρέες. Αλλά αν πάθω τίποτα. Χτύπα μπάρα… Τι θα κάνεις εσύ ε; Και τέλος πάντων δεν φτάνω μόνο εγώ .Μια γυναίκα θες. Αυτό είναι όλο. Και μάλλον μια γυναίκα που να μοιάζει με την κυρία στην καρτ ποστάλ σου. Γέλασε πάλι με το γνωστό γέλιο του.
Ο Άρης είχε γίνει κόκκινος από τον θυμό του. Δεν περίμενε να του μιλήσει έτσι.
Εγώ σου μιλάω σοβαρά και εσύ καυλαντίζεις μαλάκα. Φεύγω πάω μια βόλτα!
***
Εκείνο το βράδυ ο Άρης δεν κοιμήθηκε καθόλου. Έμεινε στο σαλόνι του σπιτιού του κοιτάζοντας την γυναίκα της φωτογραφίας διαβάζοντας και ξαναδιαβάζοντας το γράμμα, γεμίζοντας ανά τακτά χρονικά διαστήματα το μοναδικό γυάλινο ποτήρι του σπιτιού του με κόκκινο κρασί.
Μια απλή σύμπτωση είναι. Συμβαίνουν αυτά. Έχω και μέρες να κοιμηθώ καλά. Πόσο ν’ αντέξει ο άνθρωπος; Σταμάτησε να διαβάζει το γράμμα και πλέον κοίταζε μόνο την φωτογραφία. Μήπως όλο αυτό είναι ένα μακρόσυρτο όνειρο που βλέπω ενώ έχω λιποθυμήσει σε κάποια στοά του κέντρου από την αϋπνία; Ναι αυτό είναι μια σοβαρή εξήγηση. Τσίμπησε δυο τρεις φορές το μάγουλο του αλλά τίποτα. Ένιωθε γελοίος. Γιατί θύμωσε τόσο πολύ με τον Σπύρο; Τόσες φορές του τα ‘χει πει αυτά τώρα θυμήθηκε να παρεξηγηθεί; Κοίταξε πάλι την φωτογραφία. Τι πανέμορφος άνθρωπος. Γιατί είμαι τόσο μόνος; Ήταν σαν κάτι μέσα του να είχε πεθάνει και να είχε αφήσει χώρο για όλο τον φόβο του κόσμου. Όμως αυτό το απυρόβλητο του φόβου βρισκόταν τώρα σε επισφάλεια. Όλες αυτές οι συμπτώσεις είτε ήταν τρέλα, είτε όνειρο,είτε παιχνίδια της μοίρας είχαν φέρει τον φίλο μας τον Άρη αντιμέτωπο με κάτι πιο τρομακτικό από το κενό μέσα του. Με τον έρωτα.
**
Την επόμενη πήγε στην δουλειά όπως όπως ταλαιπωρημένος από τη αϋπνία ξέχασε το κινητό του στο σπίτι. Όταν τελείωσε στις 5 το απόγευμα η κούραση είχε εξατμιστεί. Βγήκε από την βιβλιοθήκη στο σχόλασμα και κοίταξε τον ουρανό, έπειτα την πλατεία ψάχνοντας την γυναίκα που είδε τις προάλλες. Κάτι πρέπει να κάνω. Αν υπάρχει ένας τρόπος να ξεφύγω από αυτή την μανία που με κατατρώει είναι να την βρω. Είχε τρεις πιθανές εκδοχές της, άρα τρεις επιλογές διαθέσιμες για να αναζητήσει. Την ηθοποιό, την περαστική και την γυναίκα στην φωτογραφία. Κατέληξε πως το πιο σωστό ήταν να πάει με την τρίτη εκδοχή. Την περαστική ήταν κάπως απίθανο να την βρει. Όσον αφορά την ηθοποιό δεν μπορούσε να βρει κάποια καλή δικαιολογία για να κανονίσει συνάντηση μαζί της. Οπότε έμεινε μία επιλογή. Η γυναίκα της φωτογραφίας. Θα την έβρισκε και θα της έδινε την καρτ ποστάλ. Εκείνη θα χαιρόταν για την ευγενική του πράξη,θα τον ευχαριστούσε κι αυτός θα ξέφευγε από αυτήν την παράξενη τρέλα να βλέπει παντού το πρόσωπο της. Με την ελπίδα πως η πραγματικότητα της προχωρημένης ηλικίας της θα τον θεράπευε από την αρρώστια του.
Αυτή τη φόρα δεν πήγε στο αμάξι για να επιστρέψει σπίτι του, χαιρέτησε τον ήλιο και κατευθύνθηκε προς το λόφο. Η αναζήτηση είχε αρχίσει. Δεν ήξερε από που να ξεκινήσει. Δεν είχε καμιά απτή πληροφορία πέραν της ημερομηνίας. Η διεύθυνση είχε σβηστεί εκτός από τα 2 πρώτα γράμματα και τον τόνο στο α και η υπογραφή ήταν απλώς το αρχικό του ονόματος της. Το επίθετο δεν θα μπορούσε να είναι γιατί το γράμμα ήταν πολύ προσωπικό. Ακόμα θα μπορούσε να είναι και κάποιο ψευδώνυμο. Είχε όμως γραμματόσημο, αυτό δεν το είχε προσέξει στην αρχή. Άραγε θα μπορούσε να βγάλει κάποια άκρη με αυτό; Μα πως βρέθηκε αυτή η καρτ ποστάλ σε εκείνο το μέρος; Είναι κάποια σημαντική γυναίκα για την ιστορία αυτή η Μ; Ή απλώς κάποιος το φύτεψε εκεί πριν χρόνια; Είναι δυνατόν να μην την είχαν ανακαλύψει τόσο καιρό; Εκτός αν την έβαλε κάποιος πρόσφατα, κατά την διάρκεια των εργασιών. Ποιος θα έκανε κάτι τέτοιο όμως και για ποιο λόγο; Αυτή η γυναίκα μπορεί να μην ζούσε καν μέχρι σήμερα. Αυτό όμως δεν το σκεφτόταν ο Άρης. Έπρεπε να την βρει , έπρεπε να σωθεί από αυτό το φοβερό αίσθημα. Η φωτογραφία φαινόταν σε καλή κατάσταση. Κι η γυναίκα στην φωτογραφία δεν ήταν η ίδια που έγραψε το γράμμα; Αλλά η κόρη της ή κάποια άγνωστη. Ή μήπως ήταν η παραλήπτης; Στο γράμμα δεν γινόταν ξεκάθαρο αν προοριζόταν για γυναίκα ή άντρα. Όλα αυτά περνούσαν από το μυαλό του Άρη σαν καταιγίδα από χαλάζι που κάθε παγωμένο σφαιρίδιο που τον ακουμπούσε καιγόταν στο δευτερόλεπτο από τη φωτιά που είχε γεννήσει η Μ στις επάλξεις τις σάρκας του. Μέσα στην καταιγίδα του μυαλού του και την ομίχλη της αϋπνίας του ανηφόριζε την Ασκληπιού θολωμένος. Που πήγαινε; Είχε το ακέραιο προαίσθημα πως θα έβρισκε απαντήσεις στο κέντρο της πόλης και όχι στα προάστια. Αφού το γράμμα μιλούσε για το Κολωνάκι ήταν ο μόνη επιλογή να ξεκινήσει από εκεί την έρευνα του. Το γράμμα φανέρωνε έναν άνθρωπο που ήταν μέσα στα πράγματα, σχεδόν έβλεπε σε εκείνη έναν καλλιτέχνη, ίσως κάποια συγγραφέα, έβλεπε παρακμή και εξέγερση. Έβλεπε έναν άνθρωπο που έζησε την ζωή περπατώντας τον δρόμο για το φως. Ελπίζοντας σε κάτι καλύτερο για τον άνθρωπο. Πάντα είναι δύσκολα για αυτούς του ανθρώπους. Το γράμμα ήταν γεμάτο από κοφτές προτάσεις, οι θέσεις των λέξεων που διαδέχονταν η μία την άλλη βρίσκονταν σε σημείο βρασμού, ο γραφικός χαρακτήρας… Η κατάσταση ήταν επείγουσα. Εκείνη την εποχή η χώρα ήταν σε αναταραχή και το κέντρο της Αθήνας ήταν ο πυρήνας της αλλαγής και της ήττας. Όλα αυτά τα ήξερε. Είχε διαβάσει για τα χρόνια της χούντας πριν και μετά , για την πολιτική αστάθεια, για την μεταπολίτευση για την προσπάθεια που έκαναν οι άνθρωποι να βγουν από την καταχνιά του πνεύματος και διεκδικήσουν την ελευθερία να αναζητούν την ομορφιά και την αλήθεια, για την νίκη της δεξιάς…Έστριψε στην Σκουφά και συνέχισε να περπατάει έως ότου έφτασε στην πλατεία Κολωνακίου. Όλα τα μαγαζιά ήταν ανοιχτά λόγω των γιορτών. Κοντοστάθηκε στην πλατεία και έβγαλε την καρτ ποστάλ από την τσέπη του παλτού του. Έπρεπε να οργανώσει την ερευνά του. Την κοίταξε πιο προσεκτικά . Είχε μια σκισμένη άκρη στην αριστερή κάτω γωνία. Η εικόνα της κάρτας ήταν οριζόντια και ήταν μια φωτογραφία μια καφετέριας. Κοίταξε την επιγραφή η οποία έγραφε “Βυζάντιο”. Ήταν σαν να την έβλεπε πρώτη φορά. Η απόφαση να την ψάξει τον είχε κάνει να πάρει πολύ στα σοβαρά τον ρόλο του ερευνητή και όλος ο πανικός είχε μεταμορφωθεί σε μια ψυχρή υπολογιστική λογική. Η έρευνα απαιτούσε διαύγεια και καθαρό μυαλό. Ξαναδιάβασε το γράμμα. Μία επιλογή ήταν να ξεκινήσει με την διεύθυνση. Πήγε να βγάλει το κινητό του να ψάξει για οδούς στην περιοχή που άρχιζαν από Ξ. Θυμήθηκε ότι το είχε αφήσει σπίτι. Οπότε άρχισε να περπατάει με την σκέψη ότι στον πρώτο δρόμο που θα έβρισκε και θα άρχιζε με το επιθυμητό γράμμα θα σταματούσε. Γρήγορα βρέθηκε στην οδό Ξάνθου η οποία βρισκόταν κοντά στην πλατεία. Θα ξεκινούσε από εκεί. Περπάτησε για λίγο και μπήκε στο πιο παλιό μαγαζί που βρήκε, σύμφωνα με την κρίση του. Ήταν ένα κλασσικό κτήριο που στο ισόγειο φιλοξενούσε ένα κατάστημα που πουλούσε γραβάτες. Στην ταμπέλα απέξω έγραφε since 1920. Ο πωλητής ήταν ένα κύριος γύρω στα 70 που ήταν φανερό πως το κατάστημα του άνηκε. Ο Άρης συστήθηκε και σύντομα μπήκε στο θέμα. Του έδειξε την καρτ ποστάλ και τον ρώτησε αν ήξερε το καφέ που απεικονιζόταν. Ο κύριος πωλητής χαμογέλασε και του απάντησε θετικά. Ήταν ένα καφέ-ζαχαροπλαστείο πολύ γνωστό εκείνα τα χρόνια την πλατεία Κολωνακίου. Το ένστικτό του τον είχε οδηγήσει σωστά. Όλη η αφρόκρεμα, ο υπόκοσμος, οι διάσημοι, οι καλλιτέχνες και οι πολιτικοί της Αθήνας σύχναζαν σε αυτά τα τραπέζια. Συζητούσαν, τραγουδούσαν και μάλωναν με τις ώρες ενώ διαμόρφωναν το μέλλον της χώρας. Κάθε καρυδιάς καρύδι είχε περάσει από εκεί. Εκεί μεγαλουργούσε και ο Μπάμπης, ο μετρ και ιδιοκτήτης του μαγαζιού. Από εκείνους ψώνιζε τις γραβάτες του. “Ήταν ένα πολύ σημαντικό στέκι”. “Και τι απέγινε;” ρώτησε ο Άρης. Ο κύριος πωλητής του είπε ότι είχε αλλάξει 2 ιδιοκτήτες από τότε. Τώρα ήταν ένα κυριλέ εστιατόριο με κακό φαγητό και πολύ ακριβές τιμές. Τίποτα το αξιόλογο. Τον ευχαρίστησε και έφυγε κάπως απογοητευμένος για την κατάληξη του Βυζαντίου αλλά χαρούμενος που είχε ξεκινήσει τόσο εύστοχα την αναζήτησή του.
To εστιατόριο που κάποτε στεγαζόταν το Βυζάντιο ήταν όντως κάτι πέρα από αδιάφορο. Ο Άρης όμως αποφάσισε να κάνει μία στάση εκεί να βάλει κάτι στο στόμα του πριν πάει σπίτι για ύπνο. Η ώρα ήταν 7 παρά τέταρτο το απόγευμα αλλά ήδη ήταν πάρα πολύ κουρασμένος. Η πρώτη αλλά μικρή επιτυχία του ήταν αρκετή για να δώσει στο σώμα του το μήνυμα να χαλαρώσει. Έκατσε στο πιο απόμερο τραπέζι και παρήγγειλε μία μακαρονάδα με μπρόκολο και κουκουνάρι. Έβγαλε την καρτ-ποστάλ από την τσέπη του και την άφησε πάνω στο τραπέζι. Ήταν ένα γλυκό χειμωνιάτικο απόγευμα το φουλάρι από κασμίρι αγκάλιαζε το λαιμό του όσο ο ένας ευγενικός αέρας προσπαθούσε να εισχωρήσει στις πτυχώσεις. Ο Άρης θυμήθηκε τα απογεύματα στη αυλή του σπιτιού του όταν ήταν παιδί και επέτρεψε στον εαυτό του να ταξιδέψει για λίγο μέχρι εκεί. Τα μάτια του άρχισαν να κλείνουν και στερέωσε το κεφάλι του στο χέρι του. Τη στιγμή που το σώμα του έφτασε στη φάση ύπνου REM το κεφάλι του γλίστρησε από το χέρι του και προσγειώθηκε απότομα πάνω στο ποτήρι με το νερό. Το νερό χύθηκε πάνω στο τραπέζι βρέχοντας τα ρούχα του και φυσικά την καρτ ποστάλ. Ο Άρης έβγαλε ένα πνιχτό μουγκρητό και σκούπισε γρήγορα το βρεγμένο χαρτί πάνω στα ρούχα του. Ευτυχώς δεν είχε βραχεί αρκετά για να σβηστεί το γράμμα. Με λίγη προσοχή θα στέγνωνε και θα παρέμενε ατόφιο. “Ούτε γάτα ούτε ζημιά” σκέφτηκε ανακουφισμένος σαν το παιδί που επιβεβαιώνει ότι η ζημιά που έκανε δεν θα γίνει γνωστή στους μεγαλύτερους και δεν θα τιμωρηθεί. Όσο φυσούσε την κάρτα για να στεγνώσει λίγο παραπάνω πριν την βάλει στην τσέπη του, είδε πως η μία γωνία της φωτογραφίας είχε ξεκολλήσει. Τον έπιασε πανικός. “ Αν ξεκολλήσει ολόκληρη και παραπέσει κάπου; Μπορεί να τσαλακωθεί ή να σκιστεί ή χειρότερα να χαθεί! Αν γίνει αυτό, χάθηκαν όλα. Θα τρελαθώ τελείως. Δεν μπορώ να το επιτρέψω. Τι θα κάνω; Α! Μία μόνο λύση υπάρχει. Είναι σκληρό όμως. Μα τι ηλίθιος που είμαι… Αν το μάθουν ότι την έχω εγώ; Ποιοι να το μάθουν; Καταστρέφω ένα τόσο σημαντικό έγγραφο. Βλακείες σιγά το σημαντικό έγγραφο. Κανέναν δεν ενδιαφέρει αυτή η κωλοκαρτ-ποστάλ. Μόνο εμένα.” Την τράβηξε και την ξεκόλλησε με μία κίνηση. Οι άνθρωποι από τα διπλανά τραπέζια τον κοιτούσαν με περιέργεια γιατί παρότι καθόταν μακριά, το παραμιλητό του έφτανε μέχρι αυτούς. Η φωτογραφία έγραφε στο πίσω μέρος Σωτήρος 10, Πλάκα 1968. “Ορίστε και η μακαρονάδα. Καλή όρεξη!”
Την επόμενη μέρα δεν είχε δουλειά. Σηκώθηκε πολύ πρωί και έφυγε άρον άρον από το σπίτι του για να πάει στην Πλάκα. Είχε δει ένα παράξενο όνειρο το προηγούμενο βράδυ. Είδε πως ήταν στην πλατφόρμα μιας άδειας πισίνας όπου ο πάτος της ήταν ζωγραφισμένος με δελφίνια και αστέρια σαν αυτά στο Βαλλιάνειο Μέγαρο. Η πλατφόρμα βρισκόταν πολύ ψηλά και ήταν υπό κατάρρευση. Κάθε κίνησή του προκαλούσε την διάλυση της και την έκανε κομμάτια τα οποία αποκολλιόνταν και έπεφταν στο νερό. Οποιαδήποτε κίνηση θα μπορούσε να την καταστρέψει εντελώς και εκείνος να βρεθεί στον άδειο πάτο, στο κενό. Ένας μαυροντυμένος άντρας εμφανίστηκε και άρχισε να τον πυροβολεί μανιωδώς. Εκείνος ξάπλωσε προστατεύοντας το κεφάλι του με τα χέρια του. Όμως δεν ένιωθε φόβο, αντιθέτως ένιωθε μια απίστευτη ανακούφιση. Αυτή η αίσθηση τον ακολούθησε κι αφότου ξύπνησε. Του ήρθε στο μυαλό ένας στίχος από την Έρημη Χώρα την οποία είχε ξαναδιαβάσει πρόσφατα. “Με τα συντρίμμια αυτά στύλωσα τα ερείπια μου
Ωραία, θα σας κανονίσω.” Ήταν ένα όμορφο πρωινό. Μπήκε στο αμάξι έβαλε στο GPS του κινητού του την διεύθυνση Σωτήρος 10, Πλάκα, αυτή τη φορά δεν το ξέχασε σπίτι, και έβαλε μπρος.
Ο ήλιος έλουζε τα φρεσκοβαμμένα αρχοντικά της Πλάκας. Περπατούσε σαγηνευμένος μες την συνοικία, χαρούμενος που ήταν άδεια και μπορούσε όλο αυτό το φως να το έχει για τον εαυτό του. Βρήκε εύκολα την διεύθυνση. Έφτασε μπροστά σε ένα διώροφο σπίτι βαμμένο με ένα απαλό ροζ χρώμα και κυπαρισσί παντζούρια. Το κουδούνι έγραφε Αcropolis Hidesign Apartments. Έφερε το δάχτυλό του κοντά και μετά το κατέβασε απότομα. “Όποιος μένει εδώ σίγουρα δεν μπορεί να με βοηθήσει”. Ο Άρης απογοητεύτηκε, περίμενε να βρει ένα σπίτι με τους κατοίκους του, δεν του είχε περάσει από το μυαλό ότι θα έπεφτε πάνω σε rbnb. Η πόρτα είχε 2 μικρά παράθυρα με διπλό τζάμι. Κόλλησε το κεφάλι του στο τζάμι για να δει αν είναι κανείς μέσα. “Ψάχνετε κάτι;” Ένας άντρας γύρω στα 50 με μπλε σκούρο σακάκι και μαύρα βαθουλωτά μάτια τον ρώτησε. “Μπορώ να σας βοηθήσω;” Ο Άρης απομακρύνθηκε από την πόρτα έδωσε το χέρι του στον άγνωστο άντρα και συστήθηκε. “ Ψάχνω αυτή τη γυναίκα” και του έδειξε την φωτογραφία. “Η διεύθυνση που γράφει από πίσω είναι αυτή ακριβώς που βρίσκεται αυτό το κτήριο. Είστε ο διαχειριστής;” Ο άντρας τον κοίταξε αυστηρά και έπειτα του χαμογέλασε κρύβοντας ένα ασαφές υπονοούμενο. Το είχε αγοράσει πριν 10 χρόνια με σκοπό να το κάνει δωμάτια για βραχυχρόνιες μισθώσεις. Ο ίδιος δούλευε σε μία ναυτιλιακή εταιρία. Δεν γνώριζε πολλά για τους ιδιόκτητες. Μόνο ότι κινούνταν στους καλλιτεχνικούς κύκλους της εποχής του 70’ και υπάρχουν διάφορες ενδιαφέρουσες πληροφορίες για την δραστηριότητά τους. Το είχε ψάξει όταν έφτιαχνε την ιστοσελίδα για τις ενοικιάσεις. Κάποτε μάλιστα είχαν φιλοξενήσει τον Allen Ginsberg εδώ. Αυτό το είχε βάλει και στο site στο κομμάτι της ιστορίας του σπιτιού και της περιοχής. Ο Άρης τον άκουγε με προσοχή. Μέσα του μεγάλωνε ένα κύμα οξείας αηδίας. Το στόμα του άντρα είχε μια μυρωδιά ηλικιωμένης κότας και η βαριά κολόνια του δεν βοηθούσε την κατάσταση. “Μάλιστα” είπε ο Άρης. “Ξέρετε που μπορώ να ψάξω για τους πρώην ιδιοκτήτες;” Το ύφος του ήταν πολύ ψυχρό, κοιτούσε κάτω και τα χείλη του ήταν τόσο σφιγμένα που οι μισές λέξεις τεμαχίστηκαν ανάμεσα στα δόντια του. Επανέλαβε την ερώτησή του προσπαθώντας να ακουστεί αυτή τη φορά. Τα μάτια του ήταν ακόμα καρφωμένα στο πλακόστρωτο. Ο άντρας αποκρίθηκε αμήχανα πως δεν ήξερε κάτι παραπάνω. Έφυγε χωρίς να τον ευχαριστήσει. Το κεφάλι του πήγαινε να σπάσει. Η πρωινή γαλήνη είχε μετατραπεί σε έναν τυφώνα που του ανακάτευε το εσωτερικό του κρανίου. Ο ήλιος είχε ανέβει και στεκόταν τώρα πάνω από το κεφάλι του. Τα κτήρια έμοιαζαν τώρα πιο σκληρά και εγκαταλελειμμένα από τους ανθρώπους. Κάθε τόσο έβλεπε πινακίδες για ενοικιαζόμενα δωμάτια. Ακόμα κανείς δεν υπήρχε στο δρόμο. Μάλλον κανείς δεν έμενε πια εδώ. Ήταν χειμώνας και τα σπίτια ήταν όλα άδεια.
Η ώρα είχε φτάσει 12 το μεσημέρι. Σταμάτησε να πιει ένα καφέ σ’ ένα μικρό μαγαζάκι εκεί κοντά. Έκατσε σε ένα γωνιακό τραπέζι που το έβλεπε ο ήλιος. Έβγαλε το παλτό του και την καρτ ποστάλ από την τσέπη του κι την άφησε πάνω στο τραπέζι. Χθες το βράδυ την είχε κολλήσει ξανά την φωτογραφία πάνω στην κάρτα. Ένιωθε πολύ άσχημα για αυτήν την βεβήλωση οπότε έκανε ότι μπορούσε για να την αποκαταστήσει. Ο καφές ήρθε. Το νερό απιθώθηκε δίπλα στο τασάκι το οποίο ήταν βρόμικο από το προηγούμενο πελάτη. Ένα φύλλο βουκαμβίλιας ήρθε και προσγειώθηκε πάνω στην κάρτα. “Ξέρετε την Μαίρη;” η κυρία που τώρα άφηνε την απόδειξη κάτω από το βρόμικο τασάκι τον κοιτούσε με περιέργεια και ένα φόβο που έκρυβε για αυτόν. Ο Άρης αιφνιδιάστηκε από την ερώτηση οπότε η κυρία έκανε μία ακόμα προσπάθεια “ Ξέρετε την Μαίρη; Ερχόταν εδώ πολύ συχνά”.Ποια Μαίρη λέτε κυρία μου; η φωνή του τον παρεξένεψε, δεν έμοιαζε με την δική του. Λέω για την Μαίρη. Και του έδειξε την φωτογραφία της γυναίκας που τώρα την στόλιζε το φύλλο βουκαμβίλιας. Ο Άρης έμεινε λίγο βουβός να τη κοιτάζει. Το βλέμμα της έγινε πιο μαλακό κι αυτό τον βοήθησε να μιλήσει. Εσείς ξέρετε την Μαίρη; μια ντροπή σαν ανατρίχιασμα άρχιζε να ανεβαίνει από τα παπούτσια του στον αυχένα του χωρίς να ξέρει γιατί. Η γυναίκα πήρε μια βαθιά ανάσα. “Βέβαια! Ερχόταν πολύ συχνά στο μαγαζί. Πάνε πολλά χρόνια όμως. Έχουν αλλάξει πολλά από τότε. Εμείς βαστάμε ακόμα. Τι όμορφη γυναίκα… Καμιά φορά ερχόταν με μια παρέα φίλων 4-5 άτομα αλλά συνήθως ερχόταν μόνη της. Όταν ήταν μόνη της ήταν πολύ ήσυχη και προλαβαίναμε να πούμε και καμιά κουβέντα. Καθόταν κάθε φορά στο τραπεζάκι που κάθεστε εσείς τώρα. Αν ήταν πιασμένο έφευγε. Και μου είχε δώσει το τηλέφωνο στο σπίτι, τότε δεν είχαμε κινητά, και την καλούσα όταν άδειαζε. Είχαμε πολλούς πελάτες με τέτοιες ιδιοτροπίες τότε. Κάποτε μάλιστα…” Η κυρία συνέχισε να μιλάει για αρκετή ώρα μόνη της. Η αφήγηση την είχε συνεπάρει. Άρχιζε να κουνάει τα χέρια της και η φωνή της δυνάμωνε. Κάποια στιγμή όπως ξυπνά κανείς απότομα από ένα όνειρο είπε “ Έμενε εδώ κοντά. Την φιλοξενούσε ένα ζευγάρι. Συγγραφείς. Κι εκείνη έγραφε. Την τελευταία φορά που ήρθε…” Έτρεξε γρήγορα μέσα και γύρισε κρατώντας ένα βιβλίο. “Μου έφερε αυτό. Είχαμε πολύ δουλειά εκείνη τη μέρα και το άφησα στην βιβλιοθήκη. Το ξέχασα μες τις μέρες. Αχ ποτέ μου δεν το διάβασα.” Πρότεινε το χέρι με το βιβλίο στον Άρη. Το πήρε. Το εξώφυλλο ήταν μαύρο και ο τίτλος έγραφε: Η μουσική πριν το τέλος. Ήταν μία συλλογή από ποιήματα όπου υπέγραφε ως Μαίρη. Ο Άρης την ευχαρίστησε όσο πιο θερμά μπορούσε για αυτά που μοιράστηκε μαζί του. Την ρώτησε αν ξέρει που μπορεί να την βρει. Η κυρία έμεινε για λίγο σκεφτική έπειτα έπιασε την καρτ ποστάλ με πολύ προσοχή. Τα μάτια της χάιδευαν τις λέξεις με μία αρχαία τρυφερότητα. Έκανε πολύ ώρα να την διαβάσει. Έπειτα πήρε το βιβλίο και το άνοιξε στην τελευταία σελίδα. Είχε μία αφιέρωση. Σκούπισε την μύτη της με το χέρι της και πήρε μια μισή ανάσα σαν να μην είχε δύναμη να πάρει ολόκληρη. “Λοιπόν αγόρι μου όπως και στο γράμμα κι εδώ η Μαίρη μου ‘χε γράψει ότι θα πάει στο Κολωνάκι, για καλή σου τύχη η διεύθυνση είναι ολόκληρη στην αφιέρωσή μου, όχι όπως στην κάρτα σου. Ποτέ δεν πήγα . Δύσκολα φεύγω εγώ μακρυά από το σπίτι μου. Έχουμε και πολύ δουλειά, όλο και περισσότερη. Κουράστηκα πια. Αν την βρεις πες της χαιρετίσματα από την Μάρθα και ότι μου άρεσε πολύ το βιβλίο της. Θα το διαβάσω σήμερα. Αλλά είμαι σίγουρη ότι θα μου αρέσει. Δεν καταλαβαίνω εγώ πολύ από αυτά αλλά η Μαίρη ήταν χρυσό παιδί. Κι ας μην χαμογελούσε πολύ. Αυτό το κορίτσι πάντα βιαζόταν, κυνηγούσε την κυνηγούσαν, ποτέ δεν κατάλαβα. Πανάθεμα σε. Πως γίναμε έτσι;¨” την φώναξαν από ένα τραπέζι να πάρει παραγγελία.
Πλήρωσε κι έφυγε. Ένιωθε τρομερά κουρασμένος. Τον πλάκωσε μια ερημιά λες και περπατούσε πάνω ερείπια. Στην ζωή μου εγώ είμαι ο εξόριστος… Μονολόγησε
Είχε ξεχάσει πως είναι κανείς να νιώθει μόνος και αυτό να τον πονάει. Έκανε τα πάντα για να μην το σκέφτεται. Η σκληραγώγηση ξεκίνησε από τα παιδικά του χρόνια. Μικρός στο χωριό είχε παρόμοια συναισθήματα αλλά τότε δεν μπορούσε να τα ονομάσει ως μοναξιά. Θυμάται να πλήττει στην βεράντα του σπιτιού του κοιτάζοντας τον ήλιο να πέφτει και έπειτα να τον τρομάζει η παγωμένη σιωπή που ακολουθούσε. Από τότε άρχιζε να χτίζει μια πανοπλία από σκληρό δέρμα γύρω του να τον προστατεύει από αυτό το αίσθημα το τόσο αιχμηρό που έχει ένα παιδί όταν είναι τόσο μόνο. Ποτέ δεν μιλούσανε πολύ στο σπίτι. Οι συζητήσεις του με τους γονείς του περιορίζονταν στα πρακτικά. Κι όσο εκείνος έκανε ότι χρειάζεται χωρίς να δημιουργεί προβλήματα δεν υπήρχε κανένας λόγος για να μιλήσουν. Άρχισε να μην τον ενοχλεί τόσο αυτή ησυχία, είχε γίνει αδιαπέραστη πια η πανοπλία. Για ‘κείνον σήμαινε ότι κάνει σωστά τα πράγματα και πως οι γονείς του είναι ευχαριστημένοι μαζί του. Και αφού δεν πονούσε. Ήταν όλα καλά. Είχε κι αρκετό χρόνο να σκέφτεται και ησυχία για να διαβάζει. Το μόνο που έσπαγε αυτή τη σιωπή ήταν το πιάνο της μητέρας του. Αρχικά αυτό ήταν η καλύτερη στιγμή της ημέρας. Το πιάνο… Στην πορεία και αυτό του περνούσε πια αδιάφορο. Η παρουσία του πιάνου έγινε απλώς μια ακόμη απόδειξη της απουσίας οτιδήποτε άλλου. Όταν τελείωσε το σχολείο θέλησε να φύγει. Η μητέρα του πέθανε τον ίδιο χρόνο, η πρωινή μουσική στο πιάνο σταμάτησε. Η πανοπλία από το σκληρό δέρμα είχε μπει πια μέσα του. Είχε μεταμορφωθεί ολόκληρος ένα χοντρόπετσο κουφάρι. Μια θηριώδης ανάγκη τον ωθούσε να απομακρυνθεί από αυτό το σπίτι χωρίς να ξέρει γιατί. Έφυγε και πήγε στα Γιάννενα. Ο πατέρας του δεν είπε τίποτα. Αλλά εκτός από τον τόπο δεν άλλαξαν και πολλά στις συνήθειές του. Η ησυχία τον ακολουθούσε παντού κι ήταν ευχαριστημένος και ασφαλής. Λίγα χρόνια αργότερα μία παρόμοια ανάγκη φυγής τον οδήγησε στην Αθήνα. Παρότι η Αθήνα κάθε άλλο από ήσυχη είναι, δεν κατάφερε να σπάσει την σιωπή μέσα του, η πανοπλία λειτουργούσε άψογα. Και ήταν πολύ ευχαριστημένος με αυτό.
Τώρα όμως κάτι είχε αλλάξει. Αυτές η γυναίκες που ήταν μία γυναίκα αλλά αυτή η μία γυναίκα ήταν όλες οι γυναίκες ήρθαν και έκαψαν τη φορεμένη σάρκα μέσα του. Μαλάκωσε και τώρα καίγεται.
**
Οι εργασίες στο Βαλλιάνειο Μέγαρο τελείωναν. Είχε σταματήσει να ψάχνει τις τελευταίες μέρες. Η εσωτερική ταραχή του τον είχε εξαντλήσει. Και τα συμπτώματα της εμμονής είχαν μετατραπεί σε ένα αίσθημα θλίψης. Ένα απόγευμα βγαίνοντας από τη βιβλιοθήκη είδε τον ήλιο να πέφτει και τα μάτια του ζεστάθηκαν μέσα στο πορτοκαλί φως όπως εκείνη τη μέρα που βρήκε το γράμμα με την φωτογραφία της γυναίκας που είχε μεταβάλει τη μουσική μέσα του. Αποφάσισε να πάει σε αυτή την διεύθυνση που του είχε δώσει η Κα. Μάρθα. Έπρεπε να τελειώσει επιτέλους αυτή η ιστορία. Να βρει την ησυχία του. Ήθελε να σωθεί από αυτό το τέρας που πάλευε από παιδί. Έφτασε. Ο ουρανός ήταν βαθύ μπλε και τα σύννεφα στράγγιζαν τις τελευταίες τους σταγόνες. Τα φώτα από τα φανάρια και τις ταμπέλες αντανακλούσαν στο βρεγμένο δρόμο κι ο κορεσμός τους είχε την αισθητική μιας σύγχρονης νοσταλγίας. Στην διεύθυνση που του είχε δώσει η Κα Μάρθα βρήκε ένα παλιό κτήριο με κακόγουστη αναπαλαίωση, η δουλειά του τον είχε κάνει να τα παρατηρεί πολύ αυτά, που στέγαζε μια γνωστή αλυσίδα καφέ. Μπήκε μέσα και χωρίς να καλησπερίσει ρώτησε ανόρεχτα το παιδί που έφτιαχνε τους καφέδες αν γνωρίζει την γυναίκα της φωτογραφίας, αν μένει ίσως κάπου εκεί κοντά. Το παιδί, ένα το πολύ 20 χρονών αγόρι με λευκό t-shirt και ένα ελαφρύ ψεύδισμα, του είπε ότι δεν έχει ιδέα, πως αυτή είναι η διεύθυνση που ψάχνει αλλά τώρα είναι ένα καφέ που πουλάει καφέδες κι εκεί δεν υπάρχει καμία Μαίρη. Του έριξε μια άγρια ματιά και γρήγορα βρέθηκε έξω από αυτό το κακόγουστο κατάφωτο Franchise. Μόλις βγήκε ένιωσε μια ανακούφιση που απομακρύνθηκε από αυτό το μέρος, είχε τρομερό θόρυβο. Τι ακούνε επιτέλους αυτοί οι άνθρωποι σήμερα; Η ανακούφιση καθάρισε ένα χώρο μέσα του ο οποίος γρήγορα γέμισε με ένα αίσθημα πυκνής οργής. Θυμήθηκε τη μητέρα του. Η μητέρα μου ποτέ, ποτέ δεν θα άκουγε τέτοιες ανοησίες. Λες για αυτό να τους άφησε; Ήθελε να προλάβει να φύγει πριν έρθει το τέλος της μουσικής; Τον κυρίευσε ένα αίσθημα απόγνωσης. Ποια είναι αυτή η πόλη; Συνειδητοποίησε πως δεν την γνώριζε καθόλου. Πως ζουν οι άνθρωποι εδώ μέσα; Που μένουν; Είναι όλοι τόσο μόνοι όσο αυτός; Τι μουσική ακούνε; Η Μαίρη τι μουσική να άκουγε; Έχει φυλαχτεί η μουσική της σε αυτά τα σπίτια που δεν είναι πια σπίτια; Ο ήχος της φωνής της; Τα ίχνη της τον οδήγησαν στο κενό. Αλλά τα ίχνη είναι εκεί. Στην φωτογραφία και στην κάρτα που κρατάει τώρα στα χέρια του, μέσα στο εικόνα της ταινίας και μέσα του. Στο βιβλίο με τα ποιήματά της και στο βλέμμα της Κα Μάρθας, στο πιάνο της μητέρας του.
Χρειάζεται ένα πότο. Διάλεξε ένα συνοικιακό μπαρ που πήγαινε συχνά μετά την δουλειά. Ήταν το μόνο στο κέντρο που πήγαινε. Του άρεσε γιατί είχε ησυχία, καλή μουσική και ήξερε πολλά πρόσωπα που ερχόντουσαν εκεί συχνά. Αναρωτήθηκε αν θα υπάρχει κι αυτό σε λίγα χρόνια. Έκατσε στο γνωστό τραπέζι στην γωνία παρατηρώντας τον κόσμο να περνάει. Που πάνε όλοι αυτοί;
Χτύπησε το τηλέφωνο του. Το σήκωσε. Ήταν ο ιδιοκτήτης του σπιτιού όπου έμενε. Του ανακοίνωσε πως θα πρέπει να αδειάσει το σπίτι σε ένα μήνα και να βρει κάποιο άλλο. “Αντιμετωπίζω κάποια οικονομικά προβλήματα Άρη μου τον τελευταίο καιρό. Και ξέρεις…. φαντάζομαι… Το κάνουν πολλοί πια… Αποφάσισα να το νοικιάζω από εδώ και πέρα ως rbnb. Τα υπολόγισα και βγαίνει καλύτερα έτσι… Ναι φυσικά, το καταλαβαίνω… Το συμβόλαιό μας λήγει ούτως ή άλλως τον επόμενο μήνα όμως δεν υπάρχει… Είναι μονόδρομος αλλά…Δεν θέλω να σε πιέσω… Πιστεύω καταλαβαίνεις. Είναι ανάγκη . Σε παρακαλώ να μην το καθυστερήσεις. Ότι χρειαστείς μπορείς…”
“Καλησπέρα κ. Άρη, Τι να σας φέρω;” Το όνομα του του ακούστηκε πολύ ξένο από το στόμα αυτής της γλυκιάς κοπέλας. Ήταν αποσβολωμένος, το δικό του στόμα είχε μουδιάσει. Ξεροκατάπιε. Ήταν απίστευτο. Δεν είναι δυνατόν. Όχι πάλι! Την κοιτούσε σαν χαμένος ,όσο εκείνη μάζευε το διπλανό τραπέζι, μέχρι να καταφέρει να αρθρώσει:
“Πως ξέρεις το όνομά μου; Εσένα πως σε λένε;”
“Μαίρη”
Είχε ξεχάσει πως της είχε συστηθεί την προηγούμενη φορά. Ήταν ίδια με την Μαίρη της φωτογραφίας, ίδια με την ηθοποιό στην ταινία, ίδια με την περαστική. Με την διαφορά πως τα μάτια της ήταν καταγάλανα.
Ωραία μουσική παίζεται εδώ… της είπε ο Άρης κάπως ντροπαλά.
Ναι… Σπάνιο… πια… Για αυτό… χαίρομαι … να δουλεύω εδώ… Τελείωσε με το τραπέζι και στράφηκε ολόκληρη προς τον Άρη.
Μπορεί να ακουστεί περίεργο αλλά έχω μια αίσθηση πως η μουσική παλεύει για την ζωή της αυτά τα χρόνια. Ελπίζω να μην έρθει το τέλος. Γέλασε. Λοιπόν, τι θα πάρεις; Πρέπει να προλάβεις να πιεις πριν πεθάνει η μουσική. Γέλασε ξανά. Τον κοίταξε σαν να ήθελε να πει κάτι ακόμα αλλά το στόμα της είχε κλειδώσει στο χαμόγελο και δεν μπορούσε να ανοίξει για να μιλήσει.
Λέω να έρθω μέσα σήμερα, για να την ακούω καλύτερα. Να προλάβω.. Γέλασε κι αυτός. Θα πιω ένα Jameson με ένα πάγο.






















